Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Ο ΠΑΟΚ ασφαλώς μπορεί να περάσει τη Μίντιλαντ. Δεν ήταν χειρότερος από την αντίπαλό του στο πρώτο παιχνίδι, δεν απειλήθηκε πολύ, είχε τον έλεγχο σε μεγάλα κομμάτια του αγώνα και γενικά δεν είδε απέναντί του κάτι για να τρομάξει.
Αλλά βέβαια, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους Δανούς. Κι εκείνοι δεν είδαν απέναντί τους μια ομάδα που τρομάζει. Επιπλέον έχουν και πλεονέκτημα ενός γκολ. Άρα, έστω και λίγο, είναι πλέον φαβορί για την πρόκριση.
Για τον ΠΑΟΚ, η πρώτη ήττα μετά από σερί 14 αγώνων σε όλες τις διοργανώσεις, με 12 νίκες και δύο ισοπαλίες αποτελεί κάτι σαν γείωση. Ακούω τις δηλώσεις Λουτσέσκου όλο αυτό το διάστημα και παρακολούθησα και τη συνέντευξη τύπου του Ζοσέ Μποτό. Αμφότεροι περιγράφουν μια ομάδα καλύτερη από όσο είναι στην πραγματικότητα. Φαντάζομαι, έχουν τους λόγους τους (τόνωση αυτοπεποίθησης και ψυχολογίας, δέσιμο του γκρουπ κ.λπ.). Η ουσία όμως, όπως την αποτυπώσαμε από το καλοκαίρι ακόμα, δεν αλλάζει: Ο ΠΑΟΚ διαθέτει ρόστερ με μεγάλα κενά, αρκετούς μέτριους παίκτες, κάμποσους καλούς που έχουν ξεπεράσει εδώ και καιρό την ακμή τους και πολύ λίγους με ποιότητα και προσωπικότητα σε παραγωγική ηλικία.
Το αήττητο σερί προέκυψε μέσα από ομαδική δουλειά, με άνοιγμα του rotation, με πίστη στο πλάνο του προπονητή, με τύχη σε κρίσιμες στιγμές αλλά και εξαιτίας της εν γένει χαμηλής στάθμης του ελληνικού ποδοσφαιρικού περιβάλλοντος. Εδώ ο ΠΑΟΚ δεν χρειάζεται ένταση και υψηλό τέμπο για να κερδίζει. Αρκεί που έχει τον έλεγχο των αγώνων και υπομονή –παίζοντας αργά και προσεκτικά, τις ευκαιρίες του τις βρίσκει.
Στην Ευρώπη όμως, ακόμα και κόντρα στην εκτός ρυθμού Μίντιλαντ, αυτό δεν αρκεί. Ο ΠΑΟΚ απείλησε ελάχιστα επειδή δεν διαθέτει τα αθλητικά προσόντα να πιέσει ψηλά με αποτελεσματικό τρόπο (και ως εκ τούτου, ορθώς το αποφεύγει) και δεν διαθέτει τους ποδοσφαιριστές που μπορούν να κάνουν τη διαφορά με προσωπικές ενέργειες. Ο Αντρίγια που ξεχωρίζει προσπαθούσε μόνος του, Ακπομ, Μιτρίτσα, Αουγκούστο, Σβάαμπ δεν βοήθησαν, ο «Μπίσε» μπορεί για λίγο μόνο, ο Ελ Καντουρί μόλις επέστρεψε και ο Άντρε προσφέρει κάποιες ποιοτικές πινελιές και μέχρι εκεί.
Οφείλουμε εντούτοις να τονίσουμε ότι τα παραπάνω δεν προέκυψαν στο συγκεκριμένο ματς, λόγω ντεφορμαρίσματος ή μπλοκαρίσματος από τον αντίπαλο. Προέκυψαν επειδή αυτή είναι η αλήθεια. Ο βελτιωμένος εσχάτως Μιτρίτσα, δεν παύει να έχει ταβάνι. Ο χρήσιμος Αουγκούστο δεν παύει να αποτελεί μια χρυσή μετριότητα. Τον Άκπομ τον γνωρίζουμε, βοηθάει όταν είναι καλά, αλλά φορ – σημείο αναφοράς δεν ήταν και δεν θα γίνει ποτέ. Και πάει λέγοντας.
Ομαδικά ο ΠΑΟΚ έχει βελτιωθεί αισθητά το τελευταίο δίμηνο. Τούτο πιστώνεται στον Λουτσέσκου. Αν προλάβει να γυρίσει ο Ολιβέιρα στα πλέι οφ και ενσωματωθεί ο Φιλίπε Σοάρες περισσότερο, ενδεχομένως έχει κι άλλα περιθώρια βελτίωσης. Αρκετά για να πάρει κύπελλο, να βγει δεύτερος στην Ελλάδα.
Και για να περάσει την Μίντιλαντ ασφαλώς, με λίγη τύχη. Η Τούμπα οφείλει να είναι εκεί και να στηρίξει την προσπάθεια παικτών και προπονητή. Οι καλές ευρωπαϊκές βραδιές δίνουν οξυγόνο σε ένα σύλλογο και η αλήθεια είναι ότι στον ΠΑΟΚ έχουν λείψει.
Ωστόσο η πραγματικότητα, όπως την εξέθεσε και η Μίντιλαντ δεν αλλάζει και δεν χρειάζεται να βαφτίζουμε το κρέας – ψάρι. Η υψηλή αυτοπεποίθηση μπορεί να σώσει τη φετινή σεζόν του ΠΑΟΚ. Ο ρεαλισμός την επόμενη.
Πηγή: Sport DNA























