Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που επιμένουν ότι ο Λιονέλ Μέσι δεν είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών. Η αλήθεια είναι πως μετά από βραδιές σαν αυτή απέναντι στην Αγγλία γίνεται όλο και πιο δύσκολο να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο.
Γιατί τι ακριβώς λείπει από το βιογραφικό του; Έχει κατακτήσει τα πάντα σε συλλογικό επίπεδο, έχει οδηγήσει την Αργεντινή στην κορυφή του κόσμου και πλέον βρίσκεται μπροστά στην ευκαιρία να πετύχει κάτι που δεν έχει καταφέρει καμία εθνική ομάδα εδώ και 64 χρόνια: να διατηρήσει τον παγκόσμιο τίτλο.
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι ο Μέσι δεν χρειάζεται καν να σκοράρει για να είναι ο κορυφαίος του γηπέδου.
Απέναντι στην Αγγλία δεν βρήκε δίχτυα. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ξανά ο άνθρωπος που καθόρισε τον ημιτελικό. Με δύο ασίστ, με αμέτρητες σωστές αποφάσεις και με την ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, πήρε την Αργεντινή από το χέρι και την οδήγησε σε μία ακόμη ιστορική νίκη.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό των πραγματικά σπουδαίων. Μπορείς να τους περιορίσεις για μεγάλα διαστήματα. Μπορείς να τους στερήσεις το γκολ. Μπορείς να οργανώσεις ολόκληρη την άμυνά σου γύρω τους. Κι όμως, όταν έρθει η στιγμή, θα βρουν έναν διαφορετικό τρόπο να αλλάξουν το παιχνίδι.
Στην αρχή του τουρνουά πολλοί περίμεναν ότι θα ήταν η διοργάνωση της νέας γενιάς. Ο Κιλιάν Μπαπέ, ο Έρλινγκ Χάαλαντ, ο Βινίσιους, ο Τζουντ Μπέλιγχαμ και αρκετοί ακόμη πρωταγωνίστησαν, επιβεβαιώνοντας γιατί θεωρούνται οι ηγέτες της επόμενης εποχής.
Όμως τα Παγκόσμια Κύπελλα κρίνονται στα παιχνίδια που δεν επιτρέπουν λάθη. Στα νοκ άουτ. Στους ημιτελικούς. Στους τελικούς. Και εκεί, όταν η πίεση φτάνει στο αποκορύφωμά της, ο τελευταίος που παραμένει όρθιος είναι συνήθως ο Λιονέλ Μέσι.
Δεν είναι πλέον θέμα αριθμών, γκολ ή τροπαίων. Είναι η αίσθηση που αφήνει κάθε φορά που αγγίζει την μπάλα. Ακόμη και στα 39 του, εξακολουθεί να δίνει την εντύπωση ότι αρκεί μία στιγμή για να αλλάξει ολόκληρη την ιστορία ενός αγώνα.
Η σύγκριση είναι διαχρονική, άδικη για πολλούς, αλλά ταυτόχρονα αναπόφευκτη. Ο Μαραντόνα υπήρξε το απόλυτο σύμβολο του Μουντιάλ του 1986, ένας ποδοσφαιριστής που έμοιαζε να κουβαλά μόνος του τις ελπίδες ενός ολόκληρου έθνους. Η προσωπικότητά του, το πάθος και η εκρηκτική του ιδιοσυγκρασία δημιούργησαν έναν μύθο που ξεπέρασε τα όρια του αθλητισμού.
Ο Μέσι, αντίθετα, έχτισε τη δική του κληρονομιά διαφορετικά. Με συνέπεια που κράτησε πάνω από δύο δεκαετίες, αμέτρητους τίτλους, αξεπέραστη δημιουργία και μια μοναδική ποδοσφαιρική ευφυΐα, εξελίχθηκε στον ηγέτη που επηρεάζει κάθε παιχνίδι περισσότερο με τις πράξεις παρά με τις εκρήξεις του χαρακτήρα του. Η κατάκτηση του Μουντιάλ το 2022 ολοκλήρωσε το μοναδικό κενό στην καριέρα του και πλέον βρίσκεται μπροστά στην ευκαιρία να πετύχει κάτι που ούτε ο ίδιος ο Μαραντόνα κατάφερε: να οδηγήσει την Αργεντινή σε δεύτερη διαδοχική παγκόσμια κατάκτηση.
Ίσως γι’ αυτό ο Χόρχε Βαλντάνο, συμπαίκτης του Μαραντόνα στην ομάδα του 1986, αρνείται διαχρονικά να επιλέξει ανάμεσά τους. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαλέξει κανείς ανάμεσα στον Μέσι και τον Μαραντόνα», έχει δηλώσει επανειλημμένα, εκφράζοντας μια άποψη που συμμερίζονται πολλοί στην Αργεντινή.
Ίσως, τελικά, το λάθος να βρίσκεται στην ίδια τη σύγκριση. Ο Μαραντόνα έγινε θρύλος μέσα από λίγες, αλησμόνητες στιγμές που άλλαξαν την ιστορία. Ο Μέσι έχτισε τον δικό του μύθο μέσα από δύο δεκαετίες αδιάκοπης κορυφαίας απόδοσης, αμέτρητους τίτλους και μια συνέπεια που δύσκολα θα επαναληφθεί.
Η νίκη απέναντι στην Αγγλία δεν έδωσε οριστική απάντηση στο αιώνιο δίλημμα «Μέσι ή Μαραντόνα». Επιβεβαίωσε, όμως, κάτι ίσως σημαντικότερο: ότι η Αργεντινή είχε την τύχη να χαρίσει στο ποδόσφαιρο δύο διαφορετικές ιδιοφυΐες, δύο διαφορετικούς τρόπους να γίνει κάποιος αθάνατος και δύο θρύλους που έκαναν εκατομμύρια ανθρώπους να πιστέψουν πως το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα παιχνίδι.
Πηγή: Gazzetta
















