Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξανδρου Λοθάνο

Ο Τζουάν Λαπόρτα ι Εστρούτς, δικηγόρος στο επάγγελμα (κρατήστε το, έχει και αυτό την σημασία του), είναι χαρισματικός στον λόγο του, επικοινωνιακός όσο λίγοι, λαϊκιστής όποτε χρειαστεί και, βάσει τίτλων (και όχι μόνο), ο πιο πετυχημένος πρόεδρος στα 122 χρόνια ιστορίας της Μπαρτσελόνα.

Στην πρώτη του θητεία, από το 2003 έως το 2010, ηγήθηκε μιας ομάδας νέων ανθρώπων με όραμα, διάθεση για σκληρή δουλειά και, όπως αποδείχθηκε, βαθιά γνώση για το πώς θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν έναν σύλλογο που είχε περιέλθει σε βαθιά αγωνιστική, οικονομική και ψυχολογική κρίση.

Κέρδισε τις εκλογές με «κράχτη» τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, για τον οποίο είχε συμφωνήσει με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όταν ο ίδιος ο Άγγλος μέσος είχε ήδη δώσει τα χέρια με την… Ρεάλ Μαδρίτης!

Για καλή του τύχη (η τύχη, άλλωστε, βοηθάει τους τολμηρούς), το Plan B για τον «Μπεκς» εξελίχθηκε στον ποδοσφαιριστή που άλλαξε τη μοίρα της Μπάρτσα και ηγήθηκε της επιστροφής της στην ελίτ (Ροναλντίνιο).

Ο Λαπόρτα, συγκεντρωτικός και εγωπαθής, τσακώθηκε με τον πρώτο αντιπρόεδρο και καλό του φίλο Σάντρο Ροσέλ (άνθρωπο – κλειδί για την απόκτηση του Ροναλντίνιο), μέσα σε λίγα χρόνια η μισή διοίκηση παραιτήθηκε και ο ίδιος άντεξε μέχρι το 2010, αφού είχε προλάβει όμως να καμαρώσει την καλύτερη Μπάρτσα όλων των εποχών.

Μια ομάδα – υπόδειγμα στην οποία έβαλε και ο ίδιος (βαθιά) το χεράκι του, όταν το καλοκαίρι του 2008 αποφάσισε να δώσει τα ηνία στον Πεπ Γκουαρδιόλα, παρ’ ότι ο Καταλανός είχε μόλις έναν χρόνο εμπειρίας ως πρώτος τεχνικός, όντας στην δεύτερη ομάδα των Μπλαουγκράνα.

«Δεν θα έχεις τα αρχ@@@@ να το κάνεις» του είπε ο Πεπ όταν ο Λαπόρτα του πρότεινε την θέση. Ο πρόεδρος έδειξε πως έχει τα… κότσια και πήρε μια απόφαση – σταθμό, κάνοντας κάτι που δεν συνηθίζει να πράττει, παρά την δύναμή του ως πρόεδρος: Να παρεμβαίνει στις αποφάσεις των ανθρώπων που έχει βάλει σε καίρια πόστα για να «τρέχουν» την ομάδα, όπως τον τότε τεχνικό διευθυντή (και νυν ουσιαστικό «αφεντικό» της Μάντσεστερ Σίτι) Τσίκι Μπεγκιριστάιν.

Έντεκα χρόνια μετά από εκείνη την λαμπρή, πρώτη θητεία και αφού έκανε το πολιτικό του… ψώνιο μπαίνοντας στο καταλανικό κοινοβούλιο (με όπλο, βεβαίως, την Μπάρτσα), ο Λαπόρτα επέστρεψε πέρυσι στον σύλλογο, τον οποίο παρέλαβε σε ακόμα χειρότερη κατάσταση και με το επιπλέον βάρος μιας ένδοξης δεκαετίας, η οποία πρόσθεσε ακόμα μεγαλύτερη πίεση και «θέλω» από φιλάθλους και Τύπο στους ώμους του.

Παραλαμβάνοντας το απόλυτο χάος από τον προκάτοχό του Τζουσέπ Μαρία Μπαρτομέου, είναι αλήθεια πως έκανε λάθη, αλλά δείχνει να μαθαίνει από αυτά. Δεν έκανε σωστή διαχείριση στην υπόθεση του Ρόναλντ Κούμαν, απέτυχε να κρατήσει τον Λιονέλ Μέσι και ξεφορτώθηκε κακήν κακώς τον Αντουάν Γκριεζμάν την τελευταία ώρα (κυριολεκτικά) των μεταγραφών.

Στο «αντίο» του 2021 και στο «καλημέρα» του 2022, όμως, δείχνει να έχει γυρίσει την… ομελέτα υπέρ του. Πόνταρε – ρίσκαρε στον Τσάβι και μοιάζει δεδομένο ότι θα του δείξει την εμπιστοσύνη της οποίας δεν έτυχε ο Ολλανδός, με την δουλειά του άλλοτε αρχηγού να αρχίσει να αποδίδει, με τον κόσμο παραδομένο στο όραμά του.

Νοικοκύρεψε (εν μέρει, θέλει ακόμα πολλή δουλειά) τα άθλια οικονομικά του συλλόγου και έπεισε τα φίλαθλα μέλη να στηρίξουν με την ψήφο τους (και Διαδικτυακά, για πρώτη φορά στην ιστορία) την επένδυση 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ μέσω δανείου για το πρότζεκτ «Espai Barca», το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την κατασκευή ενός νέου, υπερσύγχρονου «Καμπ Νόου», πηγή τεραστίων εσόδων στο μέλλον (κορονοϊού επιτρέποντος).

Έδωσε τα κλειδιά του ποδοσφαιρικού τμήματος στον πολύπειρο Ματέου Αλεμάιν, ο οποίος κινήθηκε εξαιρετικά από διαπραγματευτικής άποψης τους τελευταίους μήνες και βρίσκεται μια ανάσα από την απόκτηση του Φεράν Τόρες από την Μάντσεστερ Σίτι.

Ενός ποδοσφαιριστή που καλύπτει απόλυτα τα «θέλω» του Τσάβι: Παίζει με άνεση στα άκρα, έχει γκολ (πρώτος σκόρερ στην Εθνική Ισπανίας επί εποχής Λουίς Ενρίκε), ταιριάζει στο «DNA Μπαρτσελόνα», έχει μια ολόκληρη καριέρα μπροστά του (είναι μόλις 21 ετών) και, επίσης πολύ σημαντικό, ήθελε να επιστρέψει στην Ισπανία.

Θα αναρωτηθείτε εύλογα πως η διαλυμένη οικονομικά Μπαρτσελόνα θα δώσει πάνω από 50 εκατομμύρια ευρώ για έναν ποδοσφαιριστή αυτή την στιγμή. Τους προηγούμενους μήνες, θέλοντας και μη, ξεφορτώθηκε τα πιο βαριά της συμβόλαια (Μέσι, Γκριεζμάν), θα επιδιώξει να το κάνει και με άλλα (Κοουτίνιο, Ουμτιτί), περιορίζοντας ταυτόχρονα τα έξοδα, ώστε να βρει τρόπο να κάνει μια τέτοια μεταγραφή.

Ο Τόρες, εφόσον τελικά αποκτηθεί όπως όλα δείχνουν, μοιάζει να «κουμπώνει» ιδανικά σε μια ομάδα υπό κατασκευή, η οποία θα παλέψει φέτος για να βγει στο Champions League (διόλου απίθανο, βλέποντας και την αστάθεια ομάδων όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης) και θέλει να στηρίξει την επόμενη μέρα στους Αραούχο, Ντε Γιονγκ (τον Φρένκι, όχι τον… Λούουκ), Πέδρι, Γκάβι (τι ποιοτικό «μηχανάκι» είναι αυτό;), Νίκο, Αμπντέ και Ανσού Φατί.

Πολύ ταλέντο, πολλή δίψα για ποδόσφαιρο, πολύ «DNA Μπαρτσελόνα» όπως το θέλει ο Τσάβι, μεγάλο potential προκειμένου σε 2-3 χρόνια να χτιστεί κάτι πραγματικά αξιόλογο και ικανό να διεκδικήσει ξανά τους μεγάλους και πιο σημαντικούς τίτλους.

Και, το πιο σημαντικό, με πυλώνες την φιλοσοφία που μετέδωσε σε όλο τον πλανήτη η ομάδα με τα κυανέρυθρα: Ασφυκτική πίεση ψηλά για άμεση επανάκτηση της μπάλας, γρήγορη και ουσιαστική κυκλοφορία αυτής, επιδίωξη κυριαρχίας επί του αντιπάλου μέσα από τον έλεγχο της ασπρόμαυρης.

Ο Λαπόρτα είναι εγωπαθής και λαϊκιστής, αλλά αρέσκεται στο να αφήνει την δουλειά σε αυτούς που πραγματικά ξέρουν να την φέρουν εις πέρας. Και, ακόμα και αν αργήσει η πλήρης ανάκαμψη περισσότερο απ’ ότι σε σχέση με το 2003 (άλλες εποχές και άλλοι παίκτες…), δείχνει να έχει θέσει τις στέρεες βάσεις για να τα καταφέρει ξανά.

Και, όσο και φαντάζει απίθανο, αδύνατο, απίστευτο αυτή την στιγμή, μην αποκλείσετε το ενδεχόμενο να καταφέρει το καλοκαίρι να κάνει δική του την σύγχρονη εκδοχή του Ροναλντίνιο, αναφορικά με τον παίκτη γύρω από τον οποίο θα κινείται όλη η ομάδα. Το όνομα του εκλεκτού του; Το βρήκατε, Έρλινγκ Μπράουτ Χάαλαντ…

Πηγή: Gazzetta