Του Νίκου Παπαδογιάννη
To αγαπημένο μου πρωινό, για ώρες δουλειές μιλάμε, έρχεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Ξύπνημα, καφές, ξύρισμα, σημαιοστόλισμα, γούρια, όλα στη θέση τους, τελευταίες συνεννοήσεις, το δισάκι στον ώμο και δρόμο, για ραντεβού με την επίσημη αγαπημένη.
Πάντοτε με τα πόδια, ακόμα και αν βρέχει όπως σήμερα στο Ελσίνκι, για να γεμίζουν τα κύτταρα με προσμονή και με ατμόσφαιρα. Έπειτα, έρχεται το άγχος, το τζάμπολ, η πρεμιέρα, η πρεμούρα.
Κάθε χρόνο σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι το τελευταίο, ότι δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή και αν θα έχουμε και αύριο το αποκούμπι του μπάσκετ.
Φέτος το εννοώ κιόλας. Νομίζω ότι το Εurobasket 2017 θα είναι το κύκνειο άσμα της Εθνικής όπως τη γνωρίζουμε. Εύχομαι να μην είναι φάλτσο.
Η πρεμιέρα του ’87 με βρήκε κάπου στις εξέδρες του ΣΕΦ, να παρακολουθώ Ελλάδα-Ρουμανία ως φίλαθλος, ανυποψίαστος για όσα κοσμονογικά θα ακολουθούσαν.
Δύο χρόνια αργότερα, το επόμενο Εurobasket ξεκίνησε με μία ταπεινωτική σφαλιάρα που μας υπενθύμισε ότι μάλλον ήμασταν κομήτες, όπως μας προειδοποιούσαν οι Κασσάνδρες και οι σοφοί της εποχής: Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία 68-103.
Το δυστυχές, για τις Κασσάνδρες και τους σοφούς της εποχής, ήταν ότι οι αγώνες στο Ζάγκρεμπ ολοκληρώθηκαν με ένα ματς-καρμπόν, μόνο που αυτό ήταν τελικός και ο ηττημένος γελούσε σαρδόνια για τη μεταλλιάρα που κρεμόταν από το στήθος του…
Θυμάμαι τραυματικές πρεμιέρες, όπως εκείνη του 1999 στη Ντιζόν, όταν χάσαμε από την άσημη Γερμανία του πρωτόβγαλτου Νοβίτσκι, με καλάθι ενός (σχεδόν) Σέρβου ονόματι Μπογκόγιεβιτς στην εκπνοή.
Η κακή, στραβή και ανάποδη μέρα, τότε, φάνηκε από το πρωί. Δύο μέρες μετά, ψάχναμε τα αξιοθέατα της Γαλλίας για να περάσουμε το μελαγχολικό δεκαήμερο με τις διαρκείς μετακινήσεις (Ντιζόν-Λεμάν-Παρίσι) και την απουσία του γαλανόλευκου από τον καμβά.
Η αγαπημένη πρεμιέρα ήταν η αμέσως επόμενη, το 2001 στην Αττάλεια, 31 Αυγούστου σαν σήμερα, όταν η ανανεωμένη Εθνική νίκησε την πρωταθλήτρια Ευρώπης Ιταλία, με τρίποντο του Φραγκίσκου Αλβέρτη στην εκπνοή από τη γωνία, 10 μέτρα από το σημείο όπου καθόμου. (φωτ.)
«Η Ελλάδα επιστρέφει», λέγαμε, αλλά πριν στεγνώσει η σαμπάνια κλαίγαμε. Οι Γερμαναράδες επέστρεψαν από το -22 και η Εθνική μας γύρισε πρόωρα στο σπίτι (75-80).
«Μη στενοχωριέσαι Κώστα», έλεγε ο Συρίγος στην Πετρόπουλο και τον αγκάλιαζε στοργικά. Το επόμενο πρωινό, η Ελευθεροτυπία βγήκε με τίτλο: «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν».
Παρόμοιο θρίλερ, με παρόμοια κατάληξη, ζήσαμε το 2003, επί Ιωαννίδη, στο Μπόρας (Μπουρός το λένε οι ντόπιοι) της Σουηδίας, άλλη μία κουκκίδα στον χάρτη.
Αυτή τη φορά, ήρωας της τελευταίας στιγμής ήταν ο Χρήστος Χαρίσης και θύμα η Κροατία (77-76), μέσα σε παραλήρημα από τους εκδρομείς που τα βράδια κυοφορούσαν τον σύνδεσμο των «Πελαργών».
Καθισμένος πίσω από το απέναντι καλάθι, θυμάμαι, μέχρι σήμερα, τη μπάλα να διαγράφει μία ψηλοκρεμαστή τροχιά μετά το σουτ απελπισίας του Γκίριτσεκ και να σκάει με πάταγο πάνω στη στεφάνη.
Για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, φοβόμουν ότι θα μας άφηνε ξερούς…
Τα τελευταία χρόνια, η τύχη φροντίζει να φέρει πρώτο στον δρόμο της Εθνικής κάποιο βολικό θύμα, για να φτάσουμε στα βαθιά βήμα βήμα.
Πέρυσι στο Τορίνο ήταν το Ιράν (78-53), πρόπερσι στο Ζάγκρεμπ η FYROM (85-65), το 2014 στη Σεβίλλη η Σενεγάλη (87-64), το 2013 στο Κόπερ η Σουηδία (79-51), το 2012 στο Καράκας η Ιορδανία (107-63) το 2011 στο Αλίτους η Βοσνία (76-67), το 2010 στην Άγκυρα η Κίνα (89-81), το 2009 στο Πόζναν πάλι η FYROM (86-54).
Tώρα που τα ξανακοιτάζω, η Εθνική μετράει ένα σερί από 8 νικηφόρες πρεμιέρες, με μέση διαφορά +23,5 πόντων!
Τελευταία φορά που ξεκίνησε μία επίσημη διοργάνωση με το αριστερό πόδι ήταν το 2008, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, όταν εισέπραξε 15άρα από την πανίσχυρη Ισπανία, η οποία βασάνισε ακόμα και τους Αμερικανούς στον αλησμόνητο τελικό.
Το 2007 νίκησε σχετικά άνετα τους Ισραηλινούς, το 2006 χρειάστηκε ένα ημίχρονο για να ξεπεράσει το τζετ-λαγκ απέναντι στο Κατάρ, ενώ το 2005 διαμέλισε με 64-50 τους ίδιους Γάλλους που παρ’ολίγον να της κάνουν τη ζημιά στον μετέπειτα ημιτελικό.
Αλήθεια, θυμάστε την πρεμιέρα του 2004 στο Ελληνικό; Η παράσταση της Εθνικής απέναντι στην Αυστραλία ήταν τόσο πειστική (76-54), ώστε τα τελευταία λεπτά κύλησαν με σάουντρακ την ιαχή «σήκωσέ το».
Με δεδομένο και το πλεονέκτημα της έδρας, δεν ήταν δα ανεδαφική η προσταγή. Η ομάδα, όμως, ήταν ακόμη άγουρη και ξεγυμνώθηκε τέσσερα βράδια αργότερα, στα χέρια των Λιθουανών.
Έστω και έτσι, ο ρημαδιασμένος ο προημιτελικός με την Αργεντινή χάθηκε για ένα σουτ, για ένα ριμπάουντ, για δύο βολές, όπως και ο επόμενος, στο Πεκίνο. Ακόμα και σήμερα, τους βλέπω στον ύπνο μου και πετάγομαι κάθιδρος.
Με λίγη τύχη και ακόμα λιγότερο Τζινόμπιλι (και Ντελφίνο και Σκόλα και Νοσιόνι και Πριχιόνι και Χέρμαν), η Ελλάδα θα είχε στην πλούσια συλλογή της δύο Ολυμπιακά μετάλλια.
Φρέσκα κουλούρια, φωνάζει ο κουλουράς. Σε λίγες ώρες περιμένει την Εθνική η «άγραφη» Ισλανδία, από την απομονωμένη (αλλά πανέμορφη) χώρα των γκέιζερ, των ηφαιστείων, της Μπγιορκ και των 332.000 κατοίκων.
Α, λησμόνησα να σας πω ότι κάποτε παίξαμε και με δαύτους πρεμιέρα, στο Προολυμπιακό τουρνουά του 1992, στη Μούρθια.
Ήταν μια άλλη, αλλά εξίσου ταραγμένη ωστόσο Εθνική Ελλάδας, στην οποία τα ξανθά παιδιά από τον βορρά έκαναν τη ζωή μαρτύριο, πριν παραδοθούν με το κολακευτικό για τους ίδιους 77-73.
Αν ήμουν ο Σκουντής θα σας έγραφα και τις συνθέσεις, αλλά επειδή δεν είμαι αρκούμαι να σημειώσω από μνήμης ότι μας ρήμαξαν στα τρίποντα, με πρωτοπόρο έναν Bάλουρ Ιγκιμούνταρσον.
Χθες, που ρώτησα, μου είπαν ότι είναι ο αρχισκόρερ όλων των εποχών στο μπάσκετ της Ισλανδίας, ένας Γκάλης των γκέιζερ…
Η Εθνική ηττήθηκε στα δύο κρίσιμα ματς από Γερμανούς και Κροάτες, οπότε έχασε την ευκαιρία να βγάλει σέλφι με τον Τζόρνταν, τον Μάτζικ και τον Μπερντ. Χρειάστηκε να περιμένει άλλη μία τετραετία πριν παρελάσει για πρώτη φορά σε Τελετή Έναρξης.
Στην Ατλάντα, βέβαια, την περίμεναν με το «good morning» οι Γιουγκοσλάβοι για το πατροπαράδοτο στραπάτσο (63-71). Το ίδιο συνέβη και έναν χρόνο νωρίτερα, στο Ευρωμπάσκετ, επί ελληνικού εδάφους μάλιστα (80-84).
Τουλάχιστον τότε χάναμε από τον Ντίβατς και από τον Ντανίλοβιτς. Εάν υποψιαστώ ότι σήμερα η Εθνική θα δει τις πλάτες του Χλίνασον, που ανακαλύφθηκε πριν από 4 χρόνια ενώ έβοσκε πρόβατα, σαν τίμιος γίγαντας, θα φάω το καπέλο μου και μία μερίδα μπακαλιάρο απνευστί.
Ο μπακαλιάρος δεν μου αρέσει καθόλου.
Πηγή: Gazzetta














