Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Η αρθρογραφία ΠΑΟ και ΑΕΚ μετά το μεταξύ τους ντέρμπι υπήρξε διασκεδαστική για τον ουδέτερο αναγνώστη. Πεντακάθαρη νίκη είδαν οι μεν, ανεπανάληπτη σφαγή οι δε. Οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι, σας διαβεβαιώνω, θα έγραφαν τα ακριβώς αντίθετα αν και τα σφυρίγματα του διαιτητή ήταν αντίθετα. Πρόκειται για μια παθογένεια του επαγγέλματος (δημοσιογράφοι που αντιλαμβάνονται τα πράγματα και αρθρογραφούν σαν οπαδοί) που υπάρχει χρόνια και προφανώς δεν θα αλλάξει. Όπως δεν θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο κυρίως οι μεγάλες ΠΑΕ προσπαθούν να φέρουν την πραγματικότητα στα μέτρα τους, να ελέγξουν το παρασκήνιο, να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη. Σε κάποιο βαθμό συμβαίνουν παντού. Στην Ελλάδα απλώς όλο αυτό εκλύει τόνους τοξικότητας που βλάπτει σοβαρά την υγεία όσων ασχολούνται με το πρωτάθλημα και βέβαια, όπως πολύ σωστά έγραψε ο Αλέξης Σπυρόπουλος, βλάπτει σοβαρά την υγεία του ελληνικού ποδοσφαίρου που βλέπει πλέον ακόμα και τους ομίλους του Κόνφερενς Λιγκ με το κιάλι.
Μέχρι εδώ όλα καλά (που λέει ο λόγος). Από εδώ κι εμπρός και με αφορμή τα παραπάνω ξεκινά το τσουβάλιασμα. Στη λογική «όλοι ίδιοι είναι», όλοι έχουν το ίδιο μερίδιο ευθύνης αυτήν την κατάντια, όλοι μαζί ας κάνουν την αυτοκριτική τους. Εντάξει, ας την κάνουν, κανένα πρόβλημα. Μόνο που δεν είναι όλοι ίδιοι. Και δεν εννοώ ως άνθρωποι ή επιχειρηματίες. Για τις ανάγκες ετούτου του κειμένου δεν με ενδιαφέρει τι είδους επιχειρηματίες είναι ο Βαγγέλης Μαρινάκης, ο Δημήτρης Μελισσανίδης, ο Ιβάν Σαββίδης, ο Γιάννης Αλαφούζος (παρότι κι εκεί υπάρχουν ενδείξεις και εξηγήσεις για πολλά άλλα).
Όσον αφορά στην ποδοσφαιρική πρακτική τους όμως, όταν τους βάζουμε όλους μαζί στο ίδιο τσουβάλι, επί της ουσίας εξυπηρετούμε τον Ολυμπιακό.
Το σημερινό μοντέλο επιτυχίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ισχυρός πρόεδρος με διασυνδέσεις που ελέγχει τα πάντα άρα και ισχυρή ομάδα, έχει βαθιά ιστορία. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης το προσωποποίησε περισσότερο από τους προηγούμενους προέδρους της εποχής του, όμως ο Σωκράτης Κόκκαλης το έφτασε σε άλλο επίπεδο. Μιλάμε για καταστάσεις πρωτοφανείς, όπου οι σκοτεινές πρακτικές όχι απλώς δεν κρυβόταν, αλλά γινόταν ακόμα και αιτία για καύχημα. Η «παράγκα» αποτελούσε κοινό μυστικό και δεν αποκλείω ο Κόκκαλης να υπερηφανευόταν κιόλας για αυτήν. Η Ριζούπολη, μέχρι και σήμερα, δεν είναι μαύρη σελίδα για τον Ολυμπιακό. Είναι μνημείο θριάμβου. Και αρκετοί αν όχι οι περισσότεροι οπαδοί όλων των ομάδων είτε κρυφά, είτε φανερά, ήθελαν πάντα (και θέλουν) «μια προεδράρα που να γ…ει και να δέρνει και άμα λάχει να φέρνει Ριβάλντους και Μαρσέλους».
Η σημερινή διοίκηση πήρε όλες τις παθογένειες της διοίκησης Κόκκαλη και τις εκτόξευσε στη στρατόσφαιρα. Στην εποχή της παρασκηνιακής παντοδυναμίας της με ποδοσφαιρικά εγκλήματα άνευ προηγουμένου, δεν έβλεπε κανέναν και χλεύαζε, απαξίωνε, φρόντιζε να απολυθεί όποιος τολμούσε να μιλήσει ή να γράψει για όσα συνέβαιναν.
Αυτή η καθεστωτική νοοτροπία άνευ προηγουμένου δεν άλλαξε ούτε όταν με συντονισμένη προσπάθεια των άλλων (που μέχρι ενός σημείου κατόρθωσαν να συνεργαστούν) έσπασε το απόστημα της ΕΠΟ. Απλώς η αλαζονεία των Ερυθρολεύκων μετατράπηκε σε αδιανόητη, ουρανομήκη γκρίνια για τους πάντες και τα πάντα. Είναι σχεδόν αδύνατον ο Ολυμπιακός να κάνει γκέλα στο πρωτάθλημα και να μη βγάλει ανακοίνωση για τη διαιτησία ή να μην επιδοθεί ολόκληρο το σύστημα ΜΜΕ και δημοσιογράφων επιρροής του σε κρεσέντο παραπληροφόρησης και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Επί της ουσίας, πέρα από καθαρόαιμη και χοντροκομμένη προπαγάνδα, όλα αυτά συνιστούν και μια καλά υπολογισμένη προσπάθεια εκφοβισμού. Η COSMOTE TV που πληρώνει ένα τσουβάλι λεφτά στον Ολυμπιακό, αλλάζει σπίκερ μέχρι να βρει κάποιον αρεστό στους Πειραιώτες (ενίοτε απολύει κιόλας) και αποδέχεται να μην κάνουν δηλώσεις ο προπονητής και οι παίκτες της ομάδας, επειδή θύμωσαν με τον Φωτιά, «κρεμώντας» στον αέρα την τηλεοπτική εκπομπή της πλατφόρμας. Σε μια κανονική χώρα, υπάρχουν ρήτρες και πρόστιμα για την άρνηση δηλώσεων προς τον συμβεβλημένο τηλεοπτικό πάροχο. Στην Ελλάδα υπάρχει το δίκαιο του Ολυμπιακού.
Δεν μπαίνω καν σε επί μέρους περιστατικά (επιθέσεις και ξυλοδαρμούς σε δημοσιογράφους και διαιτητές, αφίσες επικήρυξης για άλλους δημοσιογράφους κ.ά.) τα οποία άλλωστε είναι πολύ πιθανό να μην έχουν οποιαδήποτε σχέση με την διοίκηση του Ολυμπιακού.
Εντωμεταξύ όλα αυτά αντιμετωπίζονται από την πλειονότητα των Μέσων Ενημέρωσης, είτε με αδιαφορία του στιλ «εμείς μιλάμε μόνο για ποδόσφαιρο», είτε με γενικόλογα, είτε με το τσουβάλιασμα που έλεγα και πριν. Κυρίως δηλαδή με φόβο στη λογική «κάτσε να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο». Το bullying πιάνει.
Ασφαλώς ψήγματα του συγκεκριμένου modus operandi βρίσκει κανείς και στους υπόλοιπους μεγάλους. Ευτυχώς όμως υπάρχει διαφορά. Ακόμα τουλάχιστον. Να σας πω το πιο απλό παράδειγμα το οποίο όλοι οι συνάδελφοι καταλαβαίνουν. Ας πούμε ότι κάποιος του SDNA, ο Βασίλης Παπαθεοδώρου ή ακόμα κι εγώ που δεν πολυξέρουν τη φάτσα μου, θελήσουμε να πάμε «Καραϊσκάκης» για να καλύψουμε ένα ματς. Τι πιστεύετε ότι θα συμβεί; Ρητορικό το ερώτημα.
Αφορά σε πολλούς ακόμα. Και τούτη είναι μια ανησυχία που δεν υφίσταται (σε τέτοιο βαθμό) για κανένα άλλο γήπεδο της χώρας.
Δεν είναι λοιπόν όλοι ίδιοι. Μα όσο επιμένουμε ότι είναι, δεν αποκλείεται τελικά και να γίνουν.
Πηγή: Sport DNA





















