Του Νίκου Παπαδογιάννη
O ηγέτης βρισκόταν καθηλωμένος στον πάγκο, η εξέδρα που άλλες φορές προσφέρει «σπόρια» έχασκε άδεια, το ποιοτικό υλικό του αντιπάλου εκτόξευε βρυχηθμούς, ο μπαμπούλας της τρίτης συνεχόμενης ήττας απειλούσε να πέσει σαν χιονοστιβάδα στα κεφάλια των «πρασίνων».
Ωστόσο, παίκτες που κλήθηκαν να σηκώσουν ασυνήθιστα βάρη φώναξαν «εγώ», φανέλες που άλλοτε μένουν στεγνές έσταξαν από ιδρώτα και το …VAR ήρθε ως από μηχανής θεός για να γίνει φύλακας άγγελος.
Στο τέλος ενός δύσκολο πενθημέρου, ο Παναθηναϊκός έσκασε ένα αχνό χαμόγελο που όσο περνούν οι ώρες θα γίνεται πιο πλατύ.
Η Φενέρμπαχτσε μπορεί να μοιάζει μα φάντασμα του καλού εαυτού της, αλλά ουδείς δικαιούται να θεωρεί αυτονόητη μία νίκη επί του Ζέλικο Ομπράντοβιτς. Ούτε καν ο Ρικ Πιτίνο.
Στις πρώτες δηλώσεις του μετά το ματς, ο Αμερικανός δήλωσε υπερήφανος για την άμυνα του Τζίμερ Φρεντέτ, «διότι αυτή μας έδωσε τη νίκη στην γ’ περίοδο».
Μπορεί να το είπε καθ’ υπερβολήν, αλλά το μήνυμα που κρυβόταν ανάμεσα στις λέξεις ήταν σαφές. Όταν οι παίκτες ξεπερνούν τον εαυτό τους και αλλάζουν μανδύα, θα συμβούν ωραία πράγματα.
Ο Φρεντέτ δεν έπαιξε σπουδαία άμυνα, ούτε όμως ήταν τροχονόμος όπως σε προηγούμενα παιχνίδια. Τη διαφορά την έκανε όχι τόσο στο τρίτο δεκάλεπτο, όσο στο φινάλε, όταν ο Παναθηναϊκός χρειάστηκε να παίξει (ουσιαστικά 9 συνεχόμενα λεπτά) χωρίς τον Νικ Καλάθη.
Ο Πιτίνο ρίσκαρε με σχήμα Φρεντέτ + Ράις στην περιφέρεια, αφού τέταρτος ετοιμοπόλεμος γκαρντ δεν υπήρχε. Πάλι καλά που ο Ρίον Μπράουν έδωσε ένα τριποντάκι, όταν επιστρατεύτηκε.
Ο ξεχασμένος Τζόνσον θα ήταν μια κάποια λύσις για καλύτερη άμυνα, αλλά θα έφερνε μαζί του άλλου είδους ρίσκα (στον χειρισμό τις μπάλας, στις βολές, ίσως και στν προσωπική άμυνα απέναντι στο χαμηλό σχήμα του «Ζοτς»).
Ο Φρεντέτ και ο Ράις θαλάσσωσαν από μία επίθεση, αλλά έβαλαν 7/8 βολές και κουτσά στραβά κράτησαν το πόστο τους στα μετόπισθεν.
Μετά το τελικό βιράζ, το μεγαλύτερο κόλπο του Παναθηναϊκού δεν ήταν κάποιο τρίποντο ή κάρφωμα, αφού άλλωστε το κοντέρ έγραψε 2/9 σουτ και 6 λάθη στη δ’ περίοδο, αλλά ένα κλέψιμο του Ταϊρίς Ράις απέναντι στον Κώστα Σλούκα, με το σκορ στο 76-74, μετά από επιθετικό ριμπάουντ.
Ήταν η μοναδική στιγμή στην οποία η Φενέρ είχε τη δυνατότητα να προσπεράσει. Το χρονόμετρο έγραφε 00.20 και το σκηνικό για το τούρκικο ριφιφί είχε στηθεί.
Υπήρξαν και άλλοι παίκτες του Παναθηναϊκού που διακρίθηκαν σε «ξένους» τομείς, με πρώτο τον Γιώργο Παπαγιάννη, που έδωσε παντού αμυντικές βοήθειες, νικήθηκε ελάχιστες φορές και αξιοποίησε με 10 πόντους τις 7 μπάλες που πήρε.
Ο Ντίνος Μήτογλου ήταν εξίσου καλός, ενώ η άνοδος των Τόμας, Παπαπέτρου μετά την ανάπαυλα έδωσε στην ομάδα σκορ από όλες τις θέσεις της πεντάδας.
Ο απολογισμός των ριμπάουντ στο δεύτερο μέρος, 23-16, ήταν το κλειδί της επιτυχίας, αφού ο Παναθηναϊκός είναι από τις χειρότερες ομάδα της διοργάνωσης στον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας.
Η νίκη θα ερχόταν πιο εύκολα, αν έλειπαν κάποια χαζά λάθη στη σέντρα. Η Φενέρ έκλεψε τη μπάλα 11 φορές λες και οι παίκτες της είχαν δάχτυλα με μαγνήτες και κάπως έτσι βρήκε στον αιφνιδιασμό τους πόντους που της έλειπαν απέναντι σε οργανωμένη άμυνα.
Δεν κερδίζει εύκολα ομάδα με 5/23 τρίποντα, ιδίως όταν αυτά συνδυάζονται με 42% στα δίποντα στο β’ ημίχρονο (έναντι 76% στο α’).
Η παρουσία του Παπαγιάννη στη ρακέτα έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην κατακρήμνιση του ποσοστού των Τούρκων. Σύσσωμος ο Παναθηναϊκός άλλαξε δέρμα και έπαιξε άμυνα, όταν η περίσταση το απαιτούσε.
Ο Παναθηναϊκός έφτασε στο 9-5, κέρδισε το συγκριτικά «ευκολότερο» από τα απανωτά ντέρμπι των αγωνιστικών 13-18, ξεπέρασε τον σκόπελο του κεκλεισμένων των θυρών, έδειξε ξανά ικανότητες επιδέξιου ισορροπιστή και άφησε αρκετά σκαλοπάτια πίσω του τις ομάδες που θα τον κυνηγήσουν: δύο την Αρμάνι και τη Χίμκι, τρία τη Βασκόνια, τέσσερα τον Ολυμπιακό και τη ναυαγισμένη Φενέρ.
Εάν βρει τρόπο να αλώσει μεθαύριο το Τελ Αβίβ, θα πατήσει τετράδα και θα βάλει στην πλάτη του και τη Μακάμπι, ενδεχομένως και την ΤΣΣΚΑ, που δοκιμάζεται στην Κωνσταντινούπολη από την Εφές.
Οι επιτυχίες έχουν τον τρόπο για να καμουφλάρουν τα προβλήματα, αλλά οι ήττες, ιδίως από ελληνικές ομάδες, βγάζουν στην επιφάνεια τη συχνά αυτοκαταστροφική φύση του οργανισμού.
Για καλή του τύχη, ο Παναθηναϊκός κέρδισε αυτό που οι άνθρωποί του παρουσιάζουν ως «ματς της χρονιάς», δηλαδή το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό. Απέκτησε έτσι το δικαίωμα να κάνει χαμογελαστές γιορτές, ιδίως τώρα που ξεπάστρεψε και τον Ομπράντοβιτς.
Με την ευκαιρία, επιτρέψτε μου να δανειστώ ένα παράδειγμα από άλλο ανέκδοτο (το οποίο ωστόσο γνωρίζω καλύτερα και από το μπάσκετ) και να παρομοιάσω τη φετινή Φενέρ με την …Τόττεναμ των τελευταίων ημερών του Ποτσετίνο! Ο οποίος, υπενθυμίζω, απολύθηκε.
Ο Ομπράντοβιτς δείχνει να έχει χάσει τον έλεγχο και τη σιγουριά του, ενώ οι παίκτες του -με πιθανή εξαίρεση τον Σλούκα- μοιάζουν σαν να μη πιστεύουν πια στο συγκεκριμένο όραμα.
Το έμψυχο υλικό της ομάδας των 5 φάιναλ-φορ είναι ικανό για σκόρπια θαύματα και βεγγαλικά, αλλά η φθορά διαβρώνει το κορμί της σαν ασθένεια που καλπάζει.
Πηγή: Gazzetta














