Επιλογή Σελίδας

Του Παύλου Δεπόλλα

Οι τελικοί του 2000 έχουν ολοκληρωθεί, ο θηριώδης μπασκετμπολίστας έχει κατακτήσει οτιδήποτε… μπορεί να κατακτηθεί μέσα σε μία χρονιά.

Μετά το βραβείο του πολυτιμότερου στο All Star Game, είναι Πρωταθλητής του ΝΒΑ, ως ο MVP του. Είναι ο MVP και της τελικής σειράς. Και… «είμαι πλέον ο μεγάλος Αριστοτέλης. Έτσι θέλω να με αποκαλείτε. Σαν εκείνον που είχε πει ότι η αριστεία δεν είναι μία μεμονωμένη πράξη, είναι συνήθεια».

Σε κανονικό παραλήρημα, με το βραβείο του Most Valuable Player ανά χείρας, ο Σακίλ Ο’Νιλ συνεχίζει ακάθεκτος. «Είσαι αυτός που κάνεις επανειλημμένα» και δώσ’ του νέες επεξηγήσεις για ένα ακόμα παρατσούκλι που μόλις έχει δώσει στον εαυτό του.

Και «Big Aristotle», λοιπόν. Ένας μαύρος Αμερικανός αθλητής στο έμπα του 21ου αιώνα να οικειοποιείται φράσεις και το όνομα ενός Έλληνα φιλοσόφου του 4ου αιώνα π.Χ. Big… φαφλατάς, όχι μόνο στο απόγειο της κυριαρχίας και της δόξας του, ο Ο’Νιλ είναι ο ίδιος στον οποίον αποδίδεται (σε κατοπινό πέρασμά του από την Ελλάδα) η απάντηση «πού να θυμάμαι αν πήγα στην Ακρόπολη; Σε τόσα κλαμπ βρέθηκα, μπορεί να πέρασα κι από αυτό».

Στο λέγειν, μια ζωή κινούμενος μεταξύ σοβαρότητας, σοβαροφάνειας και χοντροκομμένης πλάκας. Στο… πράττειν, δεν υποδύθηκε ποτέ κάποιον άλλον πέρα από αυτό που ήταν. Το απόλυτο πρότυπο σωματικής δύναμης, ο σέντερ που έπαιρνε παραμάζωμα κάθε αντίπαλο, ενίοτε και τα ίδια τα ταμπλό και τα καλάθια. Κατεδαφίζοντας ανθρώπους και αντικείμενα, σαρώνοντας τίτλους και ατομικές διακρίσεις, παρασέρνοντας στο διάβα του κορυφαίες φυσιογνωμίες στην ιστορία της καλαθοσφαίρισης.

Συγκαταλέγεται και ο ίδιος ανάμεσά τους. Ο «Diesel», ο «Superman», ο «Big Barychnikov», ο «Βig Shaqtus», ο «Shaq Fu», ο «Shaq Attack», ο σκέτο «Shaq». Μερικά, ούτε τα μισά από τα γνωστά του προσωνυμία, ιδίας ή… ετερογενούς έμπνευσης. Παιχνίδισμα με το επίθετο «μεγάλος» από τα 216 εκατοστά και τα 150 κιλά του, παιχνίδισμα και με το ιδιαίτερο μικρό του όνομα.

Μέσα στα παιχνίδια, του μπάσκετ, απλώς άπιαστος. Βασικά, ακούνητος. Αμετακίνητος. Με το φαινομενικά ράθυμο στιλάκι του, αλλά γρήγορος στις κινήσεις και δη στο χαρακτηριστικό του drop step, να ελίσσεται γύρω από τον προσωπικό του αντίπαλο και με τη… χαρακτηριστικότερη ταχυδύναμή του και την εκρηκτικότητα να καρφώνει την μπάλα σε ένα καλάθι που τραντάζεται.

Ο Σακίλ Ο’Νιλ σε ηλικία 26 ετών / Photo by: INTIME.

Sprechen Sie Deutsch?

Ο Σακίλ Ρασόν Ο’Νιλ έρχεται στον κόσμο στις 6 Μαρτίου 1972 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ. Παιδί της Λουσίλ και μόνο βιολογικά του Τζο Τόνεϊ, μπασκετμπολίστα σε κολεγιακό επίπεδο που μπλέκει με ναρκωτικά και εξαφανίζεται επί δεκαετίες από τη ζωή του. Να ‘ναι καλά η μαμά για τα γονίδια (ψηλότερη του πρώτου άντρα της, 1.88μ.!) και μαζί της ο πατριός Φιλ Χάρισον για την ανατροφή του.

Στα 13 του ο Σακίλ είναι ήδη σχεδόν δίμετρος. Μα και ένα όρθιο κούτσουρο, όταν βρίσκεται μέσα στις τέσσερεις γραμμές στα γήπεδα στρατιωτικών βάσεων στη Γερμανία. Ο μίστερ Χάρισον είναι Λοχίας του US Army… Επισκέπτης μια φορά στον Βιλντφλέκεν ο Ντέιλ Μπράουν. Κόουτς του Λουιζιάνα Στέιτ και δεινός ομιλητής, ξεχωριστός άλλωστε motivator στο NCAA και δη στην 25ετία του στο LSU.

«Έχει έρθει ένας προπονητής μπάσκετ εδώ πέρα. Πήγαινε να τον ακούσεις, μπορεί να λάβεις καλές συμβουλές», παροτρύνει ο πατριός.

Αυτός που δεν πιστεύει σε αυτό που ακούει είναι ο κόουτς. Όταν λαμβάνει την απάντηση «είμαι 13 ετών» από το ντερέκι που μόλις το έχει ρωτήσει πόσον καιρό βρίσκεται στον στρατό…

Ξεκινάει αλληλογραφία, με τα γράμματα που φτάνουν από τις ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή της Έσσης να εμπεριέχουν από συμβουλές ζωής μέχρι περίπλοκα συστήματα καλαθοσφαίρισης. Ο «Σακ» επαναπατρίζεται με τη φαμίλια του σε ηλικία 16 ετών. Ντερέκι 208 εκατοστών, οδηγεί στον πολιτειακό τίτλο του Τέξας το Λύκειο Ρόμπερτ Κόουλ στο Σαν Αντόνιο και τίθεται υπό τις οδηγίες του Μπράουν.

Αν και προτιμά το Τζορτζτάουν ελέω (πρότερης θητείας στους Χόγιας του ινδάλματός του και λόγου που φορούσε το «33» στο σχολείο) Πάτρικ Γιούιν, το… Τζορτζτάουν δεν προτιμά αυτόν. Δεν προσφέρει υποτροφία, κάτι που φυσικά κάνει το πρόγραμμα που “τρέχει” ο γνώριμός του από τη Γερμανία τεχνικός.

Ο Σακίλ Ο’Νιλ με τη φανέλα του Λουιζιάνα Στέιτ.

«Ο Μπράουν μού την πρόσφερε, όταν ακόμη ήμουν ο κανένας. Θα μπορούσα να επιλέξω άλλες καλύτερες ομάδας, μα δεν μου έκανε καρδιά», έχει εξηγήσει σε συνέντευξή του στο «Esquire» ο «Σακ». Μοναδικός ανήλικος στους Τάιγκερς του Λουιζιάνα Στέιτ, μένει όλη μέρα στο κάμπους του Πανεπιστημίου. Άρα γυμνάζεται με τις ώρες. Άρα φτιάχνει κορμί που τρομάζει. Άρα γρήγορα αποκτά στάτους βασικού.

Δίχως να αμελεί τα μαθήματά του στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, αγγίζει το άριστα μάλιστα σε ένα εξάμηνο, μεταμορφώνεται σε ένα αγρίμι πάνω στο παρκέ. Ηγέτης της ομάδας είναι ο κοντοπίθαρος αλλά μάγος με την μπάλα στα χέρια, Κρις Τζάκσον. Ο μετέπειτα Μαχμούντ Αμπντούλ-Ραούφ, σταρ των Νάγκετς και στη δύση της καριέρας του τού Άρη.

Βασικός στο “5” τη σεζόν 1989-1990 είναι ο έτερος σταρ και επίσης -σαν τον Shaq- θηριώδης, Στάνλεϊ Ρόμπερτς, ο οποίος θα περάσει πολύ νωρίτερα (από τον Τζάκσον) από τον Άρη! Υπάρχει και ο σέντερ Χέιρτ Χάμινκ, πιο μετά παίκτης του Πανιωνίου, της ΑΕΚ, του (μα ναι!) Άρη. Με τον Ολλανδό, ο Ο’Νιλ θα πορευτεί στην τριετία του εκεί σε νικηφόρες χρονιές αλλά όχι και σε κάποια επιστροφή στο Final 4 που είχαν γνωρίσει δις στα ‘90s οι «Τίγρεις».

Φεύγει για το ΝΒΑ το 1992, ύστερα από δύο περιόδους (βασικός πια) 28 και 24 πόντων μέσο όρο –και άνω των 14 ριμπάουντ, άνω των 5 κοψιμάτων! Δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο, κάτι έστω παρεμφερές στον σωματότυπο, στη σωματοδομή, στη φυσική δύναμη του 20χρονου από το Νιου Τζέρσεϊ.

Κι ας μιλάμε για ένα ιστορικό ως προς τους ταλαντούχους ντραφτ, στο οποίο πίσω από το αδιαμφισβήτητο Νο.1 επιλέγεται ο Αλόνζο Μούρνινγκ και ο Κρίστιαν Λέτνερ, μέλος της «Dream Team» το ίδιο καλοκαίρι στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης.

Αύγουστος 1994: Ο Σακίλ Ο’Νιλ με τη φανέλα των ΗΠΑ καρφώνει στο καλάθι της Κίνας σε αναμέτρηση για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο Τορόντο / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Μεγάλο ψάρι σε ξερή λίμνη

Και επειδή δίχως Άρη… δεν γίνεται, ο Ο’Νιλ αλλάζει νούμερο ως ρούκι στο Ορλάντο, επειδή κάποιος Τέρι Κάτλετζ αρνείται να του δώσει το «33». Πρόκειται για τον ίδιο Κάτλετζ που δύο χρόνια αργότερα βλέπει την πόρτα της εξόδου από τον «Αυτοκράτορα» του ελληνικού μπάσκετ.

Ο… soon to be αυτοκράτορας των ΗΠΑ βολεύεται με το «32». Του Μάτζικ Τζόνσον των Λέικερς. Μαζί του έχει κάνει ατομικές προπονήσεις το ίδιο πάντα θέρος του 1992.

Κυριαρχεί στο ΝΒΑ κυριολεκτικά από την πρώτη μέρα. Παίκτης της εβδομάδας στην Ανατολή στην εναρκτήρια βδομάδα, πρώτος ρούκι που ψηφίζεται βασικός στο All Star Game από τον Μάικλ Τζόρνταν και πάει λέγοντας. Και κλαίγοντας για τους αντιπάλους, οι οποίοι δεν μπορούν να τον σπρώξουν ή να αποφύγουν τα (3.5 –θα παραμείνει career high) κοψίματά του.

Στην ισοβαθμία με την Ιντιάνα χάνει τα πλέι οφ. Για πρώτη και… προτελευταία φορά σε μια επαγγελματική καριέρα 19 ετών. Τους Πέισερς θα τους έχει έκτοτε άχτι, μέχρι που θα τους υποσκελίσει στους τελικούς για τον πρώτο του τίτλο (το 2000). Μέχρι τότε, ο θρύλος του μέσα στις τέσσερεις γραμμές θεριεύει.

Επιβάλλει (την προώθηση του Μπράιαν Χιλ ως πρώτου) προπονητή, επιβάλλει τον νόμο του στις ρακέτες. Συνθέτει το πρώτο γνωστό του δίδυμο με παρτενέρ τον Πένι Χαρνταγουέι και, σε εποχές που τα σκορ λήγουν συνήθως -αρκετά- κάτω από τους 100 πόντους, καταγράφει νούμερα του στιλ 24-28-15, όπως σε ένα ματς με τους… πατριώτες του, τους Νιου Τζέρσεϊ Νετς. Με ριμπάουντ και τάπες, έτσι;

ΦΩΤΟ ΟΚ    Ο Σακίλ Ο’Νιλ σε ηλικία 22 ετών / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Βάζει 29.3 πόντους στη δεύτερη σεζόν του, τους επαναλαμβάνει στην τρίτη ως ο κορυφαίος τώρα σκόρερ της λίγκας, αποκλείει και την Ιντιάνα (η οποία το 1994 έχει αποκλείσει εκείνη τους Μάτζικ) στην ποστ σίζον. Παίρνει γεύση από ΝΒΑ Finals, έστω κι αν “σκουπίζεται” από τους Ρόκετς του Χακίμ Ολάζουον – όπως και από τους καλύτερους Μπουλς όλων των εποχών το 1996, με τον Μάικλ Τζόρνταν πίσω στα παρκέ.

Η κόντρα του με τον ακόμα πιο μεγαλόστομο Ρέτζι Μίλερ των Πέισερς φτιάχνει πρωτοσέλιδα, αλλά οι δυο τους τα βρίσκουν χάρη στην Team USA. Είναι συμπαίκτες στην κατάκτηση του Μουντομπάσκετ ’94 στο Τορόντο, εκεί όπου ο MVP του τουρνουά, Σακίλ, μαζί με την παρέα του συντρίβουν με 39 πόντους την Εθνική Ελλάδος στον ημιτελικό. Δύο χρόνια αργότερα φοράει Χρυσό μετάλλιο και στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα.

Μονάχα αυτός και ο Μίλερ είναι παρόντες στις «Dream Team ΙΙ» και «ΙΙΙ».

Η σχέση του όμως με το Ορλάντο μόνο ονειρεμένη δεν είναι πλέον. Θέλει να ελέγχει τα πάντα, δεν θέλει να έχει ο Χαρνταγουέι τα δικά του προνόμια. Αμφισβητείται από τον Τύπο η κυριαρχία του. Αφήνονται αιχμές μέχρι και για το κατά πόσο αποτελεί παράδειγμα για την κοινωνία, ως πατέρας ο ίδιος που δεν έχει φορέσει… βέρα στη σύντροφό του.

Αντιλαμβάνεται ότι, για να φορέσει χρυσό δαχτυλίδι τίτλου, πρέπει να αλλάξει περιβάλλον. «Νιώθω σαν ένα μεγάλο ψάρι σε μια ξερή λίμνη», προαναγγέλλει την υπογραφή του σε επταετές συμβόλαιο με τους Λέικερς, εν μέσω Ολυμπιακών Αγώνων. 

Φεβρουάριος 1996 – Μάιος 1999: Ο Σακίλ Ο’Νιλ με τις φανέλες των Ορλάντο Μάτζικ και των Λος Άντζελες Λέικερς / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Δεν τον έφταναν στο μικρό του δαχτυλάκι

Πεντάκις Πρωταθλητές τη δεκαετία του ’80, οι Λος Άντζελες Λέικερς παραμένουν δίχως τίτλο από το 1988. Η εποχή του Μάτζικ και του Τζαμπάρ, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να πάρει τα νούμερα που έχει φορέσει και “ανεβαίνει” στο «34», έχει παρέλθει. Όχι όμως ανεπιστρεπτί.

Οι Καλιφορνέζοι πρωταγωνιστούν στη Δύση. Ο ψηλός τους χάνει αρκετά ματς στις τρεις πρώτες χρονιές του στο ΛΑ, στα δε πλέι οφ η Γιούτα δις και οι Σπερς τούς πετάνε έξω. Το θέμα είναι ότι έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί πλέον η εποχή «MJ» στο Σικάγο – και αναλαμβάνει ο άνθρωπός μας να καλύψει το κενό. Με τη βοήθεια φυσικά του Κόμπι Μπράιαντ, αλλά και του Φιλ Τζάκσον που προσλαμβάνεται το 1999.

Ο «Ζεν Μάστερ» βάζει τον πήχυ στον ουρανό. «Στο τέλος της καριέρας σου, το βραβείο του MVP πρέπει να φέρει το όνομά σου», του λέει ο άνθρωπος που καθοδηγούσε τόσα χρόνια -και προς έξι τίτλους- έναν… Μάικλ Τζόρνταν. Τρία χρόνια αργότερα έχει φτάσει σε ένα ακόμα (τρίτο για τον ίδιο) three-peat.

Ιστορικά σαρωτική για τον Ο’Νιλ η πρώτη χρονιά της συνεργασίας τους. Γίνεται μόλις ο τρίτος ΝΒΑer όλων των εποχών με… τριπλό MVP (αγωνιστικής περιόδου, τελικών, All Star Game) μετά τους Γουίλις Ριντ και Τζόρνταν. Γίνεται ο τελευταίος παίκτης που ξεπερνά σε ένα ματς τους 60 πόντους δίχως τρίποντο, μέχρι να τον μιμηθεί σχεδόν δυόμισι δεκαετίες αργότερα ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. Και αποκτά απρόσμενο εχθρό στο πρόσωπο ενός ρεπόρτερ του «CNN». Ο Φρεντ Χίκμαν και η ψήφος του στον Άλεν Άιβερσον στερούν από τον «Σακ» την πρώτη απονομή βραβείου για τον πολυτιμότερο παίκτη παμψηφεί!

Ο Ο’Νιλ είναι ο καλύτερος σκόρερ του Πρωταθλήματος, μα πλέον δίνει περισσότερη προσοχή και στην άμυνα, με αποτέλεσμα να αρχίσει να συγκαταλέγεται και στις All-Defensive Teams.

Ιούνιος 2000: Ο Σακίλ Ο’Νιλ με το τρόπαιο του MVP μαζί με τον Κόμπι Μπράιαντ, Πρωταθλητές ΝΒΑ με τους Λος Άντζελες Λέικερς / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ (Electronic Image).

Στην τελική σειρά του 2001 βρίσκει την ευκαιρία να απαντήσει γενικά στους διαπιστευμένους δημοσιογράφους που έχουν ψηφίσει Αμυντικό της Χρονιάς τον Ντικέμπε Μουτόμπο, όπως και ειδικά στον… Χίκμαν. Θύμα του είναι η Φιλαδέλφεια. Του Αφρικανού μπλοκέρ και του γκάνγκστα κοντού!

Το τρίτο δαχτυλίδι έρχεται σχεδόν διαδικαστικά. Είναι ο MVP και στο 4-0 επί των Νετς, είναι ο πιο παραγωγικός (σε μέσους όρους πόντων) σέντερ στην ιστορία των ΝΒΑ Finals. Κι ας έχει ξεκινήσει η χρόνια στο εξής ταλαιπωρία με το μικρό δάχτυλο του αριστερού του ποδιού και τις ουκ ολίγες επεμβάσεις στις οποίες θα προβεί.

Η θητεία του στους «Λιμνανθρώπους» ολοκληρώνεται με χαμένους τελικούς κόντρα στους Πίστονς το 2004 και στο Μαϊάμι πάει ως βετεράνος, για να συνδράμει τον νέο τους αστέρα, ονόματι Ντουέιν Γουέιντ.

Στην Φλόριντα τού παίρνει ακόμα λιγότερο χρόνο να γίνει Πρωταθλητής. Το 2006, στην χρονιά που ο Πατ Ράιλι αναλαμβάνει ξανά χεντ κόουτς. Έχοντας καταφέρει να φανεί λειτουργικός στην στριφνή «triangle offense» του Τζάκσον, ο Σακίλ έχει για παιχνιδάκι τα plays του “δανδή” του ΝΒΑ.

Ο τελευταίος φροντίζει να κατεβάσει σε επίπεδα career low τα λεπτά της “κολόνας” σε μία δύσκολη και ελέω αστραγάλου χρονιά. Επιβραβεύεται στην ποστ σίζον.

Παρθενικός τίτλος για τους Χιτ, με τον σέντερ τους να έχει στα πλέι οφ το career high 61.2% εντός παιδιάς. Μέσους όρους σε επίπεδα νταμπλ-νταμπλ (18.4 π., 9.8 ρ.), τις καλύτερες εμφανίσεις του στα ματς που έδωσαν πρόκριση σε επόμενους γύρους κόντρα σε Μπουλς (30-20) και Πίστονς (28-16, συν 5 τάπες). Αουτσάιντερ στην τελική σειρά το Μαϊάμι; Εκκίνηση με 0-2; Σερί τεσσάρων νικών και το σαρδόνιο χαμόγελο του ψηλού ήταν εκεί σε νέα επινίκια.

Ιούνιος 2006: Σακίλ Ο’Νιλ και Ντουέιν Γουέιντ, Πρωταθλητές ΝΒΑ με τους Μαϊάμι Χιτ / Photo by: Eurokinissi (AFP).

Σχέσεις (στ)οργής, στωικός και… κυνικός

Κι αν έχει φάει ξύλο στην καριέρα του… Οι περισσότεροι αντίπαλοι τον σταματούν μονάχα με φάουλ κι έτσι, όταν τίθεται σε εφαρμογή το περίφημο «hack-a-Shaq», δεν μπορεί παρά να χαμογελάει. Τον στέλνουν εκούσια στηn γραμμή των βολών και συνήθως δεν το μετανιώνουν. Με 52.7% θα αποχωρήσει το 2011 από τα γήπεδα, ως παίκτης των Σέλτικς.

Σε αυτά τα 19 χρόνια θα ρίξει κι αυτός τις ψιλές του. Όσο κι αν στις περισσότερες περιπτώσεις δέχεται τα σκληρά φάουλ ως… στωικός φιλόσοφος, ο «μεγάλος Αριστοτέλης» θα έχει τις στιγμές που θα ανταποδώσει, που θα ξεφύγει.

Όταν ο Μπραντ Μίλερ τον Μπουλς τον σταματάει με σκληρό φάουλ, εκείνος τον γρονθοκοπεί από πίσω και πάει να τον σκοτώσει.

Στον προκάτοχό του στο “5” των Λέικερς, τον Βλάντε Ντίβατς, των δυνατών Κινγκς, επιφυλάσσει… θηλυκό γένος. «She», το άκομψο ξεκίνημα των αναφορών του στον Σέρβο σέντερ. Θεωρώντας πως κερδίζει φάουλ με πονηρό, ύπουλο τρόπο. Κάνοντας φλόπινγκ.

Υποδέχεται στο ΝΒΑ τον Γιάο Μινγκ με το παιδιάστικο «πείτε στον Κινέζο από μένα ότι τσινγκ τσονγκ γιανγκ», δημιουργεί υποτιμητικό νεολογισμό για τον εαυτό του («dampiered») για να δείξει ότι έπαιξε χάλια σαν τον σέντερ Έρικ Ντάμπιερ, ο οποίος απέναντί του συνήθως έμενε άποντος. Δημιουργός context από παλιά ο τύπος…

Δεν μιλιέται με τον Ντουάιτ Χάουαρντ, καταλογίζοντάς του ότι του έκλεψε το παρατσούκλι «Superman». Άσε κι ένα σε άλλους, ρε «Σακ»! Δεν ορρωδεί προ ουδενός, τα βάζει και με αυτόν τον Κόμπι Μπράιαντ. Η μεγαλύτερη, η πιο διάσημη κόντρα του στο ΝΒΑ.

Ο Σακίλ Ο’Νιλ σε ηλικία 31 ετών / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Μαζί φτάνουν στο Λος Άντζελες το 1996. Ο κατοπινός «Black Mamba» είναι ρούκι, ορμώμενος από χάι σκουλ. Ως σχολιαρόπαιδο τον αντιμετωπίζει. «Δεν είμαι μπέιμπι σίτερ. Ούτε δάσκαλος». Κάτσε μωρέ, δεν διάβασες ότι ο Αριστοτέλης ήταν διδάσκαλος κοτζάμ Μεγαλεξάνδρου;

Ο λιγομίλητος και εργασιομανής Κόμπι από ‘δώ, το… χωριό Σακίλ από ‘κεί. Ο εσωστρεφής και ο εξωστρεφής. Διαφορετικοί χαρακτήρες, μα κορυφαίοι αμφότεροι στις θέσεις τους. Με τον τρόπο τους. Η πρόσληψη του Τζάκσον μονάχα πρόσκαιρα ηρεμεί την κατάσταση, αλλά, όπως σε τόσο και τόσο ζευγάρια κορυφαίων παικτών, η συνεργασία μέσα στις τέσσερεις γραμμές είναι ολότελα διαφορετική από τη διαπροσωπική σχέση.

Όταν βέβαια χωρίζουν οι δρόμοι τους, ο Shaq γίνεται ο φανατικότερος υποστηρικτής του νεαρότερου Kobe, στις ετήσιες “μάχες” του με τους άλλους σούπερ σταρ για τον ΜVP της λίγκας. Ο ψηλός έχει μεταφέρει πια την επιβλητική παρουσία του στο Φοίνιξ (βάζοντας 17.8 πόντους στα 37 του), στο Κλίβελαντ, στη Βοστώνη.

Αποχωρεί ως ένας από τους καλύτερους ever, ως ο σέντερ-μπουλντόζα που σημάδεψε τη δική του εποχή, έχοντας κάνει κυριολεκτικά τα πάντα.

Μέχρι και τρίποντο, ένα… μονάκριβο, έχει βάλει, προτού μεταφέρει (κάνοντας εξίσου επιτυχημένη καριέρα) τις παρλάτες του στα τηλεοπτικά στούντιο. Χωρίς αυτές, δεν μπορεί.

Δεν είναι μόνο η αριστεία συνήθεια, όπως έλεγε ο Σταγειρίτης φιλόσοφος…

Ο Σακίλ Ο’Νιλ σε ηλικία 50 ετών / Photo by: Shaquille O’ Neal (FB).

Πηγή: Athletestories