Τα 104’ αγωνιστικά λεπτά που συμπλήρωσε σε 4 φιλικά παιχνίδια δεν είναι αρκετό δείγμα για να αναλύσει κανείς την σημερινή κατάσταση του Πιέρ Κούντε και να βασιστεί σε αυτό για να επιχειρήσει μια προεκτίμηση σχετικά με το αν ο Καμερουνέζος διεθνής μέσος είναι κάποιος που θα “πιάσει” στον Ολυμπιακό. Αυτές οι πρώτες μικρές εντυπώσεις όμως, όπως αυτή στο ματς με τον Αρη, δημιουργούν μια αίσθηση. Και αυτή η αίσθηση που δημιουργείται σε κάποιον που έχει προηγούμενες παραστάσεις από τον Κούντε και έχει παραστάσεις από τον Ολυμπιακό του Πέδρο Μαρτίνς είναι ότι ο πρώην παίκτης της Μάιντς είναι μια παραπάνω από “value for money” επιλογή. Ένας 26χρονος κεντρικός μέσος, εν ενεργεία διεθνής, με παραστάσεις από την Ισπανία και την Γερμανία, τον οποίο ο Ολυμπιακός γνωρίζει και παρακολουθεί επί τουλάχιστον μια τριετία, ο οποίος είχε κοστίσει 7.5 εκατ. € στην Μάιντς το 2018 και σήμερα αποκτάται αντί 2 εκατ. € είναι, θεωρητικώς, μια πολύ καλή αγορά. Αρκεί βεβαίως ο Ολυμπιακός να έχει προηγουμένως πειστεί για την συμβατότητα της προσωπικότητας αυτού του παιδιού με το δικό του περιβάλλον και με την ηγεσία του Πέδρο Μαρτίνς.
Αν δεν την έχεις παρακολουθήσει, η ιστορία του Κούντε είναι αυτή ενός μέσου που έκανε πολύ καλά πράγματα στην Μάιντς μέχρι να έρθει η περσινή σεζόν, κατά της οποίας την διάρκεια άλλαξε τέσσερις προπονητές. Ο Κούντε, που ήταν βασικός στην διάρκεια της προηγούμενης σεζόν και ερχόταν από μια πολύ καλή χρονιά, έχασε στην αρχή της περσινής σεζόν την θέση του λόγω ενός τραυματισμού που τον ταλαιπώρησε. Κι ύστερα, άρχισε να μπαινοβγαίνει και να μην καθιερώνεται, και να ολοκληρώσει τη σεζόν με την βεβαιόητα ότι βρίσκεται εκτός βασικού πλάνου του προπονητή. Γι’ αυτό και ζήτησε να φύγει, και το αίτημά του έγινε αποδεκτό από μια διοίκηση που έβλεπε ότι ο προπονητής δεν τον προορίζει για βασικό και ήξερε ότι ο παίκτης μπαίνει στον τελευταίο χρόνο του συμβολαίου του.
Ο Ολυμπιακός επωφελήθηκε από αυτή την κατάσταση επειδή εξαργύρωσε την επιλογή του να κρατά την επαφή με τον Κούντε στην διάρκεια των τελευταίων ετών, δηλαδή από το 2018 που είχε επιχειρήσει πρώτη φορά να τον αποκτήσει. Κι αυτό είναι ένα κομμάτι που κάνει, εδώ και χρόνια πλέον, τον Ολυμπιακό να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ελληνικούς συλλόγους στη λειτουργία του. Χάρη στη νοοτροπία του, έχει επενδύσει χρόνο και χρήμα για να δημιουργήσει ένα δίκτυο και να παραμένει δικτυωμένος, συνδεδεμένος με την αγορά. Αν δεν το είχε φτιάξει όλο αυτό, ο Κούντε δεν θα είχε σκεφτεί τον Ολυμπιακό όταν έψαχνε να βρει έναν σύλλογο που θα τον εμπιστευθεί.
Τι αγόρασε ο Ολυμπιακός; Έναν κεντρικό μέσο με μεγάλη ικανότητα στην προώθηση του παιχνιδιού, που του αρέσει να παίζει με μακρινές μεταβιβάσεις και να δημιουργεί σηκώνοντας την μπάλα στον αέρα, και έναν παραπάνω από ικανό dribbler (ήταν 10ος στην Bundesliga της σεζόν 2019/20 με 80% επιτυχία). Έναν χάφ που επιτίθεται κάθετα τόσο στον χώρο όσο και στον αντίπαλο και επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να αναπτύξει την επίθεση της ομάδας του. Μελετώντας μέσα από το Wyscout την απόδοση του σε παιχνίδια όσο πρόσφατο είναι το Καμερούν – Νιγηρία του περασμένου Ιουνίου, ο παρατηρητής βλέπει έναν ποδοσφαιριστή που επιβεβαιώνει τα νούμερα των μέσων όρων του τελευταίου έτους της καριέρας του, δηλαδή έναν παίκτη με 65% επιτυχημένες ενέργειες, που έχει ισορροπία στις δύο φάσεις παιχνιδιού για την θέση του κεντρικού μέσου (57,2% επιτυχία κατά μέσο όρο στις αμυντικές μονομαχίες – 53.2% είναι το αντίστοιχο ποσοστό επιτυχίας του Μαντί Κάμαρα σε πάνω – κάτω ίδιο αριθμό μονομαχιών ανά παιχνίδι).
Στη φάση επίθεσης δεν είναι μόνο ότι προσθέτει ψυχαγωγία με τις ντρίμπλες του, αλλά – κυρίως – ότι βάζει στοιχεία που χρειάζεται ο Ολυμπιακός και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Όντας διεισδυτικός με τις προωθητικές ενέργειές του, είναι κάποιος που επιτίθεται με την μπάλα στον αντίπαλο και συνεπώς συνεισφέρει σε μια κατάσταση παιχνιδιού απέναντι σε κλειστή άμυνα που οργανώνεται στο αμυντικό τρίτο του γηπέδου. Με τις μεγάλες μεταβιβάσεις και την ικανότητά του να δημιουργεί ευκαιρίες από στατικές φάσεις, είναι κάποιος που μπορεί να συνεισφέρει και σε ένα πιο συντηρητικό αγωνιστικό πλάνο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός ευρωπαϊκού αγώνα.

Το σλάλομ και η ασίστ του Κούντε στον Ρατζέλοβιτς
Και γιατί να κοστίζει μόνο 2 εκατ. € κάποιος που κάνει όλα αυτά με συνέπεια; Εκεί κρύβεται και η πρόκληση που αναλαμβάνει ο Ολυμπιακός. Ο Κούντε, που είχε ζητήματα με τον προπονητή του και στην διάρκεια της προηγούμενης σεζόν (2019/20), τα οποία άρχισαν όταν δεν έδωσε το χέρι του κατά την αντικατάστασή του σε ένα ματς, με συνέπεια να “φάει” πάγκο για 5-6 παιχνίδια, είναι κάποιος που έχει παραπάνω ανάγκες στην μεταχείριση. Με το ίδιο προφίλ πήγαινε το προηγούμενο στον Ολυμπιακό ο Γιάν Εμβιλά, για να αποδειχθεί μια παραπάνω από καλή επιλογή χάρη στην διαχείριση της προσωπικότητάς του από τον Πέδρο Μαρτίνς. Όταν έχει δει το “έργο” με τον Εμβιλά, ο Ολυμπιακός πολύ λογικά αναλαμβάνει την πρόκληση του Κούντε. Διότι ξέρει ότι αν ο Μαρτίνς τον “καταφέρει” όσο καλά “κατάφερε” τον Εμβιλά, ο Ολυμπιακός θα έχει έναν ποδοσφαιριστή που αγόρασε αντί 2 εκατ. € να αποδίδει ποδόσφαιρο των 7.5 εκατ. €.
Πηγή: Gazzetta




















