Ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος εξηγεί γιατί οι αλλαγές στην ανάδειξη του νικητή της Χρυσής Μπάλας δε θα επιτρέπουν πλέον στους μη επιθετικούς να διεκδικήσουν την κατάκτησή της.
Πράγματι, κάποιες αλλαγές είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Ότι, δηλαδή, το βραβείο θα απονέμεται βάσει της σεζόν και όχι του ημερολογιακού έτους. Άλλωστε η ποδοσφαιρική «χρονιά» αρχίζει τον Αύγουστο και ολοκληρώνεται Μάιο-Ιούνιο. Σαφέστατα σωστό είναι και το γεγονός πως η Χρυσή Μπάλα είναι ένα ατομικό βραβείο και όχι ομαδικό. Ωστόσο, αυτό το ατομικό βραβείο δίνεται στους παίκτες ενός ομαδικού αθλήματος. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το ποδόσφαιρο δεν είναι τένις (που είναι και της μόδας). Ποτέ ο ένας δε νίκησε τους έντεκα. Και αυτός ο ένας, όσο καλός κι αν ήταν, χρειαζόταν τη βοήθεια των υπόλοιπων δέκα για να καταφέρει να διακριθεί.
Το νέο λοιπόν κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο η ατομική απόδοση των παικτών είναι σε προτεραιότητα ευνοεί σαφέστατα τους επιθετικούς. Ή όσους, τελοσπάντων, έχουν άμεση επαφή με τα δίχτυα. «Γιατί, μέχρι σήμερα ποιοι μονοπωλούσαν τις κατακτήσεις της Χρυσής Μπάλας;», θα μπορούσε εύκολα να αναρωτηθεί κάποιος. «Σαφέστατα οι επιθετικογενείς ποδοσφαιριστές», είναι η ειλικρινέστατη απάντηση. Από ‘δω και στο εξής, όμως, μειώνονται στο ελάχιστο οι – όποιες – ελπίδες έχουν οι μη επιθετικοί για διάκριση.
Τι σημαίνει, λοιπόν, ατομική απόδοση; Οι καθοριστικές αποκρούσεις, τα πετυχημένα τάκλιν ή τα ατελείωτα χιλιόμετρα και το «χαμαλίκι» στο κέντρο; Τίποτα από όλα αυτά. Ατομική απόδοση ίσον ΓΚΟΛ. Αδιαμφισβήτητα το γκολ ήταν, είναι και θα είναι η πεμπτουσία του ποδοσφαίρου. Αυτό που χαρίζει αμέτρητες συγκινήσεις στους φιλάθλους. Όμως για να φτάσει ένας επιθετικός στην επίτευξη ενός τέρματος – που θα δώσει και τίτλο – χρειάζονται και όλα τα παραπάνω. Εκτός κι αν είναι ο Μαραντόνα και τους περάσει όλους, ξεκινώντας πίσω από τη σέντρα.
Με αυτά τα κριτήρια, πόσο πιθανό θα ήταν ο Λούκα Μόντριτς να κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα του 2018; Γιατί, παράλληλα με την προτεραιότητα στις ατομικές επιδόσεις, έρχονται σε δεύτερη μοίρα οι διακρίσεις σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο. Και ο Κροάτης «μάγος» εκείνη τη χρονιά είχε οδηγήσει τη Ρεάλ στην κατάκτηση του Champions League και με την εθνική του ομάδα στον τελικό του Μουντιάλ. Έστω κι αν δε σκόραρε συχνά. Πως γίνεται, πλέον, αυτού του είδους οι επιτυχίες να μην υπολογίζονται τόσο;
Για να μην πάμε ακόμα πιο πίσω, όταν κεντρικοί αμυντικοί κατακτούσαν τη Χρυσή Μπάλα. Φράντς Μπεκενμπάουερ (1972, 1976), Ματίας Ζάμερ (1996) και Φάμπιο Καναβάρο (2006). Όλοι τους, εκείνες τις χρονιές, είχαν φτάσει στην κορυφή με την εθνική τους ομάδα. Χωρίς να σκοράρουν. Ήταν όμως οι ηγέτες τους και δικαιότατα κατέκτησαν αυτή την ατομική διάκριση. Από εδώ και στο εξής, όμως, κανείς δε θα μπορεί να ελπίζει. Για να μην πούμε για τους τερματοφύλακες, που ούτως ή άλλως έχουν δει μόνο τον Λεβ Γιασίν (1963) να κάνει δική του τη Χρυσή Μπάλα.
Πηγή: Gazzetta





















