Του Αλέξη Σπυρόπουλου
O ντόρος, δεν παίζει μπάλα. Πολύ δε περισσότερο, δεν βάζει γκολ. Μπάλα παίζει, και γκολ βάζει, το ποδόσφαιρο που σέβεται τα βασικά. Το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα μπάσκετμπολ αυτές τις μέρες, μας διδάσκει ό,τι ισχύει γενικώς στον αθλητισμό ομάδων, ανεξαρτήτως σπορ. Ηθική του εργάτη και ταπεινότητα. Πανηγυρτζήδες, λούσα, ρεκλάμα, προβολείς είναι για αλλού. Μάλλον τρέχει η εβδομάδα που τρώμε στο κεφάλι, σαν μαρτύριο σταγόνας, ένα-ένα τα μαθήματα από τους Γερμανούς.
Ολυμπιακός με Φράιμπουργκ, ήταν σαν Φράιμπουργκ U-19 με Φράιμπουργκ. Εάν κανείς σκεπτόταν πως αυτή τη φορά ο πρωταθλητής Ελλάδος θα ήταν λίγο καλύτερος απ’ όσο (δεν ήταν) στη Ναντ μία εβδομάδα πριν, για τον απλούστατο λόγο ότι…δεν γινόταν να είναι χειρότερος, έγινε. Να είναι (κι όμως!) χειρότερος. Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι πως ο Ολυμπιακός ήξερε την (υποδεέστερη) θέση του έναντι της Φράιμπουργκ, προτού καν βγει να την αντιμετωπίσει.
Η αυτογνωσία της υστέρησης, μιλούσε από το πρώτο λεπτό. Εντεκα ποδοσφαιριστές ήταν σαν να έλεγαν στον θεατή, δεν μπορούμε να παραβγούμε με αυτούς σε ένταση, στις μονομαχίες, σε πίεση στη μπάλα, σε up-tempo, στις δεύτερες μπάλες. Ηταν φανερό, ακόμη και στον καφενέ του πιο απομακρυσμένου χωριού. Θα ‘ταν παράξενο συνεπώς, να μη είναι φανερό στα μάτια των παικτών της Φράιμπουργκ. Το μυρίστηκαν, μονομιάς. Ο,τιδήποτε άλλο από τελευταίος στον όμιλο, θα είναι επιτυχία για τον Ολυμπιακό.
Μιλώντας για άμυνα. Το λάθος-δώρο του Μπα στο 1′. Ο Κορεάτης στο 5′, ο πρώτος σε μια ζώνη επτά παικτών, κοιτούσε πίσω μάλλον επειδή πίστευε ότι το κτύπημα-φάουλ θα στόχευε στο δεύτερο δοκάρι και (ξ)έχασε πανεύκολα τον δικό του αντίπαλο στον χώρο της ευθύνης του, δηλαδή στο πρώτο δοκάρι. Ο Σισέ με τον Ρέτσο στο μηδέν-δύο, αντί να βγουν συγχρονισμένα για το όφσαϊντ, τους κρατάνε όλους μέσα. Ο Μπα, χαμένος κάπου στη μέση του πουθενά, είναι παντελώς ανυποψίαστος τι τρέχει στην πλάτη του.
Το μηδέν-τρία είναι η κερδισμένη “δεύτερη μπάλα” της Φράιμπουργκ στο follow-up ενός κόρνερ. Ο Ολυμπιακός δέχθηκε τρία γκολ, από ανέμελες βόλτες των άλλων μέσα στην περιοχή του. Η Φράιμπουργκ στο 13′, ήδη μετρούσε τρεις καθαρές, καν δεν μετράμε και τις υποσχόμενες, ευκαιρίες-γκολ. Ο Ολυμπιακός έβγαλε την πρώτη ευκαιρία του, στο 39′. Το μυαλό των ποδοσφαιριστών της Φράιμπουργκ, σαν σκακιστές, μονίμως ήταν δύο κινήσεις μπροστά.
Πέμπτη με Πέμπτη ο Ρέτσος έπαιξε, από δεξιός στόπερ σε άμυνα τριών, αριστερός μπακ σε άμυνα τεσσάρων. Το παράδειγμά του, είναι μία απειροελάχιστη απεικόνιση του χάους. Στους 8+4 αγώνες του Ολυμπιακού εφέτος, ευρωπαϊκούς και ελληνικούς, κιόλας έχουν παίξει 33 ποδοσφαιριστές. Σύνηθες είναι, ομάδες να βγάζουν ολόκληρη σεζόν, πάει να πει τετραπλάσιους και πενταπλάσιους από 8+4 αγώνες, με λιγότερους από 33 ποδοσφαιριστές.
Ενα ευρωπαϊκό 0-4 κόστισε στον Πέντρο Μαρτίνς, τη δουλειά του. Τώρα, ήλθε ένα ευρωπαϊκό 0-3. Να κοστίσει το ίδιο, στον Κάρλος Κορμπεράν; Μία επιστροφή στη Χάντερσφιλντ, ίσως; Είναι “μία κάποια λύσις” που έγραψε κι ο ποιητής. Στη θέση του Κορμπεράν εάν έμπαινε ζήτημα, θα έλεγα στον ιδιοκτήτη ένα πράγμα. Πρόεδρε, άμα εδώ επί τόπου μπορείς απλώς να μου πεις τα ονόματα όλων των παικτών του ρόστερ μας δίχως να σου ξεφύγει κάποιος, τότε εγώ αποχωρώ και δεν θέλω ούτε αποζημίωση.
Ως γνωστόν, καλύτερη ομάδα στον κόσμο είναι εκείνη που το καλοκαίρι κάνει τα λιγότερα ψώνια. Καλύτερη ομάδα στον κόσμο, είναι η Ρεάλ Μαδρίτης. Ρούντιγκερ, Τσουαμένι, τέλος. Κι έβγαλε, στο πλην-συν, και λεφτά! Ο Φλορεντίνο Πέρεθ ανεπιστρεπτί άφησε πίσω, τη γαλάκτικος φάση. Τώρα κάνει πλάκα, δεν βλέπει κανένα, και θα την ξανακάνει. Η Φράιμπουργκ δεν είναι, φυσικά, η καλύτερη ομάδα στον κόσμο. Είναι η πιθανότατα καλύτερη ομάδα, σε αυτόν τον όμιλο του Γιουρόπα Λιγκ.
Oλο το καλοκαίρι, η Φράιμπουργκ απέκτησε τέσσερις ποδοσφαιριστές. Στοχευμένα. Στόπερ, εννιάμισι, εννέα, έξω δεξιά, τελεία. Χρησιμοποιώντας τα χρήματα μίας, και μοναδικής, πώλησης. Της έμειναν, ακριβώς όπως στη Ρεάλ, και ρέστα! Επίσης η Φράιμπουργκ, ένα κλαμπ που τρέφεται από την εργατική ηθική και αψηφά τη σαγήνη του ρηχού μάρκετινγκ, πηγαίνει με τον ίδιο γερο-παράξενο προπονητή, και όταν υποβιβάζεται και όταν βγαίνει στην Ευρώπη. Ενα κλαμπ που (κατ)αξιώνει τον θεσμό-προπονητής.
Ο Ολυμπιακός, υπό το ραντάρ Μαρσέλο/Χάμες, έχει κάνει μερικά καλά ψώνια αυτό το καλοκαίρι. Ο καταφανής κίνδυνος είναι, μέσα σ’ όλα, και τα καλά…να γίνουν κιμάς όσο εξελίσσεται ένα πρωτοφανές μπαράζ προσθαφαιρέσεων, ένα μανιώδες one-man-show, που μοιάζει να ξεπερνά ακόμη και το προηγούμενο του Κοσκωτά το καλοκαίρι του 1988. Αθλητικοί διευθυντές, σκίζουν πτυχία. Γραφεία μάνατζμεντ, τρίβουν χέρια.
Tο όνομα Μαρινάκης, όχι Ευάγγελος μονάχα, και Μιλτιάδης πια, λιώνει σαν καραμέλα βουτύρου στο στόμα των ατζέντηδων. Ομνύουν. Χρήμα, κυκλοφορεί άφθονο. Ολοι, ευτυχείς με τον τζίρο. Ποδοσφαιρική λογική, όχι τόσο άφθονη. Δεν βαριέσαι, ας ζοριστούν οι προπονητές! Είναι ανθρώπινο, να θέλεις να δείξεις. Τι απέκτησες. Προ ετών ο κύριος Μαρινάκης επεδείκνυε σαν τρόπαιο σε πάρτι εφοπλιστών, μόλις είχε πάρει από την ΑΕΚ, τον Λάζαρο Χριστοδουλόπουλο. Και δεν θα δειχτεί, με τον Μαρσέλο και τον Χάμες;
Το όλον έργο ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ανάγκη επίδειξης. Είναι ισχυρή απόδειξη, φάσης σεληνιασμού. Αποκαλύπτεται ο σεληνιασμός άλλωστε, και στην καθημερινότητα των politics του ποδοσφαίρου. Σοκ και δέος, που λένε. Δεν ξέρεις, ποιον να πρωτοπρολάβεις. Τον πρόεδρο του Ολυμπιακού ή τον πρόεδρο της λίγκας και αντιπρόεδρο της ομοσπονδίας;
Πηγή: Sdna





















