Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου

Στην Αργεντινή το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς ένα άθλημα. Είναι γλώσσα, κοινωνικός δεσμός, συλλογική μνήμη και κομμάτι της εθνικής ταυτότητας. Πουθενά αλλού ίσως η μπάλα δεν βιώνεται με τέτοια ένταση, υπερβολή και πάθος, διαπερνώντας κάθε κοινωνική τάξη και κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής.

Τελικός Μουντιάλ: Αργεντινή, εκεί όπου η μπάλα είναι θρησκεία

Στην Αργεντινή το αποκαλούν «το γκολ του σεισμού». Στις 5 Απριλίου 1992, στο μεγάλο ντέρμπι της Λα Πλάτα ανάμεσα στη Χιμνάσια και την Εστουδιάντες, το ξέσπασμα χαράς που προκάλεσε το νικητήριο φάουλ του Χοσέ Περντόμο ήταν τόσο έντονο, ώστε καταγράφηκε μια μικρή σεισμική δόνηση από το Αστεροσκοπείο της περιοχής, που βρισκόταν μόλις 600 μέτρα μακριά. Το περιστατικό έμεινε ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της υπερβολής με την οποία οι Αργεντινοί ζουν το ποδόσφαιρο.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, οι εικόνες από τα περίπου 5 εκατομμύρια ανθρώπους που κατέκλυσαν τους δρόμους του Μπουένος Άιρες για να γιορτάσουν το τρίτο παγκόσμιο κύπελλο της χώρας, μετά τη νίκη επί της Γαλλίας στον τελικό του Κατάρ, έδειξαν ένα πάθος δύσκολο να γίνει κατανοητό έξω από τα σύνορα της Αργεντινής. Και αν η «Αλμπισελέστε» κατακτήσει ξανά το τρόπαιο, ανάλογες σκηνές αναμένεται να επαναληφθούν. Ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διεξάγεται η διοργάνωση, κάθε παιχνίδι της εθνικής Αργεντινής συνοδεύεται από δεκάδες χιλιάδες φιλάθλους που δημιουργούν την αίσθηση ότι η ομάδα αγωνίζεται εντός έδρας.

Δεν υπάρχουν κοινωνικά όρια. Το ποδόσφαιρο βάζει όλους στο ίδιο επίπεδο: τον φτωχό και τον εκατομμυριούχο, τον ηλικιωμένο και το παιδί. Είναι ένα φυσικό θέμα συζήτησης και ένας παγκόσμιος κώδικας επικοινωνίας. Η Αργεντινή είναι ίσως η χώρα που έχει αναλύσει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη το ποδόσφαιρο. Όλοι το προσεγγίζουν από τη δική τους πλευρά: κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, καλλιτέχνες, συγγραφείς. Σε αυτή τη χώρα όλοι είναι φανατικοί. Φιλόσοφοι, βιολόγοι, γιατροί, ιστορικοί δηλώνουν ανοιχτά την αγάπη τους.

Σε αντίθεση με άλλες χώρες, το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή δεν θεωρήθηκε ποτέ κατώτερη δραστηριότητα από τις πνευματικές ελίτ. Πολλοί διανοούμενοι και συγγραφείς ασχολήθηκαν μαζί του, εξετάζοντάς το από κοινωνική, πολιτική, οικονομική ή ακόμη και καλλιτεχνική σκοπιά. Η μόνη μεγάλη εξαίρεση ήταν ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο οποίος το αντιμετώπιζε με περιφρόνηση, αλλά σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο υπάρχει παντού, αυτό συχνά εκλαμβάνεται ως μορφή σνομπισμού.

Η δύναμη του ποδοσφαίρου είναι τέτοια, ώστε όταν αγωνίζεται η εθνική ομάδα, ολόκληρη η χώρα σταματά. Συναυλίες αναβάλλονται, προγράμματα αλλάζουν, η καθημερινότητα προσαρμόζεται στον ρυθμό της «Αλμπισελέστε». Το άθλημα έχει γίνει πλέον στοιχείο εθνικής ταυτότητας.

Από το πρώτο παιχνίδι που διεξήχθη στο Μπουένος Άιρες το 1867, ένα άθλημα που έφεραν οι Βρετανοί εξελίχθηκε σε κάτι αυθεντικά αργεντίνικο. Βγήκε στους δρόμους, πέρασε στα αυτοσχέδια γήπεδα των γειτονιών – τα περίφημα potreros (αλάνες) – και δημιούργησε τη δική του αισθητική: την ντρίμπλα (gambeta), τον μύθο του Mαραντόνα, του παιδιού της γειτονιάς, και την ιδέα της «Nuestra», του δικού μας μοναδικού τρόπου παιχνιδιού.

Ο κοινωνιολόγος Πάμπλο Αλαμπάρσες επισημαίνει ότι το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως βασικός δείκτης ταυτότητας, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου άλλοι κοινωνικοί δεσμοί έχουν εξασθενήσει. «Η κοινωνική τάξη, η εργασία, τα συνδικάτα, η πολιτική έχουν μικρότερη επιρροή. Το ποδόσφαιρο καλύπτει αυτό το κενό». Σε μια χώρα που έχει γνωρίσει δεκαετίες οικονομικών κρίσεων, πολιτικών διχασμών και κοινωνικών εντάσεων, η μπάλα αποτελεί έναν από τους ελάχιστους χώρους συλλογικής υπερηφάνειας.

Οι παγκόσμιοι τίτλοι του 1978 και του 1986, η εμφάνιση του Ντιέγκο Μαραντόνα και αργότερα του Λιονέλ Μέσι ενίσχυσαν αυτή τη σύνδεση. Η εθνική φανέλα έγινε σύμβολο και οι ποδοσφαιριστές μετατράπηκαν σε σύγχρονους ήρωες. Για περισσότερο από μισό αιώνα, πέρα από τον Πάπα Φραγκίσκο, οι δύο μεγαλύτερες διεθνείς μορφές της Αργεντινής ήταν ποδοσφαιριστές: ο Μαραντόνα και ο Μέσι.

«Η Αργεντινή δεν είχε μια μεγάλη πολιτική προσωπικότητα μετά τον Περόν», εξηγεί ο Αλαμπάρσες. «Ο Περόν πέθανε το 1974 και τότε ξεκινούσε η εποχή του Μαραντόνα. Ήταν σαν μια φυσική διαδοχή». Σε αυτή την απουσία μεγάλων συμβόλων, δύο ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες βρέθηκαν να κουβαλούν τις προσδοκίες ενός ολόκληρου λαού.

Όμως ο Μαραντόνα και ο Μέσι δεν αντιπροσωπεύουν απλώς την Αργεντινή. Αντιπροσωπεύουν αυτό που η χώρα θα ήθελε να είναι. «Προβάλλουμε πάνω τους τις επιθυμίες μας για μεγαλείο», λέει ο Αλαμπάρσες. «Το ποδόσφαιρο δεν είναι καθρέφτης της κοινωνίας μας. Είναι κάτι περισσότερο: είναι μια υπόσχεση, μια διαρκής ελπίδα».

Και κάθε Μουντιάλ γίνεται μια μικρή παρένθεση μέσα στον χρόνο. Μια στιγμή συλλογικής χαράς, υπερηφάνειας και φυγής από την πραγματικότητα. Για 90 λεπτά, ή για όσο διαρκεί ένα τουρνουά, η Αργεντινή δεν ονειρεύεται απλώς τη νίκη. Ονειρεύεται τον εαυτό της όπως θα ήθελε να είναι.

Πηγή: Gazzetta