Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου

Το ποδόσφαιρο έχει τη δύναμη να ενώνει ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, πολιτισμών. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργεί και ως μεγεθυντικός φακός των αδυναμιών της κοινωνίας. Όταν προκύπτουν καταγγελίες για ρατσιστική συμπεριφορά, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά το σύνολο του αθλήματος και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να το διαχειριστεί.

Η ιστορία που άνοιξε στη διάρκεια του αγώνα της Ρεάλ Μαδρίτης με την Μπενφίκα είναι ένα ακόμη περιστατικό που δείχνει πόσο ευαίσθητο παραμένει το θέμα του ρατσισμού στο ποδόσφαιρο. Ο Βινίσιους κατήγγειλε ότι δέχθηκε ρατσιστική επίθεση από τον Τζιανλούκα Πρεστιάνι μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ειπώθηκε. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διερευνηθεί από τους αρμόδιους, με σοβαρότητα και χωρίς βιαστικά συμπεράσματα.

Δεν υπάρχει – τουλάχιστον δημόσια- αδιάσειστη απόδειξη για το τι ειπώθηκε. Υπάρχουν ενδείξεις, κινήσεις, αντιδράσεις που δημιουργούν ερωτήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ψυχραιμία και η διερεύνηση είναι απαραίτητες. Η ενοχή ή η αθωότητα δεν μπορεί να προκύψει από εντυπώσεις ή απόσπασμα βίντεο.

Ωστόσο, εξίσου σημαντική με το ίδιο το περιστατικό είναι η δημόσια συζήτηση που το ακολουθεί. Η τοποθέτηση του Ζοσέ Μουρίνιο, ο οποίος επέλεξε να αμφισβητήσει το πλαίσιο της καταγγελίας και να επισημάνει ότι «κάτι συμβαίνει πάντα όπου παίζει ο Βινίσιους», μετατόπισε το κέντρο βάρους από τη διερεύνηση της πράξης στην προσωπικότητα του παίκτη που την κατήγγειλε. Μια τέτοια προσέγγιση, ακόμη κι αν δεν έχει πρόθεση να δικαιολογήσει συμπεριφορές, δημιουργεί την εντύπωση ότι η ευθύνη κατανέμεται και προς τον αποδέκτη της επίθεσης.

Το επιχείρημα ότι ένας σύλλογος «δεν μπορεί να έχει ρατσιστές οπαδούς» λόγω της ιστορίας του ή επειδή έχει αναδείξει σπουδαίους ποδοσφαιριστές διαφορετικής καταγωγής, δεν αρκεί για να κλείσει μια συζήτηση. Ο ρατσισμός είναι συμπεριφορά συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένες στιγμές. Και αυτές οι στιγμές πρέπει να εξετάζονται με σοβαρότητα, χωρίς γενικεύσεις, αλλά και χωρίς υπεκφυγές.

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης σημαντικό να αποφευχθεί η εύκολη δαιμονοποίηση ενός νεαρού ποδοσφαιριστή όπως ο Πρεστιάνι, πριν υπάρξει σαφές πόρισμα. Η πίεση, η ένταση του αγώνα, το νεαρό της ηλικίας, δεν αποτελούν άλλοθι για προσβλητική συμπεριφορά, αλλά συνθέτουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο συχνά εκτυλίσσονται τέτοια περιστατικά.

Ο Βινίσιους Τζούνιορ είναι ένας παίκτης με έντονη προσωπικότητα. Προκαλεί με το ταλέντο και τον τρόπο που αγωνίζεται, δεν διστάζει να απαντά σε εχθρικές συμπεριφορές, συχνά βρίσκεται στο επίκεντρο και τον τελευταίο χρόνο όχι για… καλό. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί ως φίλτρο μέσα από το οποίο αξιολογείται κάθε καταγγελία του. Η ιδιοσυγκρασία ενός ποδοσφαιριστή δεν μειώνει το δικαίωμά του να προστατεύεται από προσβολές που σχετίζονται με την καταγωγή ή το χρώμα του.

Εξίσου σημαντικό είναι να τονιστεί ότι η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων δεν μπορεί να βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο τον παίκτη που αισθάνεται ότι προσβλήθηκε. Η ευθύνη ανήκει σε όλους: στους συμπαίκτες, στους αντιπάλους, στους προπονητές, στους διαιτητές, στους συλλόγους. Η δημόσια και καθαρή καταδίκη κάθε ρατσιστικής συμπεριφοράς συμβάλλει στη δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο τέτοια γεγονότα γίνονται ολοένα και λιγότερο ανεκτά.

Αν το ποδόσφαιρο θέλει να διατηρήσει τον πολυπολιτισμικό και παγκόσμιο χαρακτήρα του, οφείλει να αντιμετωπίζει κάθε σχετική καταγγελία με σοβαρότητα, χωρίς να αποδίδει εύκολα κίνητρα και χωρίς να υποβαθμίζει την εμπειρία εκείνου που δηλώνει ότι προσβλήθηκε.

Η υπόθεση Πρεστιάνι – Βινίσιους, και η δημόσια παρέμβαση του Μουρίνιο, δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο έντασης σε έναν μεγάλο αγώνα. Είναι μια ευκαιρία για το ποδόσφαιρο να επιβεβαιώσει ότι έχει μάθει από τα λάθη του παρελθόντος.

Πηγή: Gazzetta