Επιλογή Σελίδας

Του Βασίλη Σαμπράκου

Στο κυνήγι της ανάλυσης της απόδοσης της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρτσελόνα στο clasico του περασμένου Σαββάτου, σε μια προσπάθεια να κατανοήσω βαθύτερα τις τακτικές του Ζινεντίν Ζιντάν και του Ρόναλντ Κούμαν, διάβασα ανάμεσα σε άλλα ότι τούτη τη φορά η Ρεάλ έστησε το αμυντικό της μπλοκ στο τερέν πιο πίσω από ποτέ (6 μέτρα πιο πίσω από το συνηθισμένο της στήσιμο) και ότι η Μπαρτσελόνα έστησε την αμυντική της γραμμή πιο ψηλά από ποτέ στη διάρκεια της σεζόν – 3 μέτρα ψηλότερα από το συνηθισμένο. Κάπως έτσι συνέβη να δημιουργείται στο γυμνό μάτι η αίσθηση ότι η Ρεάλ αμύνεται με μεγάλο βάθος και ότι η Μπαρτσελόνα πιέζει πολύ ψηλά την αντίπαλό της. Το ποια από τις δύο ομάδες εκτέλεσε πιο αποτελεσματικά το σχέδιό της μπορεί κανείς να το καταλάβει βλέποντας το replay του πρώτου γκολ της Ρεάλ· ο Ζιντάν είχε ετοιμάσει την ομάδα του για να είναι ανθετική στο πρέσινγκ ψηλά, η Μπαρτσελόνα έχανε τη συγκέντρωσή της και οι ποδοσφαιριστές της Ρεάλ που είναι μεγάλοι μάστορες στην μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση την πλήγωσαν με τις αντεπιθέσεις τους. Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που βρήκα νόημα να γράψω αυτό το σημείωμα. Εστιάζω στο γεγονός ότι και οι δύο προπονητές ένιωθαν ότι έχουν τους παίκτες με τα χαρακτηριστικά που τους επιτρέπουν αυτή την αλλαγή αλλά και ότι έχουν εκπαιδεύσει επαρκώς τις ομάδες τους για να λειτουργήσουν με αυτή την αλλαγή.

Οι πληροφορίες για τις τακτικές του clasico έφεραν στο μυαλό μου ένα σεμινάριο του Ζοσέ Μουρίνιο, στο οποίο είχε αναλύσει τη διαδικασία που ακολούθησε για να χτίσει την ομάδα της 2ης σεζόν του στην Ιντερ – την ομάδα του τρεμπλ. Σε αυτό ο Πορτογάλος προπονητής ανέλυε τις ιδέες που οδήγησαν στον σχηματισμό του ρόστερ του. Και σε μια αποστροφή του λόγου του, εξηγούσε πώς και γιατί έφτασε η Ίντερ στην απόκτηση του Λούτσιο, του Βραζιλιάνου διεθνούς κεντρικού αμυντικού. “Είχα καταλήξει στην απόφαση να βάλω την ομάδα μου ψηλότερα στο τερέν, να ανεβάσω ψηλότερα στο τερέν την αμυντική μου γραμμή. Για να το κάνω όμως αυτό είχα ανάγκη έναν πιο γρήγορο στόπερ από αυτούς που είχα. Κάπως έτσι καταλήξαμε στον Λούτσιο, κι όταν τον πρόσθεσα στην ομάδα αισθάνθηκα την εμπιστοσύνη για να ανεβάσω ψηλότερα την άμυνα”, εξηγούσε ο Πορτογάλος.

Μια παρόμοια συζήτηση, σχετικά με τον τρόπο που μετασχημάτισε την φετινή Μάντσεστερ Σίτι κατά την διάρκεια της σεζόν έπιασε τις προάλλες ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Απαντούσε σε ερωτήσεις σχετικά με το τι άλλαξε στη Σίτι για να πετύχει αυτή την μετατροπή της σε μια ομάδα που επιτρέπει πολύ λίγες ευκαιρίες στον αντίπαλο και δέχεται λιγότερα γκολ. “Εκεί που στηνόμασταν στηνόμαστε και τώρα, στα ίδια μέτρα βάζουμε την αμυντική γραμμή. Αυτά που άλλαξαν είναι τα χαρακτηριστικά των ποδοσφαιριστών στον κεντρικό άξονα – στη μεσαία γραμμή και στην αμυντική γραμμή”, απαντούσε με μια φυσικότητα που πρόδιδε ειλικρίνεια ο Ισπανός. Είχε αποκτήσει τους ποδοσφαιριστές με διαφορετικά χαρακτηριστικά, δηλαδή κεντρικούς μέσους με μεγαλύτερη ισορροπία στις δύο φάσεις του παιχνιδιού, έβαλε τον Ρούμπεν Ντίας, που είχε αγοράσει, στην άμυνα, ο οποίος εξελίχθηκε αμέσως στον οργανωτή της, επανέφερε στην άμυνα δίπλα στον Ντίας τον Στόουνς και επειδή είχε εκπαιδεύσει την ομάδα του για όλη αυτή την αλλαγή την είδε να παίρνει αμέσως μπρος από τον Νοέμβριο.

Την περασμένη Κυριακή στο Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός, στο 36’ο λεπτό ο Ολυμπιακός που έχανε, έχασε τον έναν εκ των τριών κεντρικών αμυντικών που είχε στο τερέν, τον Μπα. Ο Πέδρο Μαρτίνς άλλαξε σχηματισμό, έβαλε έναν κεντρικό επιθετικό στη θέση ενός κεντρικού αμυντικού και ο Ολυμπιακός βγήκε ωφελημένος από την αλλαγή και τελικά ανέτρεψε την κατάσταση και βγήκε νικητής.

Τι κοινό έχουν αυτές οι πέντε ομάδες (Ρεάλ, Μπαρτσελόνα, Ίντερ, Ολυμπιακός); Στον πάγκο τους βρισκόταν ο προπονητής που είχε σχεδιάσει το ρόστερ και είχε κάνει προετοιμασία με την ομάδα του. Και με εξαίρεση τον Κούμαν, αυτοί οι προπονητές διένυαν/διανύουν τον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο χρόνο τους στην ίδια ομάδα.

Κρατώντας όλα τα παραπάνω στο μυαλό και κοιτάζοντας από αυτή την γωνία όλο αυτό που συμβαίνει στα παιχνίδια του ΠΑΟΚ, του Παναθηναϊκού, της ΑΕΚ κάθε φορά που ένας προπονητής δεν έχει στη διάθεσή του τους έντεκα βασικούς του ή αναγκάζεται λόγω καταστάσεων παιχνιδιού να δοκιμάσει νέους σχηματισμούς, νέα συστήματα, ή παίκτες σε διαφορετικές θέσεις για να καλύψουν κενό, μπορείς πιο εύκολα να κατανοήσεις τα ελαφρυντικά των προπονητών. Προπονητών που δεν σχημάτισαν το ρόστερ, δεν έκαναν την προετοιμασία, και δεν έχουν προλάβει, ή δεν έχουν καταφέρει να χτίσουν την επίγνωση που έχει ανάγκη μια ομάδα για να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν της προκύπτουν αλλαγές.

Αυτή δεν είναι η εξήγηση για κάθε ένα από τα αγωνιστικά προβλήματα που έχουν παρουσιάσει η ΑΕΚ, ο Παναθηναϊκός και ο ΠΑΟΚ. Είναι όμως μια παραπάνω από σημαντική παράμετρος, την οποία δεν μπορεί να προσπερνά αδιάφορα αυτός που αξιολογεί το έργο που παρουσιάζει ένας προπονητής σε μια ομάδα. Και οι τρεις, αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν ότι δεν έχουν τους παίκτες με τα χαρακτηριστικά που έχουν ανάγκη για να βγάλουν τις ιδέες τους στο τερέν. Και πώς να μην τους ακούσεις σε αυτό; Ο Μπόλονι, ο Χιμένεθ, ο Γκαρσία δεν σχημάτισαν το ρόστερ του καλοκαιριού, ούτε έκαναν προετοιμασία. Και σε μια σεζόν σαν αυτή, με τα στριμωγμένα σερί παιχνίδια και τις ειδικές συνθήκες των άδειων εξεδρών λόγω κορονοϊού, οι προπονητές την είχαν ανάγκη αυτή την προεργασία και την προετοιμασία. Ο Μπόλονι, ο Χιμένεθ και ο Γκαρσία προσπαθούν εδώ και καιρό να φτιάξουν μια αποτελεσματική συνταγή με ότι υλικά βρήκαν, κι όσα πρόλαβαν να προμηθευτούν στην μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου. Ακόμη και αν είναι το ίδιο αποτελεσματικοί προπονητές με τον Μαρτίνς, δεν θα μπορούσαν ποτέ να τον αντιμετωπίσουν. Διότι εκείνος τους πολεμάει με την ομάδα που έφτιαξε· όχι με αυτή που βρήκε. Και το σκληρό για αυτούς είναι ότι θα κριθούν από την απόδοση της πρόχειρης συνταγής. Και κάποιοι τελικώς δεν θα πάρουν την ευκαιρία να φτιάξουν μια ομάδα όπως την έχουν στο κεφάλι τους.

Πηγή: Gazzetta