Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Στην ίδια φάση, δυο εκ διαμέτρου αντίθετες συμπεριφορές. Ο Αργεντίνος Αραούχο, με πλήρη συναίσθηση της στιγμής, αφιερώνει την γκολάρα του στον δολοφονημένο οπαδό του Άρη. Ο Έλληνας Τζαβέλλας φωνάζει με πάθος «σκουλήκια». Δικαιολογημένοι οι έπαινοι για τον πρώτο, δικαιολογημένη η κατακραυγή για τον δεύτερο.
Τι συνέβη όμως στην πραγματικότητα; Για ποιο λόγο ο ξένος ποδοσφαιριστής διάβασε καλύτερα την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και ο ντόπιος ήταν τόσο εκτός τόπου και χρόνου; Μια πρώτη εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι ο Γιώργος Τζαβέλλας καταλαβαίνει ελληνικά. Και άρα καταλάβαινε τα μπινελίκια που έτρωγε επί 84 λεπτά ο ίδιος και η οικογένειά του και για αυτό αντέδρασε. Δεν πρόκειται βεβαίως για επαρκή δικαιολογία και είμαι βέβαιος ότι το ξέρει και ο ίδιος. Ο εκ των αρχηγών της Εθνικής Ελλάδος απαγορεύεται να καταφεύγει σε εκφράσεις οπαδικού μίσους, τη μέρα που όλη η χώρα πενθεί για τον θάνατο ενός 19χρονου εξαιτίας ακριβώς αυτού του οπαδικού μίσους (και πολλών άλλων πραγμάτων, αλλά ας δεχτούμε ότι τούτο – το οπαδικό μίσος δηλαδή – υπήρξε η αφετηρία του κακού).
Για τον δολοφόνο, ο Άλκης ήταν «σκουλίκι». Αυτήν την άρρωστη νοοτροπία πλήρωσε το παιδί με τη ζωή του. Είναι αδιανόητο ο Τζαβέλλας να την αναπαράγει, γενικά μα και ειδικά ετούτες τις τόσο μαύρες μέρες. Η στάση του φανερώνει κυρίως την πλήρη απουσία στοιχειώδους ενσυναίσθησης.
Και εδώ εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Οι ποδοσφαιριστές αποτελούν δυστυχώς ενεργό μέρος του κύκλου της οπαδικής βίας. Είτε το καταλαβαίνουν, είτε όχι. Ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι οπαδοί καθυβρίζουν μανάδες, συζύγους, οικογένειες. Κι εκείνοι το δέχονται. Χωρίς αντίδραση. Αντίδραση, δεν εννοώ να τους βρίσουν κι αυτοί, όπως έκανε ο Τζαβέλλας. Εννοώ ότι δεν αντιδρούν συνολικά. Να πουν ότι την επόμενη φορά που θα βρίσετε τις μάνες των αντιπάλων μας, εμείς σταματάμε να παίζουμε. Φτάνει μέχρι εδώ με τον οχετό της εξέδρας.
Υπερβολή; Ναι, σαφώς. Αν σκεφτείτε ότι σήμερα οι παίκτες, όχι μονάχα δεν δείχνουν την παραμικρή ενόχληση για όλα αυτά, αλλά συχνά – πυκνά σπεύδουν να πανηγυρίσουν στα πέταλα, με τα ίδια άτομα που επί 90 λεπτά ξερνούν βία και μίσος στα κεφάλια των «εχθρών» (αλλά και των δικών τους, ενίοτε, όταν δεν παίζουν καλά), η απαίτηση για οργανωμένη, μαζική αντίδραση ακούγεται ανέκδοτο.
Μαθαίνουμε ότι ο φονιάς του Άλκη έχει κι άλλη κατηγορία εις βάρος του για μαχαίρωμα, ενώ συμμετείχε και στα επεισόδια στον τελικό του Βόλου. Ξέρετε εκείνο το βρωμόξυλο στον τελικό ΠΑΟΚ – ΑΕΚ, το οποίο βλέπαμε για καμιά ώρα σε ζωντανή μετάδοση κι από τύχη δεν θρηνήσαμε και τότε νεκρούς.
Λοιπόν, εκείνο το παιχνίδι έγινε κανονικά (!) και οι ποδοσφαιριστές του ΠΑΟΚ χάρηκαν την κατάκτηση του τίτλου μαζί με τους οπαδούς τους. Κάποιοι εκ των οποίων εντελώς συμπτωματικά δεν είχαν γίνει φονιάδες μερικές ώρες νωρίτερα. Ένας έγινε μερικά χρόνια αργότερα.
Ουδεμία δυσαρέσκεια και τότε από τους παίκτες, μονάχα αφιερώσεις στον «υπέροχο κόσμο».
Να το πούμε πιο απλά: στο ελληνικό ποδόσφαιρο λείπουν εντελώς οι ποδοσφαιριστές με την προσωπικότητα για να υψώσουν ανάστημα σε όλες αυτές τις ασχήμιες. Να πάρουν ξεκάθαρη θέση στο συγκεκριμένο ή και σε άλλα ακανθώδη κοινωνικά ζητήματα. Το πακέτο περιλαμβάνει κατά κανόνα μόστρα, τατουάζ, ωραία αυτοκίνητα, τέλος. Κανένα πρόβλημα με αυτά, δικαίωμά τους. Αλλά είναι τουλάχιστον θλιβερό μαζί με την εικόνα, να μην ενδιαφέρονται για την ουσία και να μη δείχνουν την παραμικρή διάθεση να διορθώσουν, έστω και λίγο, το εργασιακό τους περιβάλλον.
Ειδικά οι Έλληνες, προσαρμόζονται απολύτως στο χάλι που τους περιβάλλει, γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του (είτε επειδή δεν μπορούν και δεν ξέρουν να κάνουν κάτι άλλο, είτε, συνηθέστερα, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο) και ως εκ τούτου, γίνονται και βασικός κρίκος στην αλυσίδα της βίας.
Ο Τζαβέλλας ήταν απαράδεκτος στο «Βικελίδης». Αλλά ταυτόχρονα δεν είναι και τίποτα παραπάνω από ένα ακόμα -κραυγαλέο – σύμπτωμα της ασθένειας που κατατρώει το ελληνικό ποδόσφαιρο. Του μίσους δηλαδή , το οποίο δίνει τον ρυθμό, στον οποίο κινούνται οι περισσότεροι άνθρωποι του αθλήματος στη χώρα μας.
Του μίσους, το οποίο οι ποδοσφαιριστές συντηρούν με την ανοχή τους ή ακόμα χειρότερα, ταΐζουν με την επιβράβευσή τους.
Υ.Γ. Για να μη με αρχίσετε στα σχόλια: Ναι, οι δημοσιογράφοι έχουν επίσης τεράστια ευθύνη. Οπαδική γραφή, κείμενα γεμάτα μίσος, τίτλοι υπερβολής που ποντάρουν – τροφοδοτούν την οργή, τον θυμό, τα χειρότερα ένστικτα του κοινού, αποτελούν πάγιες πρακτικές στον χώρο. Και κροκοδείλια δάκρυα φυσικά όταν προκύψει το κακό.
Τα έχω γράψει πολλές φορές και είμαι -δυστυχώς- βέβαιος ότι στο μέλλον θα επανέλθω. Απλώς σήμερα το θέμα μου είναι άλλο.
ΥΓ2: Ξεκάθαρη όσο και απαραίτητη η συγγνώμη Τζαβέλλα. Το πιο ενδιαφέρον της κομμάτι ωστόσο ήταν αυτό: “Το μόνο που ζητάω, όμως, ως άνθρωπος του ποδοσφαίρου, είναι κάποια στιγμή να σταματήσουμε να ανεχόμαστε συμπεριφορές που υποδαυλίζουν το μίσος και βγάζουν τον χειρότερο εαυτό μας”. Πολύ σωστά και επιτέλους! Το ίδιο ζητάμε κι εμείς.
Πηγή: Sport DNA






















