Επιλογή Σελίδας



Του Νίκου Παπαδογιάννη

Δεν έχει περάσει δα πολύς καιρός, από τότε που ο Ολυμπιακός μούτρωνε ακόμα και στις δύσκολες νίκες.

Κέρδιζε, αλλά αυτό δεν του έφτανε. Επιδίωκε να αφήνει στο παρκέ σφραγίδα κυριαρχίας, ώστε να σκορπίζει τον τρόμο στο πέρασμά του και να κόβει τα γόνατα των αντιπάλων του.

Μέσα σε λιγότερο από 2,5 χρόνια, η ταξιαρχία που έφτασε στον ευρωπαϊκό τελικό το 2017 έφτασε στο αντίθετο άκρο. Χάνει από έναν μέτριο αντίπαλο με διαφορά 16 πόντων και λέει πάλι καλά, δεν πνίγηκε και κανείς.

Είτε αρέσει στο κοινό της είτε όχι, η μεγάλη ομάδα έγινε μικρή και δεν έχει πια το παραμικρό άλλοθι ή αποκούμπι. Χρειάζεται ειδική μορφή τύφλωσης, για να μη βλέπει κάποιος ότι πρόκειται για ένα αριστούργημα αυτοκαταστροφής.

Δεν έχει νόημα να γράφει κάποιος τα ίδια και τα ίδια κάθε εβδομάδα. Τα κατεβασμένα κεφάλια, τα συννεφιασμένα βλέμματα και τα νωθρά κορμιά των «ερυθρολεύκων» είπαν όλη την αλήθεια από το ξεκίνημα κιόλας του αποψινού αγώνα.

Ακόμα και όταν ο Ολυμπιακός έβρισκε εφαλτήριο αντεπίθεσης, το προσπερνούσε αβασάνιστα σαν να είχε επείγον ραντεβού με την ήττα. 

Οι περισσότεροι ξένοι παίκτες του έμοιαζαν με λαθρεπιβάτες που ξέρουν ότι από στιγμή στιγμή θα ανακαλυφθούν και θα κλειστούν στο μπαλαούρο.

Ο Τσέρι ξεκίνησε βασικός και τουλάχιστον παρουσίασε το πείσμα του γυρολόγου που παλεύει απεγνωσμένα για το ψωμί του (10 π., 5 ρ., 5 ασ.), ο Πολ είχε γενέθλια και έβαλε 5 τρίποντα, αλλά οι υπόλοιποι προκαλούσαν οίκτο με την απόδοσή τους.

Ακόμα και ο συνήθως αξιόπιστος Μιλουτίνοβ είναι φέτος μία δυσκίνητη σκιά, ξεχασμένος στη μελαγχολία της Κίνας μαζί με τους Παπανικολάου, Πρίντεζη.

Είναι αστείο να περιμένει κανείς θαύματα από τον Βασίλη Σπανούλη, που κοντεύει στα 40 και κολυμπάει κόντρα στο ρεύμα.

Ο αρχηγός ήταν στη Βιτόρια η μοναδική ποιοτική πηγή δημιουργίας, βρήκε 2-3 φορές τον δρόμο προς το καλάθι, αλλά πάσχιζε αβοήθητος.

Ο Περάσοβιτς τον σημάδεψε ανελέητα όπως θα έκανε ακόμα και αρχάριος προπονητής. Όπως είναι φυσιολογικό, πήρε καμιά 30αριά πόντους από τους παίκτες τους οποίους μάρκαρε ο Σπανούλης.

Ο Σενγκέλια έβαλε την 25άρα του δίχως να ενοχληθεί στο ελάχιστο από τον Γιώργο Πρίντεζη, ενώ το τηλεγραφόξυλο Φαλ αποτελείωσε τη δουλειά με την κυριαρχία του στη στρατόσφαιρα (16 ρ.).

Απέναντι σε αυτόν τον Ολυμπιακό που μύριζε μούχλα, η απλώς καλούτσικη Βασκόνια μάζεψε 18 επιθετικά ριμπάουντ και κέρδισε διά περιπάτου ένα ματς στο οποίο είχε ευστοχία 44% τοις εκατό και μόλις 9 βολές.

Πού θα αναζητήσουν οι Πειραιώτες τον σπόρο μίας κάποιας ανάκαμψης, αν όχι στις αναμετρήσεις με τις μεσαίες ομάδες της διοργάνωσης; Στη Μόσχα ή στη Μαδρίτη; 

Εάν πιστεύει κανείς ότι η Βιτόρια είναι άπαρτο κάστρο φέτος και η Βασκόνια ομάδα για final-4, καλύτερα να αλλάξει ζυγαριά. 

Την Τετάρτη περιμένει τους Πειραιώτες η αρκούδα, μέσα στη αφιλόξενη φωλιά της. Από εκεί δεν φεύγει κυνηγός ζωντανός, ιδίως άοπλος, μαλθακός και ξεδοντιασμένος σαν τον φετινό Ολυμπιακό.

Ακολουθούν τρεις απανωτοί αγώνες εντός έδρας, στο ίδιο γήπεδο ωστόσο που αλώθηκε από τη Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης: Μακάμπι, Εφές, Ζαλγκίρις.

Αυτό το εικοσαήμερο θα είναι μία τελευταία ελπίδα για να αλλάξει το κλίμα. Δύσκολο, αλλά όχι εντελώς απίθανο. Ειδικά αν καταφτάσει το ιππικό στις μέρες που μεσολαβούν.

Τι θα συμβεί όμως, εάν συνεχιστεί η κατηφόρα την ερχόμενη διαβολοβδομάδα, με ήττες στα χέρια του Ιτούδη και -κυρίως- του Σφαιρόπουλου;

Πού θα βρεθεί κίνητρο μετά το 1-5, ώστε να ολοκληρωθεί με αξιοπρέπεια μία χρονιά που από την αφετηρία της κιόλας φαίνεται χαμένη;

Έχουμε ακόμη Οκτώβριο, αλλά σύσσωμος ο Ολυμπιακός ανυπομονεί να αντικρύσει το νήμα του τερματισμού και να φορέσει τις σαγιονάρες.

Μπορεί οι διορθωτικές κινήσεις να βελτιώσουν την εικόνα του, αλλά δύσκολα θα τον βάλουν σε τροχιά αντεπίθεσης ώστε να διεκδικηθεί διακριτικά μία θέση στα πλέι-οφ.

Κάποιοι θα ζητήσουν εξηγήσεις για αυτή την κατάρρευση, ωστόσο μέρος του ακροατηρίου δείχνει παραζαλισμένο από το χτύπημα του μπούμερανγκ και αρνείται να καταλάβει τι έχει συμβεί.

Η βουτιά του Ολυμπιακού δεν προήλθε από το σπρώξιμο κάποιου αόρατου εχθρού, αλλά από τα λάθη των δικών του ανθρώπων. Η σιωπή τους, μπροστά στην ανάγκη για ένα γενναίο «mea culpa», είναι εκκωφαντική.

Πηγή: Gazzetta