Η αποβολή του Σάντσες στον Βόλο αντιμετωπίστηκε από οπαδούς και αρκετούς αρθρογράφους του Παναθηναϊκού ως το «έγκλημα του αιώνα». Οι νεαρότεροι εξ΄ αυτών, ίσως και να δικαιολογούνται. Όσοι έχουν ζήσει όμως τα πραγματικά διαιτητικά εγκλήματα εις βάρος του Παναθηναϊκού, από την εποχή της πρώτης «παράγκας», μέχρι και περίπου τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, δεν έχουν δικαιολογία για την υπερβολή.
Μια φάση, η οποία με συγχωρείτε κιόλας αλλά ασφαλώς και σήκωνε κόκκινη (με το γράμμα του νόμου) όχι απλώς δεν είναι «έγκλημα» αλλά δεν συνιστά καν λόγο πραγματικής διαμαρτυρίας. Ο σοβαρότατος άνθρωπος (και ικανότατος προπονητής) Ιβάν Γιοβάνοβιτς με τις δηλώσεις του μετά το παιχνίδι, αλλά και ο ίδιος ο Σάντσες με τη γλώσσα του σώματος μετά το επίμαχο μαρκάρισμα, δείχνουν τον δρόμο και για τους υπόλοιπους, εκείνους δηλαδή που προτιμούν πάντα να μιλούν για διαιτησία παρά για ποδόσφαιρο.
Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να συζητάμε για τους διαιτητές όσο θέλετε. Αρκεί να υπάρχει λόγος.
Αυτές τις μέρες έτσι κι αλλιώς η κουβέντα έχει ανάψει για τα καλά. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Κλάτενμπεργκ και γύρω του μαίνεται ένας κυκεώνας από σκόρπιες πληροφορίες, ασαφή ρεπορτάζ, φήμες,, κρίσεις, επικρίσεις, κραυγές και ψιθύρους.
Το πράγμα μέσες – άκρες πάει κάπως έτσι: Ο Μελισσανίδης κέρδισε την ΕΠΟ και ήλεγχε τη διαιτησία μέχρι πρότινος, αλλά εσχάτως φαίνεται να έχει χάσει έδαφος, ο Ολυμπιακός βρήκε την άκρη με τον Κλάτενμπεργκ και θωρακίζεται ξανά, ο ΠΑΟΚ είναι σε εγρήγορση , έχοντας πάντως κι εκείνος υποχωρήσει σημαντικά στη συγκεκριμένη μάχη , ο Παναθηναϊκός έτσι κι αλλιώς δεν είχε παρασκηνιακή δύναμη τα τελευταία χρόνια και όλα τα παραπάνω μαζί, σκιαγραφούν τον φόβο που έχει αναδυθεί σχεδόν από του πουθενά για την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας «παράγκας» στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Είναι βάσιμος αυτός ο φόβος; Ή γίνεται πολύ κακό για το τίποτα;
Καταρχάς, ας πούμε το αυτονόητο: η προσπάθεια ελέγχου της διαιτησίας από τους «μεγάλους» είναι παντοτινή! Δεν σταματά ποτέ και πουθενά. Οι ομάδες και οι ιδιοκτήτες ακολουθούν διαφορετικές μεθόδους (και η διαφορά είναι μεγάλη ασφαλώς), οι συσχετισμοί αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι συνθήκες, πάντως το ζητούμενο παραμένει το ίδιο.
Ο Ολυμπιακός, όπως έχει δείξει εμπράκτως τα τελευταία των τελευταία 25 χρόνια, δεν έχει φραγμό στον τρόπο που κυνηγά τους στόχους του, λειτουργεί σταθερά με οδηγό το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και φυσικά δεν έχει ουδεμία διάθεση συμβιβασμού.
Η ισορροπία (τρόμου, έστω, πάντως ισορροπία) που έφερε η εξυγίανση, με την έννοια ότι ουδείς εκ των μεγάλων αδικείται συστηματικά ή ευνοείται αποκλειστικά όπως συνέβαινε επί δεκαετίες, προφανώς προκαλεί αλλεργία στο Λιμάνι. Ως εκ τούτου ήταν και είναι δεδομένο ότι οι Ερυθρόλευκοι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την αλλάξουν. Όπως και κάνουν.
Με τις πολιτικές συνθήκες να τους ευνοούν και την αγωνιστική τους ανωτερότητα να μην αμφισβητείται, τα πράγματα -δείχνουν να – κυλούν ξανά προς την δική τους κατεύθυνση. Εφόσον οι ανταγωνιστές του αντιμετωπίζουν σοβαρά αγωνιστικά προβλήματα, όταν ο Ολυμπιακός παίρνει σφυρίγματα, ουδείς ασχολείται σοβαρά, μιας και δεν μοιάζει να έχει και τόση σημασία. Μόνο που με αυτόν τον τρόπο χτίζεται εκ νέου μια νοοτροπία η οποία στο μέλλον, αν και εφόσον τα «γάλατα σφίξουν», ενδέχεται να καθορίσει βαθμολογικές ισορροπίες, τίτλους, εκατομμύρια ευρώ.
Υπό αυτήν την έννοια και καθώς ο ρόλος του Κλάτενμπεργκ αρχίζει να γίνεται όλο και πιο παράξενος, για να το θέσω κομψά, η ανησυχία των υπολοίπων, πράγματι έχει κάποια βάση.
Μέχρι ενός σημείου όμως. Ο αγώνας που δόθηκε για να αλλάξουν τα πράγματα στην ΕΠΟ, να έρθουν ξένοι διαιτητές, να έρθει το VAR, ακόμα -ακόμα και για την δημιουργία Β΄ομάδων ώστε να πάψει το φαινόμενο του μαζικού δανεισμού παικτών, δεν ακυρώνεται εύκολα. Υπάρχουν πια ισχυρά στεγανά που δεν επιτρέπουν τα τραγελαφικά φαινόμενα άλλων εποχών. Όλα τα τελευταία χρόνια, με μικρές προσθαφαιρέσεις στην βαθμολογία, οι ομάδες παίρνουν στο τέλος ό,τι δικαιούνται. Αλλοίωση πρωταθλήματος, με τον απροκάλυπτο τρόπο που συνέβαινε κάποτε («κάλυπτα κι εγώ τον Κατσουράνη» π.χ.) είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί σήμερα. Και μην ξεχνάτε, ο ίδιος ο Κλάτενμπεργκ, εφόσον ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, ΠΑΟ το επιθυμούν, το καλοκαίρι που λήγει το συμβόλαιο του, μπορεί να κουνήσει μαντίλι.
Που καταλήγουμε λοιπόν;
Στο εξής απλό: παρασκηνιακά η κινητικότητα γύρω από τον έλεγχο της διαιτησίας είναι διαρκής. Και θα συνεχιστεί. Ακόμα κι αν οι ισορροπίες μεταβάλλονται, προς το παρόν δεν βλέπω αυτό να έχει μεγάλο αντίκτυπο στους αγωνιστικούς χώρους. Νομίζω, με τις δικλίδες ασφαλείας που υπάρχουν, δεν θα έχει ούτε στο άμεσο μέλλον.
Άρα ο καυγάς γίνεται για τα σπόρια, τις εντυπώσεις, το πρεστίζ (η προεδράρα που τα ελέγχει όλα, διαχρονικό πρότυπο επιτυχίας στον ελληνικό αθλητισμό).
Στην πραγματικότητα, οι σύλλογοι που θέλουν να κάνουν πρωταθλητισμό, στη συγκεκριμένη συγκυρία, δεν χρειάζεται πια να φτιάξουν καλές ομάδες για να νικούν και τους διαιτητές (σύμφωνα με το φριχτό κλισέ -ελπίζω- αλλοτινών εποχών).
Αρκεί απλώς να φτιάξουν καλές ομάδες.
Πράγμα ίσως πιο δύσκολο και από τον έλεγχο των διαιτητών.
Πηγή: sdna.gr






















