Του Νίκου Παπαδογιάννη
Δυσκολεύομαι να ξεκινήσω ανάλυση για το μακροβούτι του Ολυμπιακού χωρίς να παραπέμψω σε προηγούμενα κείμενά μου, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά. Το περιεχόμενο του μαύρου κουτιού δεν αλλοιώνεται, ούτε από τις εκρήξεις ούτε από την πυρκαγιά ούτε από τον καταποντισμό.
Η οπαδογραφία ανακάλυψε εσχάτως τις αστοχίες στον μετεγγραφικό σχεδιασμό και την εξώφθαλμα λανθασμένη απόφαση για αλλαγή προπονητή, αλλά αυτά τα διαβάζατε σε τούτην εδώ τη στήλη ακόμα και τον καιρό που ο Ολυμπιακός κέρδιζε και τα νερά στο λιμάνι ήταν ήρεμα.
Εάν είχα ένα δεκάρικο για κάθε φορά που έγραψα τις φράσεις «όλοι οι ξένοι του Ολυμπιακού ήταν στοιχήματα» και «ο Μπλατ είναι ο λάθος προπονητής στη λάθος ομάδα τη λάθος εποχή», θα πήγαινα στη Βιτόρια με ιδιωτική πτήση.
Εάν πρόσθετα και ένα ταλιράκι για κάθε κατάρα που εισέπραττα τότε –και αργότερα- από τους τυφλωμένους φανατικούς, που θεωρούν «εχθρό του λαού» όποιον δεν πάει με το ρεύμα, θα αγόραζα και το αεροπλάνο.
Σταθείτε, όμως, έχει κι άλλα.
Ο Ολυμπιακός των προηγούμενων ετών έφτασε πιο ψηλά από όσο θα περίμενε κανείς ζυγίζοντας το ταλέντο των παικτών του και τις εκάστοτε συγκυρίες (π.χ. το διαρκές κύμα των τραυματισμών).
Υπό κανονικές συνθήκες, τα χέρια του δεν θα έφταναν να αγγίξουν το ταβάνι. Ουδέποτε είχε το καλύτερο υλικό στην Ευρώπη, ούτε καν το δεύτερο ή το τρίτο.
Εάν έπαιξε σε τέσσερις ευρωπαϊκούς τελικούς και κατέκτησε δύο τρόπαια, το οφείλει κυρίως στην «όλοι για έναν και ένας για όλους» νοοτροπία που πότισε τον οργανισμό την τελευταία δεκαετία και τον έκανε ρωμαλέο, σχεδόν ατσάλινο.
Η στοχοπροσήλωση που εκπορευόταν από το αρχηγείο της ομάδας καθρεφτιζόταν στο παρκέ. Η απόλυτη ησυχία που έβγαινε από τους τέσσερις τοίχους υπενθύμιζε ότι τα στεγανά των αποδυτηρίων –αυτά που αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο για την πρόοδο- ήταν αδιαπέραστα από τα εχθρικά πυρά.
Και ο Ολυμπιακός προχωρούσε. Κέρδιζε επειδή αρνιόταν την ήττα. Ξανά και ξανά και ξανά. Έτσι τον είχαν φτιάξει. Έχανε μόνο όταν επέτρεπε στα φαντάσματα να παίξουν με το μυαλό του.
Ο Σπανούλης υπήρξε το τοτέμ αυτής της φιλοσοφίας, αλλά όχι ο μοναδικός κοινωνός της. Τα ισχυρά θεμέλια τοποθετήθηκαν όχι από την κορυφή, αλλά από τη βάση: από τους προπονητές, από τους Έλληνες παίκτες της δεύτερης γραμμής, από κάποιους προσεκτικά επιλεγμένους ξένους, ακόμα και από τους ανθρώπους που κάθονταν στην άκρη του πάγκου με φόρμες.
Η πρώτη νάρκη που τράνταξε τις κολώνες του οικοδομήματος ήταν η φυγή του αναντικατάστατου Σλούκα. Η δεύτερη, η απώλεια του πολύτιμου Παπαπέτρου. Η τρίτη, το διαζύγιο με τον Σφαιρόπουλο, του οποίου το έργο υπήρξε ιδανικό αντίδοτο για την αδικαιολόγητη απόλυση του Μπαρτζώκα.
Τα προβλήματα που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι Αγγελόπουλοι στην επιχειρηματική και οικογενειακή τους δραστηριότητα θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα και χωρίς συνέπειες, εάν παρέμεναν ισχυρά τα ντουβάρια των αποδυτηρίων. Αλλά φέτος τα ύφαλα τρύπησαν.
Ο προπονητής που επελέγη με βάση τη φήμη του για να διαδεχθεί έναν προκάτοχο απόλυτα επιτυχημένο αποδείχθηκε ολοκληρωτικά ανήμπορος να κρατήσει το καπάκι κλειστό. Οι ξένοι παίκτες που στρατολογήθηκαν για να πλαισιώσουν τον κάπως γερασμένο ελληνικό κορμό δεν είχαν το ειδικό βάρος ή την πείρα για γίνουν φράγμα αντίστασης.
Οι Έλληνες κουράστηκαν, βαρέθηκαν και απογοητεύτηκαν όταν κατάλαβαν ότι η κρίσιμη σεζόν πήγαινε στον βρόντο και ο παινεμένος πυρήνας αποψιλώθηκε. Η γκρίνια για τις πληρωμές ξεπέρασε τους τοίχους των αποδυτηρίων και βγήκε στην επιφάνεια, με ευθύνη των ίδιων των αθλητών.
Τα φαντάσματα ξαναβγήκαν από το χρονοντούλαπο και έγιναν άλλοθι, ώστε να κουκουλωθούν κάτω από το λευκό σεντόνι τους αποτυχίες και αστοχίες δικαίων και αδίκων.
Η πελαγωμένη διοίκηση παραμέρισε τον αξιακό κώδικα που την έκανε να ξεχωρίζει και βάλθηκε να παίζει το παιχνίδι της εξέδρας (αυτής που έλαμψε με την απουσία της, στο αποψινό ματς με τη Νταρουσάφακα), ίσως για να μείνει στο απυρόβλητο των λαϊκών δικαστηρίων.
Η μανία καταδίωξης έγινε επίσημη γραμμή και οι Αγγελόπουλοι προχώρησαν σε μία κίνηση που μπορεί να χειροκροτήθηκε από τους (περαστικούς από το μπάσκετ) φανατικούς, αλλά ευτέλισε το όνομα της ομάδας και υπέσκαψε το κύρος της.
Όταν ο Ολυμπιακός αποχώρησε από το ΟΑΚΑ στα μισά του ημιτελικού του Κυπέλλου, έκανε αυτά που κορόιδευε. Οι ίδιοι οι αθλητές του, αλλά και ο προπονητής, ένιωσαν αποκομμένοι από τον ομφάλιο λώρο που έδινε πνοή στην ομάδα.
Η γραμμή της ζωής ξεκινούσε πια από τη διοίκηση και κατέληγε στην κερκίδα, χωρίς να αγγίζει το παρκέ. Οι τραυματισμοί επιδεινώθηκαν μεμιάς, η μετριότητα γιγαντώθηκε, η αδιαφορία έγινε καθεστώς, οι παίκτες εμφανίστηκαν στο γήπεδο με σαγιονάρες.
Ακόμα και η χίμαιρα του Βασιλακόπουλου έπαψε πια να οιστρηλατεί όσους έβρισκαν το νόημα της ζωής τους στο κυνήγι των μαγισσών. Στην Euroleague δεν υπάρχει Βασιλακόπουλος.
Ποιος θέλει στ’ αλήθεια να μεταφερθούν οι εργασίες αυτού του λαμπρού συλλόγου στο άντρο εθνοχουλιγκάνων και μανατζαραίων που λέγεται Αδριατική Λίγκα; Μόνο η ίδια η Αδριατική Λίγκα.
Δεν υπάρχει τρόπος, να βγει κερδισμένος ο Ολυμπιακός από τέτοιας μορφής αυτοακρωτηριασμό. Ούτε τιμωρεί δα τον εχθρό, όποιος αποφασίζει να κόψει το ίδιο του το πόδι.
Ο Ολυμπιακός του τελευταίου διμήνου, ιδίως από το μοιραίο ντέρμπι του Κυπέλλου και μετά, μοιάζει με ακυβέρνητο βαπόρι. Η αυτοκριτική, που ουδέποτε ήταν το φόρτε του, αποτελεί πλέον είδος υπό εξαφάνιση. Όλα τα λάθη που αράδιασα στις προηγούμενες παραγράφους έχουν ως κοινό παρονομαστή τις εσφαλμένες επιλογές της διοίκησης.
Προσωπικά δεν αμφιβάλλω στο παραμικρό για τις καλές προθέσεις των Αγγελόπουλου ούτε σκοπεύω να αμφισβητήσω το αξιέπαινο νέο ήθος το οποίο εξαρχής πρεσβεύουν. Τα λάθη είναι για τους ανθρώπους και η διοίκηση που κατόρθωσε να κατατροπώσει θηρία ακόμα και όταν πολέμησε με σφεντόνες δεν έχει να αποδείξει τίποτε σε κανέναν.
Ωστόσο, το σταυροδρόμι είναι κρίσιμο και απαιτεί γενναίες κινήσεις, αν είναι να ξαναβρεί η ομάδα τον χαμένο δρόμο της, αντί να ναυαγήσει στα κρύα νερά της Αδριατικής.
Ο Ολυμπιακός του Απριλίου 2019 χρειάζεται προπονητή συμβατό με το dna του όσο υπάρχουν ακόμη ενεργά κύτταρα, χρειάζεται παίκτες για να αξιοποιήσει τα τελευταία γόνιμα χρόνια των Σπανούλη-Πρίντεζη, χρειάζεται ανανέωση του έμψυχου υλικού του, χρειάζεται πλάνο, χρειάζεται φλόγα, πάνω απ’ όλα χρειάζεται όραμα.
Το έδαφος μοιάζει τσουρουφλισμένο, αλλά και ο «αιώνιος αντίπαλος» ξεκίνησε να χτίσει πάνω σε καμένη γη το 2012.
Την προηγούμενη φορά που Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός κλήθηκαν να κοιτάξουν με διαύγεια το μέλλον, πριν από τέσσερα χρόνια, οι «πράσινοι» ξανάφεραν στην Ελλάδα τον Νικ Καλάθη, ενώ οι «κόκκινοι» άφησαν ανοιχτή την πόρτα για να φύγει ο Κώστας Σλούκας.
Το δέντρο που σκεπάζει σήμερα τις δύο ομάδες προσφέροντας σε άλλους δροσιά και σε άλλους ψύχρα ρίζωσε το καλοκαίρι του 2015.
Πηγή: Gazzetta
















