Του Ιάσονα Θεριού
Ατελείωτα χιλιόμετρα. Από το σπίτι στην Κεντρική Αγορά. Από την Κεντρική Αγορά στο σπίτι. Με φως, με σκοτάδι, με ζέστη και βροχή. Ο Ζιβανίλδο την ήξερε απ’ έξω τη διαδρομή, την έκανε κάθε μέρα δυο και τρεις φορές.
Πρώτα το ξημέρωμα, όπου έτρεχε να βρει τον πατέρα του. Ήταν ήδη εκεί από νωρίς, πριν καν o βραδινός ουρανός αναμειχθεί με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, έστηνε τον πάγκο του προσεκτικά. Τον γέμιζε, προσευχόμενος το απόγευμα να τον δει άδειο. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις προσευχές του, έσκαγε κι ο κανακάρης του.
Λίγα κέρματα αναζητούσε, αρκετά για να πάρει ψωμί στον γυρισμό και να το πάει στις αδερφές του. Τρεις μικρότερες, τρεις μεγαλύτερες κι εκείνος στη μέση. Το μόνο αγόρι σε μια οικογένεια επτά παιδιών στην Καμπίνα Γκράντε της Παραΐμπα. Τον ήξεραν όλοι εκεί. Ήταν το αγόρι που πηγαινοερχόταν.
Συχνά τον έβλεπαν μες στα αίματα και τον κορόιδευαν. Όχι δικά του. Πέμπτη, Παρασκευή μετά το σχολείο, Σάββατο και Κυριακή ολημερίς πήγαινε κι αυτός στην Κεντρική Αγορά. Βοηθούσε τους δικούς του να πουλήσουν κρέας. Σχεδόν ανέπνεε την αγωνία τους.
Κάθε κομμάτι που έφευγε και λίγη ανακούφιση. Συνήθως όμως η ώρα περνούσε και οι μύγες πλήθαιναν πάνω από το μοσχάρι. Εκείνος τις έδιωχνε σκίζοντας τον αέρα με τα χέρια του, αλλά την ανησυχία της μαμάς του δεν μπορούσε να την σκίσει.
Η συμφωνία δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο συμφέρουσα. Οι γονείς του νοίκιαζαν από έναν πάγκο και τα έκαναν όλα μόνοι τους, παραλάμβαναν το κρέας, το κουβαλούσαν, το καθάριζαν, το τεμάχιζαν. Εκείνος πηγαινοέφερνε τα λίπη και τα άχρηστα κόκαλα στα σκουπίδια. Όλοι μαζί το πουλούσαν. Αν όλα πήγαιναν καλά. Είτε το πράγμα έφευγε είτε όχι, οι δικοί του έπρεπε να πληρώσουν τους από πάνω τους.
Ο Χουλκ, Ζιβανίλδο Βιέρα Ντε Σόουζα.
«Υπήρχαν μέρες που η μητέρα μου αγόραζε ένα τέταρτο μοσχαριού και δεν μπορούσε να το πουλήσει όλο. Λέγαμε πως το κρέας “επέπλευσε”, ότι έμεινε απούλητο δηλαδή. Αυτό την στεναχωρούσε πολύ, γιατί δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώσει το ημερήσιο κόμιστρο για τον πάγκο της. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα της μητέρας μου. Ήταν καλυμμένη με αίμα και μοσχαρίσιο λίπος, χωμένη σε μια γωνία, συντετριμμένη, επειδή δεν ήξερε τι να κάνει. Την κοιτούσα κρυφά πίσω από τις κούτες, καλυμμένος κι εγώ με αίμα και μοσχαρίσιο λίπος, και έκλαιγα, επειδή δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τη βοηθήσω», θυμάται ο Ζιβανίλδο.
Όταν το κρέας “επέπλεε”, ήξερε πως την επόμενη ημέρα εκείνος και οι αδερφές του θα φάνε αλεύρι με ζάχαρη για μεσημεριανό, ζάχαρη κι αλεύρι για βραδινό. Το θυμάται χαρακτηριστικά. Όπως εκείνη την εικόνα της μητέρας του, όπως εκείνο το διπλό στρώμα που μοιραζόταν με τις έξι αδερφές του. Οι γονείς τους κοιμούνταν στο πάτωμα, η τουαλέτα ήταν απλώς μια τρύπα.
Αλλά δεν θυμάται μόνο αυτά. Για την ακρίβεια, όλα αυτά, όλα τα δύσκολα, τα συνειδητοποίησε πολύ πιο μεγάλος. Στο παιδικό του μυαλό, επέπλεαν, σαν απούλητο μοσχάρι, τόσες ευτυχισμένες θύμισες.
Θυμάται πόσο περήφανος κουβαλούσε τα αίματα και τα λίπη στα ρούχα του, περήφανος, επειδή βοηθούσε τους δικούς του. Θυμάται την μπάλα που κυλούσε ανάμεσα στους πάγκους της Κεντρικής Αγοράς. Και τον Ντενίλσον, τον κολλητό του από τον πάγκο με τα φρούτα. Έπαιζαν μαζί οπουδήποτε, όποτε μπορούσαν να ξεκλέψουν λίγο χρόνο. Ονειρεύονταν να τα καταφέρουν μαζί. Αν δεν τους έβγαινε, θα δούλευαν παρέα έναν πάγκο στην Κεντρική Αγορά. Τόσα όμορφα, πέρα από τα σκληρά.
Ο Χουλκ με τη μητέρα του, Μαρία.
Κι όμως οριακά θυμάται τον εαυτό του ως . Ήταν τριών ή τεσσάρων ετών, γεμάτος ενέργεια και παιδικό ενθουσιασμό, χαρά. Έτρεχε, σήκωνε ό,τι έβρισκε μπροστά του, χοροπηδούσε και, κάθε φορά που προσγειωνόταν στο έδαφος, έσφιγγε τα χέρια του, επιδεικνύοντας τα ανύπαρκτα ακόμη μούσκουλά του. «Είμαι “ο απίθανος Χουλκ”», ούρλιαζε και ο πατέρας με τη μητέρα του λίγο πιο δίπλα έσκαγαν στα γέλια. Εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε ούτε απούλητο μοσχάρι, ούτε πάγκοι, ούτε χρήματα, ούτε τίποτα. Μόνο το μικρό τους τερατάκι. Ο «Χουλκ». Όπως τον “βάφτισαν”, όπως τον μάθαμε. Το παιδί που, πίσω από τους μυς, έμεινε ίδιο.
Αλήθεια, όταν του έδιναν αυτό το παρατσούκλι, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πως θα αποκτούσε αυτό το σουλούπι. Εντάξει, η μητέρα τον θήλαζε μέχρι τα τέσσερά του χρόνια κι εκείνος από παιδί είχε μια εμμονή να σηκώνει πράγματα με τα χέρια του. Μα, όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο έμοιαζε σαν να έχει ξεφύγει από κάποιο εργαστήριο.
Σαν πείραμα. Που σίγουρα πέτυχε. Γιατί το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικό. Όσο τρομακτικός ήταν κι αυτός, όπου πάτησε και όπου βρέθηκε. Ακραία δύναμη, ακραία ταχύτητα, τρομερή τεχνική για το μέγεθός του. Λίγο έλειψε αυτό το μέγεθος να του στερήσει τα πάντα.
Ο Χουλκ δεν ήταν ποτέ του παιδί-θαύμα, δεν έμοιαζε με τέτοιο, δεν έμοιαζε καν με ένα παιδί που μπορεί να παίξει στην επίθεση. Κάθε προπονητής που τον έβλεπε τον τσιμέντωνε στο κέντρο της άμυνας. Ακόμα και ως έφηβος, άλλωστε, το παρουσιαστικό ήταν αρκετό για να εκφοβίσει οποιονδήποτε αντίπαλο επιθετικό. Στην καλύτερη να έπαιζε ως αριστερό μπακ, εγκλωβισμένο στις ανασταλτικές απαιτήσεις, την ώρα που κάτι μέσα του τον καλούσε να ανοίξει την μπάλα και να ξεχυθεί μπροστά.
Ακόμα κι έτσι, όποιος τον παρατηρούσε έβλεπε αυτό το κάτι που έπρεπε να δει. Έστω και καλυμμένο από την εμμονή των προπονητών του να μην τον ακούν. Ανάμεσα στους τυχερούς που το είδαν ήταν και ο Ζε Ντου Εγκίτο, ο πρώτος του ατζέντης. Φίλος φίλου, τον φίλο, ω φίλε, ενός γνωστού του πατέρα του από την Κεντρική Αγορά. Περίπλοκη αλυσίδα, μα δεν έχει και νόημα. Νόημα πάντως ο Χουλκ βρήκε στα 15 του, σε ένα προπονητικό camp στην Πορτογαλία, όπου τα τάλαντούχα παιδιά από την Βραζιλία προβάλλονταν στη βιτρίνα σαν ζογκλέρ σε τσίρκο. Ο κύριος Μοτόκα, ο οδηγός του λεωφορείου του camp, τον συμπαθούσε πολύ.
Τόσο ώστε ένα απόγευμα τον πήρε μαζί του, κρυφά από όλους, στο γήπεδο της Πόρτο, όταν ακόμη οι «Δράκοι» έπαιζαν στο Estadio das Antas. Τα μάτια του λαμπύρισαν προ των ολοζώντανων χρωμάτων και η φωνή του χάθηκε από τον ενθουσιασμό. Δεν ούρλιαζε πως είναι «ο απίθανος Χουλκ», ούτε τραγουδούσε κάποιο σύνθημα. Μόνο φώναζε «Μοτόκα, μια μέρα θα παίξω εδώ! Μια μέρα θα παίξω εδώ, Μοτόκα!».
Ο ίδιος ενθουσιασμός, η ίδια αγνή χαρά στη φωνή του λίγο καιρό μετά θα ξεχυνόταν από το ακουστικό του τηλεφώνου. Στην άλλη άκρη της γραμμής η μητέρα του. «Μαμά, θα γίνουμε εκατομμυριούχοι! Μου δίνουν 500 ρεάλ τον μήνα (σ.σ περίπου 85 ευρώ)! Θα γίνω επαγγελματίας! Εσύ κι ο μπαμπάς δεν θα πληρώσετε ποτέ ξανά ενοίκιο, τα κορίτσια θα τρώνε ζάχαρη κι αλεύρι, μόνο αν θέλουν γλυκό».
Ο Χουλκ με τη φανέλα της Βιτόρια σε εφηβική και νεανική ηλικία.
Μετά βίας έβγαινε η φωνή, κάπου πνιγόταν στη δύσπνοια της προπόνησης, μόλις λίγα λεπτά πριν είχε σκοράρει τα δύο γκολ που έπεισαν οριστικά τον Πρόεδρο της Βιτόρια να του δώσει την ευκαιρία του. Ο Ζε τού είχε εγγυηθεί ότι η ομάδα που θα του προσφέρει το πρώτο του συμβόλαιο θα δεσμευτεί να αγοράσει στους γονείς του ένα μεγάλο σπίτι. Κι έτσι έγινε. Πέρα από το μηνιάτικο των 500 ρεάλ, αυτό ήταν η μεγάλη νίκη του Χουλκ. Όσο για αυτό το -όχι και τόσο πλουσιοπάροχο, στα αλήθεια- μηνιάτικο, για το οποίο η μαμά του ανησυχούσε για το πώς ο γιόκας της θα διαχειριστεί, εκείνος είχε την απάντηση: «Μη σε νοιάζει, θα τα δίνω όλα σε εσάς».
Κι αυτός ο διάλογος είναι ό,τι πρέπει να ξέρει κανείς για τον Χουλκ. Όλη του η αλήθεια. Η απάντηση σε όσους κατά καιρούς απόρησαν με τις επιλογές του. Πολλοί τόλμησαν μέχρι και να τον απαξιώσουν. Χωρίς να προσπαθήσουν να διαβάσουν πίσω από τις λέξεις. Όντως, ήταν δύσκολο, πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς τι δουλειά έχει ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές του πλανήτη μακριά από το κορυφαίο πραγματικά επίπεδο. Ακόμα πιο δύσκολο το να χωνέψει γιατί αυτός ο τύπος έδειχνε να αδιαφορεί για όσα ο υπόλοιπος κόσμος διψούσε.
Δόξα, φώτα, τίτλοι, βραβεία, μεγάλα πρωταθλήματα, μεγάλες μεταγραφές, μεγάλες ομάδες. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για αυτά. Τον ένοιαζαν μόνο τα μεγάλα συμβόλαια και το να τρομοκρατεί τους αντιπάλους του, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Κι αυτό ακριβώς έκανε, σε κάθε σταθμό του ανορθόδοξου ταξιδιού του. Τρομοκρατούσε.
Έφυγε από την Βραζιλία, χωρίς να κάνει γνωστό το όνομά του ούτε στο ελάχιστο. Σούμπιτος για Ιαπωνία. Δεν ήταν απλό. Ένα 19χρονο παιδί, μόνο του στην άλλη άκρη του κόσμου. Σε έναν άλλον εντελώς κόσμο, δίχως να ξέρει τίποτα για αυτόν. Ήξερε όμως να σπριντάρει, να περνάει σαν σίφουνας τους αντιπάλους του και να χτυπά την μπάλα μοναδικά. Σύντομα όλοι κατάλαβαν πως το Ιαπωνικό Πρωτάθλημα ήταν πολύ μικρό για εκείνον. Πρώτες στην ευρωπαϊκή ουρά, η Ατλέτικο Μαδρίτης και η Πόρτο.
Δεν το σκέφτηκε στιγμή φυσικά, είχε και μια υπόσχεση να τηρήσει σε έναν οδηγό λεωφορείου. Την εκπλήρωσε. Στο περίπου δηλαδή. Δεν πρόλαβε το Estadio dos Antas, έφτασε στο Πόρτο, όταν οι «Δράκοι» είχαν ήδη μετακομίσει στο Dragão. Και το μετέτρεψε σε άντρο του. Κανείς δεν τον ήξερε, κανείς δεν μπορούσε να πειστεί προκαταβολικά για έναν Βραζιλιάνο από το Πρωτάθλημα Ιαπωνίας, ο οποίος κυκλοφορούσε με το όνομα ενός υπερήρωα. «Μήπως τώρα θα πάρετε και τον Spider-Man;», ρωτούσαν και γελούσαν πολλοί. Τα πρώτα εσωτερικά γέλια πάντως κόπηκαν γρήγορα.
Ο Χουλκ με τη φανέλα της Πόρτο.
«Στην πρώτη μου προπόνηση στην Πόρτο, ο Κουαρέσμα, ο Λούτσο, ο Μπρούνο Άλβες, ο Κριστιάν Ροντρίγκες, όλοι τους ήταν εκεί και με κοιτούσαν. Πήρα την μπάλα στη μεσαία γραμμή, προχώρησα λίγο και σούταρα. “Μπουπ”. Το σουτ μου πήγε κατευθείαν στο “γάμα” και έπειτα επικράτησε απόλυτη σιγή. Ξέρετε πώς τελείωσε αυτή η ιστορία», έχει πει.
Με εκείνον να τα διαλύει όλα. Έτσι τελείωσε. Δεν υπήρχε ο τρόπος που ο Χουλκ κυριάρχησε στην Πορτογαλία. Και δεν υπήρχε τρόπος να τον σταματήσει κανείς. Δεν μπορούσες να τον μαρκάρεις από κοντά, γιατί με μισό τζαρτζάρισμα σε έστελνε στις πινακίδες. Και δεν μπορούσες να τον παίξεις στην ταχύτητα, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να είσαι πιο γρήγορος από αυτόν.
Αν τον έκλεινες, με δύο ή παραπάνω παίκτες, αφού αλλιώς δεν γινόταν, μετατρεπόταν στο απόλυτο κέντρο της βαρύτητας του γηπέδου κι έπειτα πάσαρε στους συμπαίκτες του, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τα κενά που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Κι αν του άφηνες χώρο, όπλιζε τον θερμοσίφωνα που κουβαλούσε για αριστερό πόδι και την μπουμπουνούσε τηλεκατευθυνόμενα από οποιαδήποτε απόσταση, από οποιαδήποτε γωνία.
Δεν ήταν ποτέ ζητούμενό του, μα στην Πορτογαλία έγινε σταρ. Ο απόλυτος σταρ της λίγκας, ένας παίκτης που, όσο ήταν στην Πόρτο, παρήγαγε νούμερα που μόνο ο Μέσι και ο Κριστιάνο μπορούσαν να παραγάγουν. Έγινε ο ηγέτης των «Δράκων», ο μισητός αντίπαλος της Μπενφίκα, η οποία επιχείρησε, κινώντας τα νήματα του παρασκηνίου, μέχρι και με ανήκουστες και άδικες τιμωρίες να τον περιορίσει. Μα δεν γινόταν να τον σταματήσει ούτε έτσι. Γκολ, ασίστ, τίτλοι. Πρωταθλήματα, Κύπελλα και Europa League. Ένα κτήνος που όμοιό του δεν υπήρχε στην Ευρώπη.
Ο Χουλκ με τη φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας στο Confederations Cup 2013. Δίπλα του ο Τιάγκο Σίλβα και κάτω (από αριστερά) οι Παουλίνιο, Νειμάρ και Λουίζ Γκουστάβο.
Το κάλεσμα της ελίτ ήρθε. Αναπόφευκτα. Υπήρχαν τόσοι σύλλογοι που θα μπορούσε να πάει. Σύλλογοι όπου θα χτυπούσε το ταβάνι του ως χρήσιμη ρεζέρβα ή σύλλογοι όπου θα ήταν ξανά ο απόλυτος πρωταγωνιστής στο πιο υψηλό επίπεδο. Από την Ισπανία, την Ιταλία, την Αγγλία. Πιο λαμπερή εξ αυτών η Τσέλσι. Θαμπωμένος από τα κατορθώματα του Χουλκ, ο Ρομάν Αμπράμοβιτς έστειλε την επιταγή του στο Dragão. Σαράντα ζεστά εκατομμύρια ευρώ. Όχι κι άσχημα για το 2012.
Λίγες ημέρες μετά οι συμπατριώτες του στη Ζενίτ κατέθεσαν κι εκείνοι τη δική τους πρόταση. Εξήντα εκατομμύρια ευρώ. Οποιοδήποτε άλλος θα πίεζε την Πόρτο, θα παρακαλούσε την Τσέλσι να ανέβει λίγο, να τα βρουν στη μέση και να εκπληρώσει το όνειρο της Premier League και της ελίτ.
Μα ο Χουλκ δεν ονειρεύτηκε τίποτα τέτοια. Είδε τα 7 εκατ. του συμβολαίου του και δέχθηκε στωικά να φύγει για την άλλη άκρη του κόσμου, για ένα Πρωτάθλημα που σαφώς δεν τον χωρούσε στην πραγματικότητα. Όχι μόνο από άποψη ποιότητας αλλά και από άποψη κλίματος.
Μόλις πάτησε το πόδι του στην Αγία Πετρούπολη, μια ψεύτικη βόμβα έφτασε μαζί του στο προπονητικό της Ζενίτ: «Χουλκ, μακριά από την ομάδα μας». Ασύλληπτο το πώς μια οπαδική βάση είδε αυτόν τον παίκτη και αποφάσισε ότι δεν τον θέλει στην ομάδα, μόνο και μόνο για το χρώμα του δέρματός του.
Ασύλληπτο το ότι οι “πιστοί” του, υποτίθεται, συνέχισαν να διαμαρτύρονται για αυτόν, να τον αποδοκιμάζουν, να του επιτίθενται ρατσιστικά. Ασύλληπτο ότι μέχρι και οι συμπαίκτες του, οι παλιότεροι της ομάδας, όχι απλώς δεν τον υποστήριξαν, αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ να τον εποφθαλμιούν για τα χρήματα που έπαιρνε. Το κόστος των επιλογών. Ο Χουλκ το ήξερε, δεν νοιαζόταν.
Ο Χουλκ με τη φανέλα της Ζενίτ.
Ο λογαριασμός του γέμιζε, εκείνος αδιαφορούσε για οτιδήποτε άλλο και απλώς απαντούσε στο χορτάρι. Παπάδες ξανά. Σαν να παίζει σε παιδική χαρά. Και όχι μόνο στη Ρωσία μα και στην Ευρώπη, στο Champions League και το Europa League. Τρομερές εμφανίσεις, τρομερά νούμερα. Για τους πολλούς, εμφανιζόταν μεσοβδόμαδα μόνο και μόνο για να ρίξει τα σαγόνια τους με μια κούρσα ή μια… καραβολίδα. Και για να τους αναγκάσει να απορήσουν ξανά: «Τι, διάολο, κάνει ο Χουλκ στη Ρωσία;». Όπου ήθελε μπορούσε να παίξει και έπαιξε εκεί για τέσσερα χρόνια. Όπου ήθελε μπορούσε να παίξει και φεύγοντας από εκεί στα 30 του. Και επέλεξε να παίξει στην Κίνα.
Δεν το σκέφτηκε και πολύ. Μια ματιά στα νούμερα έριξε: 360.000 ευρώ την εβδομάδα, περίπου 20 εκατ. τον χρόνο. Εν έτει 2016. Πολλά, πολλά, πολλά, πάρα πολύ περισσότερα από το πρώτο του ποδοσφαιρικό μηνιάτικο, εκείνα τα περίπου 85 ευρώ, τα οποία τον ανάγκασαν να πάρει τη μαμά του τηλέφωνο σκασμένος από ευτυχία. Να της πει πως θα γίνουν εκατομμυριούχοι, πως πλέον θα έχουν ένα δικό τους σπίτι. Πως θα δίνει τα πάντα σε εκείνους.
Και το έκανε, τους έδινε τα πάντα, εκείνο το πρώτο σπίτι που τους αγόρασε για χάρη του η Βιτόρια είναι ακόμη εκεί, το αγαπημένο του εξοχικό, ο αγαπημένος του τόπος συνάντησης με τους γονείς του. Ένα μέρος που πάντα θα τον γεμίζει. Υπήρχε όμως κι ένα μέρος μέσα του που παρέμενε κενό. Ήταν 34 πια. Δεν ήθελε να σταματήσει στην Κίνα, δεν τον ένοιαζε να επιστρέψει στην Ευρώπη.
Τον ένοιαζε να επιστρέψει σε μέρη που δεν είχε πάει ξανά, από όταν ήταν πιτσιρίκι. Όχι στην Καμπίνα Γκράντε και την Κεντρική Αγορά, όχι στο σπίτι που είχε ένα διπλό στρώμα και μια τρύπα για τουαλέτα. Αλλά σε εκείνες τις πανευτυχείς αναμνήσεις που ξεπρόβαλλαν από τις σκληρές συνθήκες, στο παιχνίδι με τον Ντενίλσον, στα γέλια του μπαμπά και της μαμάς του, όταν παρίστανε τον Χουλκ.
Ο Χουλκ με τη φανέλα της Σανγκάι Πορτ.
Τους είχε δώσει ό,τι είχε, αλλά ήθελε να τους δει ξανά έτσι, ήθελε να δει και τον εαυτό του ξανά έτσι. Το ίδιο ενθουσιασμένο, βουτηγμένο στην ίδια αγνή χαρά. Αλλά και να δείξει στη χώρα του ποιος ήταν πραγματικά. Έφτασε στην Βραζιλία σχεδόν τελειωμένος, ουσιαστικά απαξιωμένος, ως κάποιος που δεν είχε ποτέ τη φιλοδοξία να ανέβει στην κορυφή. Πήρε την σκεπτική ευκαιρία από την Ατλέτικο Μινέιρο και δεν άργησε να εξαϋλώσει τον όποιο σκεπτικισμό. Έκλεισε τα αφτιά του στην κριτική, προσαρμόστηκε και στη συνέχεια, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, ξέρετε πώς τελείωσε αυτή η ιστορία.
Πιο αποφασισμένος από ποτέ. Με έναν τρόπο, καλύτερος από ποτέ. Γιατί πλέον στο παιχνίδι του είχε βάλει το μόνο που του έλειπε. Νόημα, πέρα από τα υπέρογκα συμβόλαια. Ξανά ασταμάτητος στο χορτάρι, ξανά ασταμάτητος στον τρόπο με τον οποίον έγραφε νούμερα, ξανά κομβικός σε κάθε είδους τίτλο για την ομάδα του. Μα ταυτόχρονα, πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Όχι επειδή πια είχε κερδίσει για τα καλά την απόλυτη αναγνώριση και των Βραζιλιάνων. Καμία σχέση με αυτό.
«Μια μέρα συνειδητοποίησα ότι το να μπαίνω στο γήπεδο της Μινέιρο με την ασπρόμαυρη εμφάνιση, το να ακούω τους οπαδούς να τραγουδούν ασταμάτητα και να βλέπω τον μπαμπά μου -ντυμένο “Χουλκ”- να χοροπηδά στην κερκίδα… Ξέρετε, ήταν ένα μαγικό συναίσθημα. Γιατί με μετέφερε σε μια κατάσταση ευτυχίας που μόνο ως παιδί είχα αισθανθεί. Ήταν σαν να παίζω ανάμεσα στους πάγκους με τον Ντενίλισον ή να γυρνάω σπίτι με ματωμένα ρούχα και το κεφάλι ψηλά από την περηφάνια που είχε για μένα το να κουβαλάω τα μοσχάρια όλη μέρα», θα πει.
Ολοκληρωμένος. Ήρωας για την οικογένειά του και για αμέτρητους φιλάθλους. Ο Χουλκ φούσκωσε, έγινε κτήνος, μα πίσω από τους μυς έμεινε το ίδιο παιδί. Το παιδί που αδιαφορούσε για τους γύρω του, βρίσκοντας τη χαρά στα μικρά πράγματα. Το παιδί που έκανε τα πάντα για τους δικούς του. Σκασίλα του, αν τον κατάλαβαν ποτέ.

















