Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξη Σπυρόπουλου

Κάποτε στο Σαράγεβο, Αύγουστος 2011, σ’ ένα φιλικό ματς που ο Φερνάντο Σάντος το αντιλήφθηκε σαν μια ευκαιρία να δει ποδοσφαιριστές όπως ο Πλιάτσικας, ο Ζαραδούκας, ο Πέτσος ή ο Τάτος αλλ’ οι Βόσνιοι (…και καλά έκαναν) το έπαιζαν σαν να ήταν ματς για βαθμούς, κοπανιούνταν όλη νύχτα ο Τζέκο, ο Λούλιτς κι ο Μεντούνιανιν, από ένα σημείο κι έπειτα και ο Μουσλίμοβιτς, να βάλουν τη μπάλα στα δίχτυα. Αποτέλεσμα; Μηδέν-μηδέν.

Πέντε-έξι χρόνια μετά, τώρα, με τον πρώτο σκόρερ της Serie A και με το οκταροδεκάρι της Γιούβε δικούς τους, σε 180 λεπτά ποδοσφαίρου για Παγκόσμιο Κύπελλο έβαλαν στην Ελλάδα ένα γκολ επειδή η μπάλα, από το φάουλ του Πιάνιτς στο Καραϊσκάκη, πήγε δοκάρι/Καρνέζης/μέσα. Είναι 20+ χρόνια και εννέα συναντήσεις μας, με μόλις μία νίκη της Βοσνίας/Ερζεγοβίνης. Σύμπλεγμα! Το είπε μεσοβδόμαδα, όχι εγώ, ο Οσιμ. Μ’ εκείνη την τσεκουράτη γλώσσα. Το σύμπλεγμα, μολονότι αυτοί ήταν η ομάδα που έπαιξε καλύτερα, φάνηκε. Επιβεβαιώθηκε, άλλη μία φορά, στη Ζένιτσα.

Έπαιξαν καλύτερα, σημαίνει ότι (στο α’ ημίχρονο) πράγματι έδωσαν περισσότερη ένταση ψηλά και χαμηλά, έδειξαν την ετοιμότητα να εκμεταλλευτούν το παραμικρό που θα έπεφτε στον δρόμο τους (μια σπόντα, μια αδράνεια της στιγμής, ένα δικό μας κακό πάρσιμο της μπάλας, μια αβέβαιη πάσα), έφθειραν με κάρτες τον Μανωλά και τον Παπασταθόπουλο, έκαναν γρήγορες κινήσεις στα μεσοδιαστήματα κι έφεραν σε θέσεις-γκολ τους ακραίους τους (Βίστσα και Κόντρο). Επιπλέον, και πίσω ήταν άμεσοι στις επεμβάσεις τους, ταχείς. Ο,τι πήγαινε να προκύψει, το τελείωναν σε πρώτο χρόνο. Αφησαν απειροελάχιστα δικαιώματα.

Κι ύστερα (στο β’ μέρος) άρχισαν τις ερωτήσεις…στον εαυτό τους που και πολλοί άλλοι πριν απ’ αυτούς, αντίπαλοι της Ελλάδας, τις έχουν κάνει. Καλά είναι όλ’ αυτά, αλλά φτάνουν; Αρκούν, για τη νίκη; Ότι αναρωτιούνταν, κυλώντας ο χρόνος όλο και πιο πολύ, αυτό αποτυπώθηκε σε νεύρα για ψύλλου πήδημα. Ηξεραν. Και φοβούνταν. Ο φόβος που τους παρέλυε, ήταν η μία φάση μας. Ηλθε, αναπόφευκτα. Από κόρνερ του Πιάνιτς, στην άλλη άκρη του τερέν. Ένα τέλειο transition. Ο Μάνταλος έπρεπε να βρει εστία. Ας το ‘πιανε ο Μπέγκοβιτς. Αυτοί, όποτε έφταναν, την εστία την εύρισκαν. Τα ‘πιασε ο Καρνέζης.

Ο δεξιοτέχνης της παρτίδας, έχει την καρτερία πρώτα να τη σώσει και μετά να πάει για να την κερδίσει. Τα τρία ματς που ήταν «όλο το κόλπο» (Νοέμβριο με τους Βόσνιους, Μάρτιο στο Βέλγιο, Ιούνιο πάλι με τους Βόσνιους) η ελληνική ομάδα τα έσωσε. Το φθινόπωρο πια, θα δοκιμάσει να το ολοκληρώσει. Στον δρόμο της επιστροφής από την απαξίωση πίσω στην καταξίωση, η Εθνική σε τούτη τη φάση έχει διανύσει, περίπου, τη μισή απόσταση. Εάν, στο τέλος, φτάσει ως τη Ρωσία 2018, αυτό θα είναι εξτρά μπόνους. Εάν δεν φτάσει τόσο γρήγορα, τόσο ahead of schedule, πάλι η πορεία επιστροφής δεν ακυρώνεται.

Η Ζένιτσα ήταν (άλλη) μια καλή, κοπιαστική αλλ’ ο κόπος άξιζε, μέρα των διεθνών στη δουλειά. Μας έδωσαν ξανά, να δούμε την προσωπικότητα και την αυτοπεποίθησή τους στη διαχείριση των καταστάσεων. Αν θέλετε, και την τεχνογνωσία τους στη διαχείριση των καταστάσεων. Μπροστά απ’ τους αμυντικούς ο παλαιότερος στην επετηρίδα Τζιόλης ήταν ένας πόλος ηρεμίας/ελέγχου/λογικής και το αισθητήριό του, να προβλέπει και να τοποθετείται, έδεσε αρμονικά με τα διαφορετικά (συμπληρωματικά) χαρακτηριστικά του ρούκι Ζέκα που πήγαινε στα τρεξίματα και στις μονομαχίες. Ηταν τα δύο εξάρια, όπως και η επάνδρωση της αριστερής πλευράς, οι μεγάλες αποφάσεις που ο Σκίμπε είχε να πάρει.

Οι αποφάσεις του Σκίμπε ήταν οι αθλητικά δίκαιες, οι ποδοσφαιρικά λογικές, οι τακτικά σωστές, οι ψυχολογικά άφοβες. Ακόμη και σε σενάριο ήττας, ο Σκίμπε θα είχε το δικαίωμα να είναι ήρεμος (με τη συνείδησή του, που λένε) ότι έπαιξε όπως έπρεπε να παίξει. Ο πόντος πηγαίνει, δικαιωματικά, στο ενεργητικό του προπονητή. Επίσης, και λυπάμαι εάν…στενοχωρώ, πόντος πηγαίνει στο ενεργητικό εκείνου που, όταν είχε στα χέρια τη ζεματιστή πατάτα, προσέλαβε τον Σκίμπε. Του Γκιρτζίκη.

Πηγή: Sport DNA