Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Τα έχουμε γράψει και ξαναγράψει, ας τα γράψουμε ακόμα μια φορά μετά από γκέλα. Ο ΠΑΟΚ εντός αγωνιστικού χώρου δουλεύει καλά. Έχει ισορροπία, έλεγχο, δημιουργεί φάσεις μέσα από συνδυαστικό ποδόσφαιρο. Με εξαίρεση το ματς κόντρα στον Άρη, ήταν καλύτερος των αντιπάλων του σε όλα τα άλλα παιχνίδια του στο ελληνικό πρωτάθλημα, αν όχι καθολικά, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος αυτών. Ακόμα και στη Λιβαδειά όπου ο «Δικέφαλος» παρουσιάστηκε μέτριος και με χαμηλές εντάσεις στο πρώτο ημίχρονο και συνολικά δεν ήταν ιδιαίτερα πειστικός, κυριάρχησε απόλυτα στον αγωνιστικό χώρο, πέτυχε ένα γκολ, έχασε άλλα τρία – τέσσερα και μέχρι τις καθυστερήσεις δεν είχε δεχτεί ούτε μια φάση στην άμυνά του. Ναι, αλλά γκέλαρε. Ξανά. Και για λίγα εκατοστά μόλις (το φάουλ του Ζίφκοβιτς που αρχικά σφυρίχθηκε πέναλτι αλλά δόθηκε σωστά εκτός περιοχής) απέφυγε μια εκκωφαντική και απίθανή ήττα. Η εικόνα του τερματοφύλακα του Λεβαδειακού, ο οποίος μέχρι το 75ο λεπτό λογικά ένιωθε τυχερός που το σκορ έμεινε στο 0-1 αλλά στο σφύριγμα της λήξης κρατούσε το κεφάλι του απογοητευμένος με την ισοπαλία (!) λέει πολλά για τον φετινό ΠΑΟΚ.
Σε κάθε περίπτωση, ας πούμε κι εμείς μερικά ακόμα. Ναι, ο ΠΑΟΚ δουλεύει καλά στις προπονήσεις και τούτο φαίνεται στο γήπεδο. Ταυτόχρονα όμως ο ΠΑΟΚ είναι εντελώς αδούλευτος πνευματικά, με μηδαμινή αυτοπεποίθηση και αρνητική ψυχολογία. Όχι απλώς δεν διαθέτει νοοτροπία νικητή, μα τρεκλίζει από τον φόβο του μπροστά στο ενδεχόμενο να κερδίσει! Η δυσκολία του στο γκολ, εξαιτίας της έλλειψης μεσοεπιθετικής ποιότητας αποτελεί μια εξήγηση για τα στραβοπατήματά του. Δεν είναι η μόνη. Ο Λουτσέσκου όταν έφτιαξε την ομάδα του νταμπλ, ξεκίνησε από την δημιουργία νοοτροπίας “refuse to lose». Σφυρηλάτησε ένα γκρουπ μαχητών που έμπαινε σε κάθε ματς με το μαχαίρι στα δόντια, το οποίο σταδιακά εξελίχθηκε σε μια ανίκητη ποδοσφαιρική μηχανή. Ψήγματα αυτής της προσέγγισης είδαμε και πέρυσι. Όλα ξεκινούσαν όμως από τη δική του σιγουριά, τη δική του αυτοπεποίθηση και την απόλυτη βεβαιότητα ότι θα πετύχει.
Φέτος βλέπουμε και από την αρχή της σεζόν ένα σύνολο πιο μαλακό από βούτυρο. Και τον ίδιο του Λουτσέσκου μπερδεμένο, ξενερωμένο, σχεδόν σοκαρισμένο από όσα του συμβαίνουν, να τα ρίχνει στην τύχη. Και εφόσον η δική του σιγουριά υπήρξε κάποτε η αφετηρία για το χτίσιμο της ομάδας των επιτυχιών, η δική του ανασφάλεια και θολούρα τώρα δημιουργεί ξεκάθαρα αναχώματα στο χτίσιμο της νέας ομάδας που επιχειρεί το κλαμπ.
Ο προπονητής του ΠΑΟΚ μοιάζει στα δικά μου μάτια εγκλωβισμένος και μετέωρος ανάμεσα στην προσωπική και άσβεστη φιλοδοξία να κάνει πρωταθλητισμό (πίστευε ότι μπορούσε πέρυσι και μάλλον πίστευε ότι μπορεί και φέτος, αρνείται να συμβιβαστεί με κάτι άλλο) και στην νέα πραγματικότητα του κλαμπ που επιχειρεί να χτίσει κάτι καινούργιο.
Έτσι τον βλέπουμε να επιμένει σε ποδοσφαιριστές που είτε δεν έχουν μέλλον στον ΠΑΟΚ (όπως ο Κούρτιτς και φοβάμαι ο Νέλσον Ολιβέιρα), είτε έχουν δώσει όσα είχαν να δώσουν (Άντρε, Μπίσεσβαρ) και μπορούν να βοηθήσουν μονάχα σε συμπληρωματικούς ρόλους. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να φτιάξει σταθερές. Ναι αλλά αυτές οι σταθερές, είναι τέτοιες (σταθερές δηλαδή) μόνο ως προς την μετριότητά τους. Ταυτόχρονα αρνείται να ανοίξει το rotation, ουσιαστικά «εξαφανίζοντας» άλλους ποδοσφαιριστές οι οποίοι δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο κακοί ή καλοί είναι. Πιθανότατα να έχει απόλυτο δίκιο, αυτός τους βλέπει κάθε μέρα και ξέρει. Και οφείλω να πω ότι εμπιστεύομαι επίσης την κρίση των ανθρώπων που έχουν δει σε προπονήσεις και προετοιμασία τον Φελίπε Σοάρες π.χ. ή τον Κουαλιάτα και μου λένε ότι δεν μπορούν τα παλικάρια.
Αλλά ταυτόχρονα βαρέθηκα να βλέπω τον Κούρτιτς να περπατάει και τον Άντρε ή τον Ομάρ να τραυματίζονται. Ψήνομαι, έστω και για το παραμύθιασμά, να δω τον Φελίπε να παίρνει συνεχόμενα ματς μήπως βρει ρυθμό, τον Κουαλιάτα να παίζει δεκάρι, τον Ράφα Σοάρες (που ήρθε ως έμπειρος και με γεμάτες σεζόν σε καλές ομάδες, όχι ως στοίχημα) να αγωνίζεται στη θέση του. Ψήνομαι φυσικά και για Κωνσταντέλια, Γκορτεζιάνι.
Ψήνομαι αφενός επειδή δεν με ψήνουν όσοι παίζουν (και πάντα όσοι δεν παίζουν είναι καλύτεροι) και αφετέρου επειδή σε μια φαινομενικά χαμένη σεζόν μόνο έτσι μπορεί ο ΠΑΟΚ να βρει κέρδη.
Η λογική του νέου ΠΑΟΚ είναι μέσα από το μπόλιασμα έμπειρων και ταλαντούχων ποδοσφαιριστών να δημιουργηθεί κάτι ωραίο, δυνατό και αυτάρκες. Σε αυτή τη διαδικασία το δύσκολο είναι να βρεις τους ταλαντούχους, όχι τους έμπειρους. Τους έμπειρους, όταν έρθει η ώρα, τους πληρώνεις και τους φέρνεις. Τους ταλαντούχους τους ανακαλύπτεις, τους βοηθάς, τους εξελίσσεις. Φέτος κανονικά θα έπρεπε να είναι η χρονιά των ανακαλύψεων. Προς το παρόν μονάχα δύο τέτοιες έχουμε δει: τον Κουλιεράκη και τον Κοτάρσκι, παρά τα λάθη του στις εξόδους. Τον Ντάντας τον ξέραμε και έχει και τέσσερα εκατομμύρια ρήτρα (για το 50% των δικαιωμάτων του), ο Νάρει είναι 28 ετών, όχι παιδαρέλι.
Έγραφα στο αμέσως προηγούμενο άρθρο: «Ο μόνος λόγος για να φύγει ο Ραζβάν είναι αν το θέλει ο ίδιος, αν δεν πιστεύει στο πρότζεκτ, αν έχει ξενερώσει και δεν εργάζεται με την ψυχή του».
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο Ρουμάνος είναι ο καλύτερος προπονητής που θα μπορούσε να έχει ο ΠΑΟΚ αυτήν την στιγμή για να τον οδηγήσει στο μέλλον.
Το ζήτημα πλέον είναι αν το πιστεύεις και ο ίδιος.
Υ.Γ. Το άνοιγμα του rotation θα βάλει ακόμα πιο μέσα στο κάδρο των ευθυνών και τον Ζοσέ Μπότο, διότι θα μας έδινε πιο ξεκάθαρες απαντήσεις σχετικά με το που ευστόχησε, που αστόχησε, που πέταξε λεφτά. Προς το παρόν και με μικρό δείγμα γραφής από τους παίκτες που έφερε, μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι δεν δικαίωσε τις περγαμηνές του, δεν μπορούμε πάντως να είμαστε κατηγορηματικοί.
Πηγή: Sport DNA





















