Του Βασίλη Σαμπράκου
Η εβδομάδα ξεκίνησε με τις ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες να αποστέλλουν στην FIFA τις οριστικές λίστες των 32 ομάδων που θα μετέχουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας. Το countdown έχει επίσημα ξεκινήσει: σε 10 ημέρες έχουμε Μουντιάλ.
Τούτη την ώρα, που η ποδοσφαιρική συζήτηση φουντώνει με αφορμή ή αιτία τις τελικές επιλογές των 32 προπονητών και τις εκπλήξεις που προέκυψαν από την ανακοίνωση των 23αδων τους, πιάνω για ακόμη μια φορά τον εαυτό μου να νιώθει τη θλίψη και τον καημό αυτού που έχει υποχρεωθεί να παρακολουθεί τη γιορτή από μακριά· όχι επειδή δεν τον προσκάλεσαν αλλά επειδή τα χέρια του δεν ήταν ικανά να κρατήσουν την πρόσκληση και να σφραγίσουν το εισιτήριο με προορισμό τη Ρωσία. Σε τέτοιες στιγμές το μυαλό γυρίζει πίσω στην προηγούμενη φορά, στο προηγούμενο, το τελευταίο Μουντιάλ, στο οποίο η Ελλάδα δεν ήταν απλώς παρούσα αλλά είχε καταφέρει να φτάσει στους 16 και – κυριολεκτικά – μια ανάσα από τους 8 του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σε τέτοιες στιγμές το μυαλό συνειδητοποιεί ότι αρχίζει να μας γίνεται συνήθεια και να μη μας πειράζει που η Ελλάδα λείπει από την τελική φάση μιας μεγάλης, ή πιο σωστά της μεγαλύτερης διοργάνωσης. Αρχίζει να μας φαίνεται ότι το νορμάλ είναι αυτό που σήμερα ζούμε, εδώ και 4 χρόνια, με την Ελλάδα απούσα από τις διοργανώσεις, και ότι αυτό που ζήσαμε από το 2002 μέχρι το 2014, αυτή η χρυσή 12ετία δεν ήταν μόνο εξαίρεση στον ελληνικό ποδοσφαιρικό κανόνα· ήταν μια παρά φύση επιτυχημένη πορεία στο χρόνο και στις μεγάλες διοργανώσεις.
Τούτες τις μέρες, που η Γερμανία αναγάγει σε μείζον ζήτημα ποδοσφαιρικού προβληματισμού το αν έκανε ή όχι καλά ο Λεβ που απέκλεισε από την αποστολή τον Σανέ, που η Αγγλία προβληματίζεται σχετικά με την εμπειρία και την προσωπικότητα που κυκλοφορεί στο ρόστερ της, η Ισπανία με τον μέσο όρο ηλικίας της ομάδας και τις επιλογές για την επίθεση, η Πορτογαλία με το αν ο Σάντος έχει βρει αντίδοτο στην “χορτασίλα” της κατάκτησης του Euro και λύσεις για το κέντρο της άμυνας, η Ελλάδα ματαιώνει φιλικά με το Ιράν και φτιάχνει γραφείο για τον νέο … τοποτηρητή των FIFA και UEFA στην ΕΠΟ, λες και αυτός είναι που θα κουβαλήσει στις αποσκευές του το μαγικό ραβδί που θα λύσει τα προβλήματα. Ναι, η Ελλάδα βλέπει ότι δεν θα είναι μόνη στον καναπέ, ότι θα κάθονται πλάι της η Ιταλία και η Ολλανδία και … παίρνει κουράγιο. Μόνο που η Ιταλία και η Ολλανδία δεν έχουν την ελάχιστη αμφιβολία σχετικά με το πότε θα αρχίσουν τα επόμενα πρωταθλήματα στον τόπο τους, ούτε σχετικά με τον αριθμό των επαγγελματικών κατηγοριών και τον αριθμό των ομάδων που θα μετέχουν σε κάθε μια από αυτές.
Τέτοιες μέρες το καλοκαίρι του 2016, πάνω στις ετοιμασίες για την έναρξη του Euro, νόμιζα ότι ζούσαμε, σε εθνικό επίπεδο, τις χειρότερες ημέρες και “τα έβαζα” με τους ποδοσφαιριστές, που είχαν, μαζί με την Ομοσπονδία, στα μάτια μου την κύρια ευθύνη για τον ντροπιαστικό αποκλεισμό από την τελική φάση του Euro. Νόμιζα τότε ότι είχαν έρθει τα χειρότερα, διότι δεν είχα φανταστεί ότι η αντίστροφη μέτρηση για την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2018 θα μας έβρισκε να απορούμε για το αν θα υπάρχει πρωτάθλημα για να στηρίξει το άθλημα και να δίνει νόημα στην ύπαρξη μιας Εθνικής ομάδας που θα βάζει στόχους με ρεαλιστική απαίτηση ή έστω προσδοκία να τους επιτύχει.
Μια 4ετία απουσίας από τις μεγάλες διοργανώσεις αποδεικνύεται αρκετή για να βγάλει την Εθνική Ελλάδας “από τη μόδα”, δηλαδή από τις συζητήσεις και τις προτιμήσεις των πιτσιρικάδων που σήμερα διαλέγουν ποια από τις Εθνικές θα υποστηρίξουν στο Μουντιάλ. Αν κρυφακούσεις τις συζητήσεις των παιδιών και των εφήβων συνειδητοποιείς ότι το ποδόσφαιρο του τόπου τους φτάνει να τους απασχολεί ελάχιστα, αν όχι καθόλου. Κι αν είχαμε συμβιβαστεί με αυτό σχετικά με την απήχηση του πρωταθλήματος, τώρα πρέπει να συμβιβαστούμε και για το εθνικό ποδόσφαιρο. Κι αυτό πονάει περισσότερο.
Δέκα μέρες πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου οι μόνες αναφορές στην Εθνική Ελλάδας είναι αυτές που αφορούν την Πρωταθλήτρια Ευρώπης 2004 που ετοιμάζεται να δώσει, το ερχόμενο Σάββατο, ακόμη έναν αγώνα, απέναντι στην Ισπανία, προκειμένου να συναντηθεί με τους ποδοσφαιρόφιλους αλλά και να συνεχίσει την φιλανθρωπική δράση που με συνέπεια αναπτύσσει στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων. Τι το θέλουν κι αυτοί; Μαζεύονται και μας ξύνουν τις πληγές, και έπειτα μας ξαναβάζουν να αναρωτηθούμε πώς γίνεται όλοι αυτοί να μη βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης του εθνικού ποδοσφαίρου, πώς γίνεται να μένουν, οι περισσότεροι, έξω από το ποδόσφαιρο για να υπάρχουν σε αυτό όλες οι άγνωστες λέξεις που καταλαμβάνουν τα γραφεία διοίκησης και διεύθυνσης του ποδοσφαίρου στο Πάρκο Γουδή και κρατούν το ποδόσφαιρο στη σημερινή του κατάντια, όλοι αυτοί που κάνουν ότι μπορούν προκειμένου να μην ξαναδούμε ποτέ την Ελλάδα σε μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση.
Πηγή: Gazzetta

















