Ο Ολυμπιακός ξεκίνησε τη σεζόν με ένα εντυπωσιακό πικ και έκτοτε λίγο – λίγο φθίνει. Ο ΠΑΟΚ ξεκίνησε με ένα αγωνιστικό πατατράκ και έκτοτε λίγο – λίγο ανεβαίνει. Φυσικό επακόλουθο αυτών των αντίθετων πορειών είναι η πρώτη μεταξύ τους αναμέτρηση να τους βρίσκει ισόβαθμους στην πρώτη θέση της βαθμολογίας.
Υπήρξε μια υπερβολή στις πρώιμες κρίσεις για τους δυο μονομάχους. Οι Ερυθρόλευκοι είχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, κυρίως με σοβαρές, όχι εξαιρετικές εμφανίσεις. Και είχαν επίσης πολύ καλά διαστήματα σε κάποια παιχνίδια τους στον όμιλο, με Τότεναμ εντός – εκτός και με Μπάγερν εντός, από τα οποία πάντως το μόνο κέρδος τους, πέρα από τις εντυπώσεις, ήταν μια ισοπαλία. Να σημειωθεί δε ότι ο Ολυμπιακός πέτυχε, στα πρώτα ματς, και τους δυο μεγάλους του αντιπάλους σε επιεικώς μέτρια αγωνιστική κατάσταση – διόλου τυχαία και η Τότεναμ και η Μπάγερν απέλυσαν τους προπονητές με τους οποίους ήρθαν στο «Καραϊσκάκης».
Σε κάθε περίπτωση η ευρωπαϊκή πορεία του Ολυμπιακού, ειδικά σε περίπτωση που συνεχίσει στο Europa League, είναι πολύ καλή. Αν ο Μαρτίνς κινδυνεύει –και – εξαιτίας αυτής, τότε κάτι πάει στραβά με το κριτήριο των διοικούντων τον Ολυμπιακό.
Εντός συνόρων βέβαια, ο Ολυμπιακός δεν έχει παίξει ούτε ένα πραγματικά πολύ καλό ματς. Ίσως το καλύτερο, με βάση και την δυναμικότητα του αντιπάλου, ήταν το ντέρμπι με την ΑΕΚ. Στα περισσότερα από τα υπόλοιπα είτε κέρδισε με ένα γκολ διαφορά και δύσκολα, είτε δεν κέρδισε.
Τούτο δεν αλλάζει το γεγονός ότι συνολικά πρόκειται για μια πολύ καλή ομάδα για τα ελληνικά δεδομένα, καλύτερη από πέρυσι, της οποίας το βασικό πρόβλημα, κατά την γνώμη μου, παραμένει ο περίγυρος της. Είτε με παρελκυστικές τακτικές και ατελειώτη γκρίνια για τη διαιτησία και τους «εχθρούς» που πολεμούν τον σύλλογο, είτε χρησιμοποιώντας τα φίλια μέσα για να φουσκώσουν τα μυαλά παικτών και του προπονητικού τιμ, είτε με την ψύχωση που έχει καταλάβει το κλαμπ για την πάση θυσία κατάκτηση του τίτλου, η ζημιά γίνεται κυρίως από την διοίκηση.
Ο Μαρτίνς το τελευταίο διάστημα παρουσιάζεται όλο και πιο συχνά μπερδεμένος και αποπροσανατολισμένος, με αποτέλεσμα και ο ίδιος με τη σειρά του να παρουσιάζει, κυρίως εκτός έδρας, μια ομάδα, μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη, μπλαζέ που δεν παίζει με το μαχαίρι στα δόντια. Η απώλεια έξι βαθμών είναι στο πλαίσιο του κατανοητού και του αποδεκτού βεβαίως – εκτός κι αν κάποιος πίστευε πραγματικά ότι ο Ολυμπιακός θα το έπαιρνε φέτος με περίπατο. Αν όμως έρθει ήττα από τον ΠΑΟΚ, τότε παρότι τίποτα δεν θα έχει κριθεί, το «αποδεκτό», κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει σε «ευχαριστούμε κ. Μαρτίνς, παρακαλώ περάστε από το ταμείο». Και αυτό, με δεδομένο ότι ο Πορτογάλος παρέλαβε πέρυσι το καλοκαίρι κάτι σαν ομάδα και σε ενάμιση χρόνο έφτιαξε ένα σύνολο που κοιτά στα μάτια την Τότεναμ, θα είναι επιεικώς άδικο. Πλην όμως, αφού αποδέχεται τη λογική «πρωτάθλημα πάνω από όλα και με κάθε τρόπο», τότε έχει και ο ίδιος ο Μαρτίνς της ευθύνες του.
Στον αντίποδα, ο ΠΑΟΚ έχασε τον προπονητή του νταμπλ, λίγες ώρες πριν ξεκινήσει την καλοκαιρινή προετοιμασία. Επένδυσε σε έναν ταλαντούχο Πορτογάλο τεχνικό, που δεν είχε βγει ποτέ από την χώρα του, έπαιξε ενάμιση καλό παιχνίδι κόντρα στον Άγιαξ (μια από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης και φέτος), μέχρι να έρθει η παταγώδης αποτυχία κόντρα στον Σλόβαν.
Εκεί και τότε ο «Δικέφαλος» πέρασε την πρώτη, μεγάλη κρίση του, μετά από ενάμιση χρόνο επιτυχιών. Εκεί και τότε έδειξε πόσο έχει μεγαλώσει, πόσο έχει ωριμάσει. Με ηρεμία, σοβαρότητα και προφανώς με σκληρή καθημερινή δουλειά, ο οργανισμός ΠΑΟΚ ξεπέρασε τις αναταράξεις ενός – σχεδόν καταστροφικού – πρόωρου αποκλεισμού όσο καλύτερα γινόταν. Με δύσκολες νίκες στο ξεκίνημα του πρωταθλήματος, με καλύτερες εμφανίσεις στη συνέχεια, με γκέλες εντός έδρας αλλά και με ουσιαστική στήριξη στον Αμπέλ, ο πρωταθλητής παρουσιάζει μια σταθερή βελτίωση, πράγμα βεβαίως ποδοσφαιρικά αναμενόμενο.
Και διατηρεί την «refuse to lose» νοοτροπία που του εμφύσησε ο Λουτσέσκου, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Προφανώς έχει ακόμα αγωνιστικά προβλήματα: η βελτίωση για την οποία μιλούν οι περισσότεροι, είναι (τουλάχιστον για εμένα) μικρή και αργή, το σύστημα του Αμπέλ παρουσιάζει κενά και δεν εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες όλων των παικτών, ο ΠΑΟΚ παίζει σε χαμηλές εντάσεις τα περισσότερα παιχνίδια του, κομβικοί ποδοσφαιριστές του εξακολουθούν να είναι εκτός φόρμας, Μαουρίσιο και Αντρέ δεν έχουν βρει ρυθμό και συγκεκριμένη θέση.
Όμως όλα τα παραπάνω, ο πρωταθλητής τα αντιμετωπίζει ποδοσφαιρικά και ψύχραιμα. Είναι προφανές πια ότι η κατάκτηση του περυσινού τίτλου, με τον τρόπο που επετεύχθη, έχει δώσει σε ολόκληρο τον σύλλογο το απαραίτητο μέταλλο και την ηρεμία για να αντέχει στην πίεση, χωρίς τις τάσεις αυτοκαταστροφής που τον κρατούσαν καθηλωμένο σχεδόν σε ολόκληρη την ιστορία του.
Με τούτα και με εκείνα, η μάχη της Κυριακής βρίσκει Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ ισόβαθμους. Επειδή διεξάγεται στο «Καραϊσκάκης» και επειδή ο Ολυμπιακός έχει περισσότερα να χάσει, θεωρώ ότι έχει σαφώς τον πρώτο λόγο. Αλλά φυσικά ο ΠΑΟΚ έχει δείξει ξανά και ξανά ότι διαθέτει χίλιους και έναν τρόπους να παίρνει το αποτέλεσμα που θέλει.
Το κρίσιμο ερώτημα τόσο για το ντέρμπι, όσο και για την συνέχεια της σεζόν, είναι τι θα συμβεί εκτός αγωνιστικού χώρου – διότι ο ΠΑΟΚ, είτε χάσει, είτε κερδίσει θα συνεχίσει να ασχολείται κυρίως με το ποδόσφαιρο και άρα να βελτιώνεται, μέχρι να έρθουν τα πλέι – οφ όπου θα παιχτεί κατά κύριο λόγο το πρωτάθλημα.
Αν ο Ολυμπιακός μπορεί να κάνει το ίδιο, τότε θα παραμείνει και φαβορί για τον τίτλο. Αν όχι, τότε η σεζόν θα είναι σαφώς πιο δύσκολη από όσο πίστευε το καλοκαίρι η διοίκησή του.
πηγή: sdna.gr














