Του Αντώνη Καρπετόπουλου
O Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός συνέχισαν την εφετινή συλλογή τους από εκτός έδρας ήττες χάνοντας σχεδόν με κάτω τα χέρια ο πρώτος την Πέμπτη στο Μιλάνο από την Αρμάνι (με 96-89) κι ο δεύτερος χθες βράδυ στη Βαρκελώνη από την Μπαρτσελόνα (με 98-85). Οι ήττες τους έμοιαζαν: και οι δυο παραδόθηκαν μετά από νεκρά επιθετικά διαστήματα, αδυνατώντας παράλληλα σε ολόκληρα δεκάλεπτα να παίξουν άμυνα της προκοπής – κυρίως στην περιφέρεια.

Και η Αρμάνι και η Μπάρτσα φάνηκαν να ξέρουν πως μπορούν να κερδίσουν τα ματς κι αυτό για τις δυο ελληνικές ομάδες είναι το χειρότερο. Σε όλες τις τελευταίες ήττες τους αυτό που βγάζει μάτι είναι ότι ο αντίπαλος σπεκουλάρει σε αδυναμίες. Δεν έχουν τις ίδιες αδυναμίες ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟ. Αλλά αυτές που έχουν είναι πολλές και ευδιάκριτες. Κι επειδή έχουν να κάνουν κυρίως με τα ρόστερ τους πραγματικά απορώ πως προέκυψαν. Πως δηλαδή είναι δυνατόν προπονητές με γνώση της διοργάνωσης όπως ο Γιώργος Μπαρτζώκας και ο Εργκίν Αταμάν να μην βλέπουν από το καλοκαίρι ήδη ότι οι ομάδες που έχουν στα χέρια τους είναι γεμάτες από στοιχήματα. Τα οποία ως γνωστόν ποτέ δεν κερδίζονται όλα.

Ολοι μαζί πέντε πόντους
Ο Ολυμπιακός επιστρέφοντας από την Βαρκελώνη με οδηγεί σε ένα απλό συμπέρασμα: ο Μόντε Μόρις, δηλαδή ο Αμερικάνος παίκτης που μετά κόπων και βασάνων διάλεξε ο Μπαρτζώκας, πρέπει να αποδειχτεί η καλύτερη εφετινή προσθήκη στην ομάδα, αλλιώς η χρονιά θα είναι εξαιρετικά σκληρή για τον πρωταθλητή. Ο Πασκουάλ διόρθωσε την Μπαρτσελόνα σε χρόνο ρεκόρ γιατί την γνωρίζει, αλλά και γιατί βρήκε παίκτες που ξέρουν το σύγχρονο μπάσκετ στο οποίο η ανάληψη της ευθύνης είναι σημαντικότερο από το να σκέφτεσαι τα σχεδιάκια του πίνακα. Ο Κλάιμπερν και ο Πάντερ, που αμφιβάλω πολύ αν θα έβρισκαν ποτέ θέση στο ρόστερ μιας ομάδας του Μπαρτζώκα, διέλυσαν την άμυνα του Ολυμπιακού σουτάροντας εξαιρετικά.
Αν οι αμυντικές αρετές παικτών όπως ο Γουόκαπ, ο Νιλικινα, ο Λι (υποτίθεται πως) είναι τόσο μεγάλες, ώστε να τους συγχωρείται η επιθετική τους αδυναμία καιρό τώρα δεν διακρίνονται ούτε αυτές. Ως προς την επιθετική ανυπαρξία πάντως είναι συνεπείς. Οι τρεις, που δεν μπόρεσαν να περιορίσουν τον Πάντερ σε κανένα σημείο του αγώνα, έδωσαν χθες στον Ολυμπιακό όλοι μαζί λιγότερους πόντους από όσους πέτυχε ο Σατοράνσκι(!) (6 αυτοί, 7 αυτός) και μόλις 1(!) περισσότερο από αυτούς που πέτυχε ο Μπριθουέλα στα μόλις 15 λεπτά της δικής του συμμετοχής. Αλλά δεν έφταιγε μόνο αυτό. Μετά από ένα πρώτο ημίχρονο που ο Ολυμπιακός έμεινε στο ματς κυρίως χάρη στο καλό ξεκίνημα του Μιλουτίνοφ και τους ηρωϊσμούς του Φουρνιέ (που σκόραρε ακόμα και σχεδόν πεσμένος στο παρκέ), υπήρξε μια πλήρης κατάρρευση στο τρίτο δεκάλεπτο, που έχει να κάνει και με αδυναμίες ψηλών να ελέγξουν στοιχειωδώς τα ριμπάουντ: η Μπαρτσελόνα «χτυπούσε» τους Βεζένκοφ, Πίτερς αλλά κυρίως οι παίκτες της μάζευαν επιθετικά ριμπάουντ σαν να μην υπήρχαν αντίπαλοι – πήραν 19, όσα και στην άμυνα!

Ολα θυμίζουν τα προπέρσινα
Ο Ολυμπιακός μάζεψε το σκορ στο τέλος γιατί ο Πασκουάλ άφησε στο γήπεδο τον Πάντερ μόνο 25 λεπτά – του αρκούσαν για 24 πόντους, 3 ασίστ και 3 κλεψίματα.
Ο Ολυμπιακός ακούγεται πως τώρα θα ψάξει και ψηλό. Το πράγμα θυμίζει συνεχώς και όλο και περισσότερο την προπέρσινη χρονιά, εκείνη που μετά την φυγή του Σλούκα και του Βεζένκοφ, και την μη απόκτηση του Ναν, ο Ολυμπιακός έπαιρνε παίκτες όλο το χρόνο (Ράιτ, ΜήτρουΛόνγκ, Πετρούσεφ κτλ) περιμένοντας συνήθως, όπως και τώρα, τον ΜακΚίσικ να του δώσει λίγο κάθετο παιγνίδι. Στο μεταξύ, αντί για την προσφορά των νεοφερμένων, βλέπουμε πόσο λείπουν όσοι ήταν παρόντες πέρυσι. Ο Φαλ αποδείχτηκε αναντικατάστατος και γιατί δεν υπάρχουν πικ εν ρολ ώστε να αξιοποιηθεί περισσότερο ο Χολ. Ο Γκος και ο Βιλντόζα, σε σχέση με αυτούς που υπάρχουν, μοιάζουν παίκτες που έπαιζαν στο all star game του NBA. Και σε μια ομάδα που δέχεται εύκολα πια πάνω από 90 πόντους, αν ο αντίπαλος σουτάρει στοιχειωδώς καλά, είναι να απορείς πως δεν υπάρχει ρόλος για τον Παπανικολάου.
Αν ο Μόρις δεν αποδειχτεί η μεταγραφή της χρονιάς (στην Ευρώπη ολόκληρη) το μπλέξιμο θα είναι τεράστιο. Η δικαιολογία της απουσίας των Γουορντ, ΜακΚίσικ έχει βάση, αλλά ποια ομάδα στην Ευρωλίγκα δεν έχει απόντες; Από την Μπάρτσα έλειπε ο Λαπροβίτολα που έχει κερδίσει φέτος τον ΠΑΟ στο ΣΕΦ.

Όπως χάνει πάντα
Μπλεγμένος είναι και ο ΠΑΟ. Στο Μιλάνο έχασε όπως χάνει φέτος τα ματς από την αρχή της σεζόν: είναι πολύ κακό σημάδι να χάνεις με τον ίδιο τρόπο. Ο ΠΑΟ μπήκε νωθρός και άνευρος, είχε μια αντίδραση κι έκλεισε το πρώτο δεκάλεπτο με 21-26 χάρη στον Σλούκα, αλλά όταν η Αρμάνι σταμάτησε τις συνεργασίες του Ελληνα γκαρντ με τον Φαρίντ το ματς τελείωσε σε χρόνο ρεκόρ: το 33-18 (επί μέρους σκορ δεύτερου δεκαλέπτου) τα λέει όλα για την ανυπαρξία του ΠΑΟ αμυντικά – κυρίως στην περιφέρεια. Ο Μπρουκς σούταρε όλο το βράδυ ανενόχλητος καθώς η Αρμάνι απλά σημάδευε τον DjΣορτς και τον Σλούκα, ενώ ο Αταμάν άφησε τον Ναν 35 λεπτά στο γήπεδο για να κάνει ό,τι γουστάρει ώστε να μην έχει τα νεύρα που είχαμε δει με την Βαλένθια. Επιστράτευσε επίσης και τους Γκριγκόνις και Ρογκαβόπουλο μήπως αυτοί καταφέρουν σε κάτι να αναπληρώσουν την απουσία του Οσμαν: απέδειξαν απλά ότι στην Ευρωλίγκα ο Τούρκος είναι αναντικατάστατος.
Ο,τι συμβαίνει είναι προβλεπόμενο
Στον Παναθηναϊκό συμβαίνουν πολλά από την αρχή της σεζόν που πρέπει να προβληματίζουν διότι είναι εντελώς προβλεπόμενα. Η συνύπαρξη τριών γκαρντ (ειδικά αν ένας από τους τρεις είναι ο Σόρτς) είναι σχεδόν αδύνατη. Ο Γιούρτσεβεν είναι πολύ soft και κάθε λεπτό του στο παρκέ απλοποιεί το παιγνίδι κάθε αντιπάλου: αρκεί να τον «χτυπάς» κι όλα γίνονται εύκολα. Ο Αταμάν εμφανώς πελαγωμένος τελευταία ψάχνει λεπτά συμμετοχής για όλους – έφτασε να απολογηθεί γιατί δεν δίνει χρόνο στον Τολιόπουλο πχ. Υπάρχουν δύο δεδομένα που επιτρέπουν λίγη αισιοδοξία βέβαια: το πρώτο ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει η επιδημία των τραυματισμών και μπορεί να δούμε παίκτες που έχουν παίξει ελάχιστα όπως ο Χόλμς πχ, και το δεύτερο ότι πάντα οι ομάδες του Αταμάν αρχίζουν την σεζόν νωχελικά καθώς ο Τούρκος πιστεύει ότι η κανονική περίοδος δεν είναι παρά ένα διάστημα προετοιμασίας για την συνέχεια. Όμως ο ΠΑΟ δεν είναι Εφές.

Η Εφές δεν έχει καλά καλά οπαδούς και κανείς δεν ξέρει τους ιδιοκτήτες της: εδώ το πράγμα είναι διαφορετικό. Αν κάτι θεαματικά δεν αλλάξει, ο ΠΑΟ κινδυνεύει να τον πνίξει η γκρίνια καθώς λόγο και της διοργάνωσης του Final4 στην Αθήνα, κουβαλάει φέτος και τον άτυπο αλλά βαρύ τίτλο του φαβορί. Ηδη ακούγεται ότι ψάχνει ένα ψηλό: δεν είναι ωστόσο η καλύτερη λύση να φορτώνεις τον Αταμάν με παίκτες και να του ζητάς να χρησιμοποιήσει 10 και 12 σε κάθε ματς. Ούτε το πιστεύει, ούτε ξέρει να το κάνει.
Τα ίδια ακριβώς λάθη
Οι δυο ελληνικές ομάδες νομίζω πως πόνταραν το καλοκαίρι σε παίκτες που δεν ήταν δεδομένο ότι θα προσφέρουν (Εβανς, ΛεΣόρτ), αλλά μοιάζουν και να έχουν υποτιμήσει και τον ανταγωνισμό που φέτος είναι σκληρότερος από πέρυσι. Το πρώτο ήταν υπεραισιοδοξία, το δεύτερο λέγεται έπαρση.
Η Αρμάνι και η Μπάρτσα είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα υποτίμησης. Οι Ιταλοί έραψαν κοστούμια και στους δυο. Με τον Ολυμπιακό ο Ποέτα έπαιξε χωρίς πέντε βασικούς (Μπράουν, Νίμπο, ΛεΝτέι, Σιλντς και Σέστινα) και κέρδισε. Χθες κόντρα στον ΠΑΟ η Αρμάνι δεν συμπλήρωνε 12αδα (!) και πάλι κέρδισε. Το καλοκαίρι άκουγα ότι η Μπάρτσα δεν μπορεί να πάει πουθενά με κουρασμένα παλικάρια που λέγονται Σενγκέλια, Κλάιμπερν, Πάντερ, Βέσελι κτλ. Τα τιμημένα γερατειά στον ΠΑΟ και στον Ολυμπιακό κάνανε φέτος πλάκα. Αλλά στην Ελλάδα δεν γέλασε κανείς…
Πηγή: Gazzetta














