
Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Ο Φλικ αντιστάθηκε στον πειρασμό να βάλει στον τελικό τον Παβάρ. Και πήρε την ασίστ της νίκης από τον Κίμιχ. Επίσης ο Φλικ ενέδωσε στον πειρασμό να φέρει στον τελικό, αντί του Πέρισιτς, τα πιο φρέσκα/γρήγορα πόδια του Κομάν απέναντι στον αδύναμο κρίκο Κέρερ. Και πήρε από τον Κομάν το γκολ. Κυρίως, ο Φλικ αντιστάθηκε στον πειρασμό των προσαρμογών λόγω Μ’Μπαπέ και Νεϊμάρ. Η Παρί Σεν-Ζερμέν είχε πάνω από τέσσερα χρόνια, να μη σκοράρει σε ματς Τσάμπιονς Λιγκ. Ωστόσο, ο προπονητής της Μπάγερν κράτησε την πίστη στην στρατηγική. Κράτησε τη γραμμή της άμυνάς του, ψηλά. Υψηλό ρίσκο, υψηλή ανταμοιβή.
Οι Βαυαροί κατέκτησαν το έκτο. Τα τρία στα 70s, τα πήραν με τον Λάτεκ και τον Κράμερ. Τα επόμενα τρία αυτόν τον αιώνα, ένα με τον Χίτσφελντ, ένα με τον Χάινκες, ένα με τον Φλικ. Πρέπει πρώτα να καταλαβαίνεις τη Μπάγερν, τις ιδιαιτερότητες αυτού του κλαμπ-γίγας, για να είσαι μετά ο προπονητής της Μπάγερν. Οι Γερμανοί, τα παιδιά του δικού τους ποδοσφαίρου, την καταλαβαίνουν καλύτερα. Οταν δοκίμασαν με τους μεγαλύτερους προπονητές που θα μπορούσαν να βρουν στην Ευρώπη και να προσλάβουν, με τον Τραπατόνι κάποτε, αργότερα με τον Φαν Χάαλ, με τον Γουαρδιόλα, με τον Αντσελότι, ο μηχανισμός της κατανόησης δεν λειτούργησε.
Κανένα τρόπαιο Τσάμπιονς Λιγκ στα χρονικά, δεν κατακτήθηκε με στιλ τόσο ολοκληρωτικό όσο εφέτος. Η Μπάγερν έκανε 6/6 νίκες στον όμιλο, 2/2 νίκες με την Τσέλσι ύστερα, 3/3 νίκες στο final-8. Βγαίνει ένα 11/11. Ούτε μία ισοπαλία, για αλλαγή! Και 43 γκολ. Παρά ένα, μέσος όρος τέσσερα ανά παιγνίδι. Ηταν δίκαιο. Πραγματοποιήθηκε. Γιατί (και) ο Φλικ καταλαβαίνει τη Μπάγερν πολύ περισσότερο απ’ όσο δεν την κατάλαβε (και) ο Κόβατς. Κάπως έτσι ο σπουδαίος Λεβαντόβσκι γλίτωσε από το να μπει στη λίστα με τον Ρονάλντο, τον Ρομάριο, τον Μπάτζο, τον Μαραδόνα, τον Μπουφόν, τον Ιμπραχίμοβιτς. Τους μεγάλους που δεν έγιναν πρωταθλητές Ευρώπης στο συλλογικό επίπεδο, ποτέ.
Οι ανατροπές με τη Μπορούσια Ντόρτμουντ πριν τον ιό και με την Αταλάντα μετά τον ιό, έδειχναν πως έσπασε εκείνο το χρόνιο πνευματικό φράγμα που έμπαινε ανάμεσα στην Παρί Σεν-Ζερμέν και στην επιτυχία. Η επιτυχία, πράγματι έγινε. Πέντε στις οκτώ ομάδες του final-8, δεν είχαν φτάσει ποτέ σε τελικό. Τουλάχιστον μία, θα το έκανε. Το έκανε η Παρί Σεν-Ζερμέν. Η επιτυχία έγινε, απλώς δεν ολοκληρώθηκε. Ανάμεσα στην επιτυχία της Παρί Σεν-Ζερμέν και στην ολοκλήρωση της επιτυχίας της, μπήκε ο Νόιερ. Ο,τι έψαξε και βρήκε η Παρί Σεν-Ζερμέν πίσω από τη γραμμή άμυνας της Μπάγερν, όλα έσπασαν επάνω του.
Η Μπάγερν, αυτή η Μπάγερν, με αυτόν τον Τιάγκο Αλκάνταρα, φευγάτος μεν εύκολα man of the match του τελικού δε, επιβεβαίωσαν το πανάρχαιο ρητό. Οτι οι τελικοί δεν παίζονται, κερδίζονται. Αλλά στο Τσάμπιονς Λιγκ είναι έως αδύνατον, να κερδίσεις τελικό με την πρώτη κιόλας. Η τελευταία πρωτοεμφανιζόμενη σε τελικό που το κατάφερε, ήταν η Μπορούσια Ντόρτμουντ το ’97. Ο Νεϊμάρ απογοήτευσε, όσο και τότε που επωμίστηκε τη Βραζιλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο πρόπερσι. Η μπάρα, στο τέλος τον κλάταρε. Ο Τούχελ, όταν χρειάστηκε, ψαχούλεψε στον πάγκο του. Δεν πήρε από εκεί, το παραμικρό. Δεν είναι η κάθε βραδυά, του αγίου Τσούπο-Μότινγκ.
Μιλώντας για πάγκους, ένα επιμύθιο. Δεν δίνεις ζωτικό χώρο και χρόνο, στους Κομάν που (ξοδεύεις ένα μπαούλο λεφτά για να) ανατρέφεις; Ενα απ’ όλους αυτούς τους Κομάν, υπάρχει κίνδυνος να τον βρεις κάποτε μπροστά σου. Το επιμύθιο είναι όμως, όχι μόνο για την Παρί Σεν-Ζερμέν. Είναι και για τη Γιουβέντους. Πήραν τότε από την Παρί Σεν-Ζερμέν τον Κομάν τζάμπα, επίσης δεν του έδωσαν χώρο/χρόνο, έβγαλαν ίσαμε τριάντα εκατομμύρια όταν αργότερα τον πήρε η Μπάγερν, ένιωσαν οι πιο πονηροί στον κόσμο, πανηγύριζαν για το κόλπο γκρόσο του δαιμόνιου Μπέπε Μαρότα.
Η Παρί Σεν-Ζερμέν ηττήθηκε σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, με γκολ του Κομάν. Η Γιουβέντους πήρε τα τριάντα αργύρια, για τον Κομάν. Και είδε τα καθέκαστα στην TV. Τα καθέκαστα είναι ότι η Μπάγερν με τον Κομάν κέρδισε το Τσάμπιονς Λιγκ. Και πάνω σε τυπάκια σαν τον Κομάν, φτιάχτηκε πάλι. Πέρυσι, όταν στο Μόναχο η Λίβερπουλ τους έριξε ξεκούραστα τρίμπαλο αμέσως μετά τον όμιλο, ήταν τέλος εποχής. Σε ένα χρόνο, οι Βαυαροί ήδη έφτασαν στην αρχή εποχής. Στην αρχή, της επόμενης εποχής τους. Οι συνεπείς Γερμανοί, το έχουν αυτό. Πάντοτε, ξανάρχονται.
Πηγή: Sport DNA


















