Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Βιέννη. Η πόλη της κλασικής μουσικής, της κομψότητας και των μεγαλοπρεπών παλατιών, των οποίων οι σκιές μοιάζουν να ψιθυρίζουν ιστορίες περασμένου μεγαλείου. Το κέντρο των εκλεπτυσμένων καφέ, της απαράμιλλης αισθητικής και της καλλιτεχνικής έκφρασης, εκεί όπου η Art Nouveau άφησε έντονο το αποτύπωμά της στον 20ό αιώνα.
Την ηρεμία που αποπνέει με την πρώτη ματιά έρχεται να διαταράξει μια άγρια συμφωνία, όχι από εκείνες του Μότσαρτ ή του Μπετόβεν. Η παράσταση δεν εκτυλίσσεται σε λαμπρές αίθουσες γεμάτες καλοντυμένο κοινό, αλλά πάνω στο γρασίδι, μέσα σε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση και πάθος.
Δύο φορές τον χρόνο, η αυστριακή πρωτεύουσα χωρίζεται στα δύο, καθώς πλησιάζει το ποδοσφαιρικό ντέρμπι ανάμεσα στην Αούστρια Βιέννης και τη Ραπίντ Βιέννης. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, μια διαρκής σύγκρουση αντιθέσεων, μια αντιπαλότητα που γεννήθηκε στους δρόμους της πόλης, όταν οι κοινωνικές διαφορές αποτυπώθηκαν στις φανέλες των δύο συλλόγων.
Το Derby Stories περιμένει τη στιγμή που η μπάλα θα κυλήσει στο χορτάρι και η Βιέννη θα κρατήσει την αναπνοή της, έστω και για μια στιγμή, με τη σέντρα του Αούστρια – Ραπίντ. Πρόκειται για την έκφραση μιας πόλης που κάποτε χωρίστηκε ανάμεσα στις λεωφόρους των ευγενών και στα σοκάκια των απλών ανθρώπων, ανάμεσα στα σαλόνια και στις αυλές των εργοστασίων.
Οι εργάτες και η αστική ελίτ των καφέ
Αν υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που ενώνει τους δύο συλλόγους, αυτό είναι η πλούσια τροπαιοθήκη τους. Πρόκειται για τις δύο πιο επιτυχημένες ομάδες της Αυστρίας, παρότι την τελευταία δεκαετία βρίσκονται στη σκιά της Ζάλτσμπουργκ. Η τελευταία από τις δύο που κατέκτησε το πρωτάθλημα ήταν η Αούστρια Βιέννης τη σεζόν 2012/13.
Η ιστορία, ωστόσο, δεν διαγράφεται. Και οι δύο σύλλογοι έχουν κοινή γεωγραφική αφετηρία, καθώς ιδρύθηκαν στο Χίτσινγκ, μια δυτική συνοικία της Βιέννης. Πρώτη εμφανίστηκε η Ραπίντ Βιέννης το 1897, από μια ομάδα μεταλλουργών και εργαζομένων σε εργοστάσιο καπέλων, αποκτώντας γρήγορα τη φήμη του συλλόγου της εργατικής τάξης.

Αντίθετα, η Αούστρια Βιέννης ιδρύθηκε το 1911 σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον. Συνδέθηκε με τη μεσαία και ανώτερη τάξη της πόλης, τους διανοούμενους και τους θαμώνες των καφέ, αποκτώντας μια πιο εκλεπτυσμένη ταυτότητα.
Η κοινωνική αυτή διαφορά καθόρισε την ταυτότητα των δύο συλλόγων και δημιούργησε μια αντιπαλότητα που ξεπερνά τα όρια του ποδοσφαίρου. Οι υποστηρικτές της Ραπίντ προέρχονταν κυρίως από τις εργατικές συνοικίες, ενώ εκείνοι της Αούστρια από πιο εύπορες περιοχές. Το χάσμα ήταν σαφές και η επιλογή «στρατοπέδου» σχεδόν αναπόφευκτη.
Αυτή η αντίθεση αντικατοπτρίζεται ακόμη και στον τρόπο παιχνιδιού. Η Ραπίντ χαρακτηρίζεται από δύναμη, ένταση και μαχητικότητα, ενώ η Αούστρια δίνει έμφαση στην τεχνική, την κομψότητα και το δημιουργικό ποδόσφαιρο.
Ο «Μότσαρτ των γηπέδων» και ο πόλεμος
Το ντέρμπι της Βιέννης είναι ένα από τα παλαιότερα και πιο φορτισμένα στην Ευρώπη, με εκατοντάδες αναμετρήσεις από το 1911. Και οι δύο ομάδες έχουν διατηρήσει την παρουσία τους στην κορυφαία κατηγορία, ενισχύοντας τη σημασία της αντιπαλότητάς τους.
Η ιστορία τους συνδέεται με δύσκολες περιόδους, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής προσάρτησης της Αυστρίας το 1938. Πολλοί παίκτες και μέλη συλλόγων διώχθηκαν, ενώ το μεγαλύτερο αστέρι της Αούστρια, ο Ματίας Ζίντελαρ, γνωστός ως «Μότσαρτ των γηπέδων», πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες από δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, σε ηλικία 35 ετών. Την ίδια περίοδο, η Ραπίντ κατέκτησε το πρωτάθλημα Γερμανίας το 1941, πετυχαίνοντας μια εντυπωσιακή ανατροπή στον τελικό απέναντι στη Σάλκε, μπροστά σε 95.000 θεατές στο Βερολίνο.
Για σχεδόν τριάντα χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έως και τα τέλη του ’80, η Αούστρια και η Ραπίντ Βιέννης συγκρούονταν αδιάκοπα για την εγχώρια κυριαρχία, σε μια περίοδο που το αυστριακό ποδόσφαιρο αναζητούσε παράλληλα την αναγνώριση πέρα από τα σύνορα. Οι μεταξύ τους μονομαχίες καθόριζαν τίτλους, εποχές και γενιές φιλάθλων, ενώ και οι δύο σύλλογοι επιχείρησαν να γράψουν το όνομά τους στον ευρωπαϊκό χάρτη. Πλησίασαν την κορυφή, άγγιξαν τη δόξα, όμως ποτέ δεν κατάφεραν να την κατακτήσουν. Η Αούστρια έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1978, ενώ η Ραπίντ ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι δύο φορές, το 1985 και το 1996, χωρίς όμως να ολοκληρώσει το όνειρο με την κατάκτηση του τροπαίου.

Η μεταξύ τους ένταση δεν ήταν ποτέ απλώς μια αθλητική αντιπαλότητα. Ήταν ένα βαθιά ριζωμένο συναίσθημα, μια διαρκής σύγκρουση που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκραγεί. Και αυτή η στιγμή ήρθε με τον πιο βίαιο τρόπο τη σεζόν 2005/06. Στην 80ή μεταξύ τους αναμέτρηση, ο τερματοφύλακας της Αούστρια, Τζόι Ντιντούλιτσα, βγήκε εκτός περιοχής για να ανακόψει μια βαθιά μπαλιά, συγκρουόμενος με σφοδρότητα με τον επιθετικό της Ραπίντ, Άξελ Λαβαρί. Η γονατιά του στο πρόσωπο του αντιπάλου του προκάλεσε σοκ. Ο Λαβαρί κατέρρευσε, έχοντας υποστεί κατάγματα στο σαγόνι και τη μύτη, καθώς και σοβαρή βλάβη στο μάτι. Η εικόνα εκείνης της στιγμής χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη όσων την παρακολούθησαν.
Η υπόθεση έφτασε μέχρι τις δικαστικές αίθουσες. Ο Ντιντούλιτσα τιμωρήθηκε αρχικά με χρηματικό πρόστιμο 60.000 ευρώ για σωματική βλάβη από αμέλεια, ωστόσο αργότερα απαλλάχθηκε. Η ειρωνεία της ιστορίας ήταν σχεδόν ποιητική: λίγα χρόνια νωρίτερα, το 2001, ο ίδιος τερματοφύλακας είχε αναγκαστεί να αποσυρθεί προσωρινά από το ποδόσφαιρο εξαιτίας επαναλαμβανόμενων τραυματισμών στο κεφάλι και τον αυχένα — τα ίδια σημεία που στιγμάτισαν την πιο σκοτεινή στιγμή της καριέρας του.
Το περιστατικό εκείνο δεν δημιούργησε την αντιπαλότητα. Απλώς την έκανε πιο ωμή, πιο έντονη, πιο επικίνδυνη. Οι σχέσεις των οπαδών είχαν ήδη διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες αντιπαράθεσης, όμως από εκείνο το σημείο και μετά, το όριο μεταξύ πάθους και οργής έγινε ακόμη πιο λεπτό. Τα επεισόδια που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν ότι το ντέρμπι της Βιέννης ξεπερνούσε κατά πολύ τα 90 λεπτά ενός αγώνα.
Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, η ένταση ξέφυγε ξανά από κάθε έλεγχο. Μετά τη λήξη του αγώνα, οπαδοί των δύο ομάδων συγκρούστηκαν, ανταλλάσσοντας φωτοβολίδες, καπνογόνα και αντικείμενα, μετατρέποντας τον περιβάλλοντα χώρο σε πεδίο μάχης. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το 2011, φίλοι της Ραπίντ, εξοργισμένοι βλέποντας την ομάδα τους να χάνει μέσα στο ίδιο της το γήπεδο από πολύ νωρίς, εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο. Ο αγώνας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Η ένταση αυτή εκφράστηκε ακόμη και με τρόπους που άγγιζαν τα όρια της συμβολικής διαμαρτυρίας. Το 2013, μετά από μια οδυνηρή ήττα από τη Ζάλτσμπουργκ, οπαδοί της Ραπίντ προχώρησαν σε μια πράξη που έμοιαζε περισσότερο με μήνυμα παρά με βανδαλισμό. Έχτισαν έναν τοίχο από τούβλα μπροστά από τα γραφεία της ομάδας, σαν να ήθελαν να αποκλείσουν συμβολικά τη λειτουργία του συλλόγου. Ήταν μια σιωπηλή, αλλά εκκωφαντική δήλωση απογοήτευσης: τίποτα δεν μπορούσε να συνεχιστεί κανονικά όταν η ομάδα δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες τους.
Παρότι η Ζάλτσμπουργκ έχει πλέον αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη του αυστριακού ποδοσφαίρου και εκπροσωπεί τη χώρα σταθερά στις κορυφαίες ευρωπαϊκές διοργανώσεις, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη σημασία του ντέρμπι της Βιέννης. Για τους οπαδούς της Αούστρια και της Ραπίντ, αυτό το παιχνίδι δεν μετριέται σε βαθμούς ή τίτλους. Είναι μια σύγκρουση ταυτότητας και ιστορίας, μια αναμέτρηση που φέρει το βάρος γενεών.
Είναι η στιγμή που η πόλη χωρίζεται ξανά στα δύο. Και για εκείνους που ζουν γι’ αυτό το ντέρμπι, η νίκη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα. Είναι επιβεβαίωση ύπαρξης.
Πηγή: Gazzetta
















