Του Βασίλη Σαμπράκου
Δεν είναι πολύ εύκολο να εξηγήσεις αναλυτικά τι πήγε στραβά στο παιχνίδι της Εθνικής απέναντι στην Εσθονία, επειδή πήγαν όλα στραβά. Δεν είναι εύκολο να αναλύσεις τι έκανε λάθος η Εθνική απέναντι στους Εσθονούς διότι τα έκανε όλα λάθος. Και δυστυχώς δεν είναι εύκολο να δει και να εκτιμήσει ο παρατηρητής πώς είναι δυνατόν να το καλύψει αυτό το λάθος η Εθνική ώστε να μην αποδειχθεί καταδικαστικό σε αυτή την προσπάθεια που κάνει για την πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2018. Διότι με το πρόγραμμα που έχει μπροστά της και το πρόγραμμα που έχουν μπροστά τους οι άλλες ομάδες που διεκδικούν την 2η θέση, δηλαδή η Βοσνία και η Κύπρος, σήμερα μοιάζει εξαιρετικά πιθανό να αποδειχθεί ότι οι βαθμοί που πέταξε απέναντι στην Εσθονία ήταν οι καθοριστικοί.
Στο χειρότερο βράδυ του σε αυτή την προκριματική φάση, ο Μίκαελ Σκίμπε έκανε πολλά καθοριστικά λάθη. Δεν είναι μόνο η συζήτηση περί των επιλογών του στις προσκλήσεις, για τις οποίες η κοινωνία του ελληνικού ποδοσφαίρου είχε για πρώτη φορά σοβαρές ενστάσεις και αμφιβολίες. Είναι η κακή, όπως αποδείχθηκε το βράδυ της Πέμπτης, ψυχική και πνευματική προετοιμασία της ομάδας του, η οποία έπαιξε σε ένα μεγάλο διάστημα του παιχνιδιού νωθρά, με συνείδηση φιλικού προετοιμασίας και όχι “τελικού πρόκρισης”. Και είναι, κυρίως αυτό, το κακό αγωνιστικό σχέδιο και η όλη προσέγγιση που έκανε στο παιχνίδι ο Γερμανός προπονητής, ο οποίος έσπασε μια καλή παράδοση που είχε δημιουργήσει σε αυτή την προκριματική φάση ετοιμάζοντας αγωνιστικά σχέδια που βοηθούσαν την Ελλάδα να λειτουργεί καλά και συνήθως αποτελεσματικά στο τερέν.
Ο Σκίμπε συμπεριφέρθηκε στο ματς με την εντύπωση ότι η διαφορά ποιότητας ανάμεσα στις δύο ομάδες θα έκανε μόνη της τη διαφορά και θα έκρινε τον νικητή. Νοιάστηκε μόνο να μην δώσει χώρο για αντεπιθέσεις στους Εσθονούς και για να σχεδιάσει το χτίσιμο των επιθέσεων που θα έκαναν οι ποδοσφαιριστές του στην φάση κατοχής της μπάλας. Η Ελλάδα δεν πίεσε ποτέ μαζικά και συντονισμένα την αντίπαλη άμυνα για να κλέψει τη μπάλα και να εκμεταλλευτεί κενούς χώρους. Προτίμησε να ξεκινά την άμυνά της στο μεσαίο τρίτο του τερέν, χωρίς ένταση. Κι όταν έπαιρνε την κατοχή, είχε να αντιμετωπίσει μια ομάδα που είχε έντεκα ποδοσφαιριστές πίσω από την μπάλα σε σχηματισμό 5-4-1 με συνέπεια να μη βρίσκει ποτέ χώρους. Χώρους όμως δεν βρήκε όχι μόνο επειδή οι Εσθονοί ήταν πίσω αλλά και επειδή οι ποδοσφαιριστές του δεν έκαναν τίποτα για να δημιουργούν αριθμητική υπεροχή: δεν κινήθηκαν χωρίς τη μπάλα ανάμεσα στις γραμμές άμυνας της Εσθονίας, και αντ’ αυτού προτίμησαν να σηκώνουν την μπάλα ψηλά και να κάνουν ένα είδος παιχνιδιού που ήταν πολύ προβλέψιμο και εύκολα αντιμετωπίσιμο για τους αντίπαλους τρεις κεντρικούς αμυντικούς.
Ο Σκίμπε έβλεπε την Εθνική του να γίνεται απολύτως προβλέψιμη λόγω της επιλογής του να ζητά να φτάνει η μπάλα στο αριστερό άκρο της επίθεσης, στα πόδια του Δώνη, και δεν έκανε τίποτα από αυτά που είχε κάνει σε προηγούμενα παιχνίδια για να βοηθήσει την ομάδα του να ξεπεράσει τα προβλήματα. Οι τρεις μεσοεπιθετικοί του δεν άλλαξαν ποτέ θέσεις και χώρους κίνησης, ο Δώνης και ο Μάνταλος δεν πήγαν ποτέ να παίξουν πίσω από τον Βέλλιο για να ποντάρει στην ντρίμπλα και την εκρηκτικότητά τους με τη μπάλα στο έδαφος, η Εθνική δεν έπαιξε ποτέ κάθετα, ο Φορτούνης δεν βρήκε ευκαιρίες να συνδυαστεί και να μπει στην περιοχή ή να σουτάρει με καλές προϋποθέσεις. Κι όλα αυτά είχαν ως συνέπεια να χάσει η Ελλάδα το πρώτο ημίχρονο, να το ξοδέψει απέναντι σε μια ομάδα που δεν τολμούσε να επιτεθεί οργανωμένα.
Κι ύστερα ήρθε το β’ ημίχρονο, δηλαδή το διάστημα στο οποίο εμφανίστηκε μια ομάδα που είχε περισσότερο πάθος αλλά είχε ήδη προδοθεί από τις φυσικές της δυνάμεις και δεν είχε το κουράγιο να βάλει την Εσθονία στην περιοχή της. Η Ελλάδα δεν αποπειράθηκε καν να κάνει επιθετική άμυνα, παρόλο που ο αντίπαλος τερματοφύλακας και οι αντίπαλοι κεντρικοί αμυντικοί έδειχναν συγκυριακά ότι θα είχαν μεγάλα προβλήματα ακρίβειας στις μεταβιβάσεις αν λειτουργούσαν υπό πίεση (χωρίς πίεση, η Εσθονία τελείωσε το ματς με 79% ακρίβεια στις μεταβιβάσεις). Η Εθνική δεν κατάφερε καν να δημιουργήσει τη στιγμή της, δηλαδή δεν βρήκε ρυθμό και δεν έβγαλε ένταση στο παιχνίδι της ούτε για ένα 10’λεπτο. Πίεσε άναρχα και χωρίς δυνάμεις στο τελευταίο τέταρτο του ματς, αλλά τότε της έλειπαν και η ένταση και η ποιότητα για να γίνει αποφασιστική και αποτελεσματική. Σε ένα ολόκληρο ημίχρονο, το β’, η Ελλάδα είχε όλη κι όλη μια τελική προσπάθεια εντός εστίας, δηλαδή είχε ακριβώς ίδια επίδοση με την Εσθονία.
Και τώρα; Για να μπορεί να εξαρτάται μόνο από τον εαυτό της και τα πόδια της στην μάχη για τη 2η θέση και τα μπαράζ, η Ελλάδα πρέπει να νικήσει το Βέλγιο την Κυριακή στο Καραϊσκάκη. Διότι διαφορετικά, η λογική λέει, η Βοσνία θα εκμεταλλευτεί τα δικά της ματς στο Γιβραλτάρ και την Εσθονία και θα προσπεράσει, την ίδια ώρα που η Ελλάδα θα έχει να πάει στην Κύπρο για να παίξει απέναντι σε έναν αντίπαλο που θα διατηρεί ελπίδες 2ης θέσης, ειδικά μάλιστα αν η Κύπρος καταφέρει να νικήσει την ερχόμενη Κυριακή στην Εσθονία.
Πόσο πιθανό είναι να νικήσει η Ελλάδα το Βέλγιο την ερχόμενη Κυριακή; Οσο αδιάφοροι και αν παρουσιαστούν οι Βέλγοι, η χθεσινή Εθνική δεν μπορεί να νικήσει. Για να έχει ελπίδες και πιθανότητες, η Ελλάδα πρέπει να παίξει με την ένταση, το πάθος, την τακτική προσήλωση και την αποτελεσματικότητα που είχε στο ματς του Βελγίου και στο φιλικό με την Ολλανδία. Θα της χρειαστεί εκείνος ο χαρακτήρας αν θέλει να παίξει με τις πιθανότητές της. Την Πέμπτη στο Καραϊσκάκη εμφανίστηκε μια υπνωτισμένη Εθνική, καθοδηγούμενη από έναν υπνωτισμένο προπονητή. Ακόμη και αν ξυπνήσουν, μπορεί να είναι αργά, διότι είναι τέτοια η ποιότητα του Βελγίου που μπορεί να επικρατήσει και επί μιας ξυπνητής Ελλάδας. Αν δεν ξυπνήσουν…
Πηγή: Gazzetta
















