Ολυμπιακός-Ναντ, δεν ήταν απλώς το (δωδέκατο και) τελευταίο ματς του Ολυμπιακού εφέτος στην Ευρώπη. Ηταν κάτι…πολύ χειρότερο από αυτό. Ολυμπιακός-Ναντ ήταν το τελευταίο ματς, ομάδας της Σούπερ Λιγκ σε ευρωπαϊκή σεζόν στη ροή της οποίας τα σύνορα έκλεισαν από τις, κιόλας, 3 Νοεμβρίου. Υποτίθεται δε, ή τουλάχιστον έτσι βαυκαλιζόμασταν, πως επρόκειτο για τη σεζόν ενός εφικτού follow-up μετά τους 8000 πόντους στο ranking πέρυσι. Για τη σεζόν με την οποία θα αρχίζαμε να πετάμε τις χρονιές των 4900-5100 πόντων, που τις λέγαμε κακές χρονιές. Ανθ’ ημών το κάνει επιτυχώς η Τουρκία, και μάλιστα δίχως “βαριά χαρτιά” τύπου Μπεσίκτας+Γαλατάσαραϊ.
Εμείς μαζέψαμε μετά βίας εφέτος, αποτιμώντας το ταμείο, λιγότερο από το 50% της κάθε κακής χρονιάς μας. Για την ακρίβεια, 2125. Εννοείται πως η Κύπρος έχει ήδη γράψει υπερδιπλάσιους πόντους και συνεχίζει, το Αζερμπαϊτζάν είναι στους 3500 και συνεχίζει, η Μολδαβία είναι στους 3250 και συνεχίζει. Επίσης συνεχίζουν η Ουκρανία, η Σλοβακία, η Σερβία, η Νορβηγία, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Σουηδία, η Ρουμανία, η Πολωνία. Ακόμη και λίγκες όπως το Κόσοβο, η Λετονία, η Μάλτα, η Αρμενία, η Ισλανδία, τα Φερόε, η Λιθουανία, η Ιρλανδία συγκέντρωσαν περισσότερους πόντους από την ελληνική. Και, guess what, είναι λίγκες που δεν έχουν καν επαγγελματική διαιτησία!
Η Ναντ ταξίδεψε κατά δω και έκανε ανάγλυφη εικόνα, ένας αδρός πίνακας ζωγραφικής, τη θλίψη που ο πάτος ενέχει. Επαιξε στον Πειραιά, με το 0% της ενέργειας στο πρώτο ημίχρονο. Υστερα αρκούσε να βάλουν μέσα ένα καλό παίκτη που είχε δώσει τις δύο ασίστ τον Σεπτέμβριο στη Γαλλία, το δέκα, ν’ ανεβάσουν τις στροφές στο 30% με 40%, και να μπουν δύο φορές με τη μπάλα μες στα δίχτυα. Μία “δεύτερη μπάλα” κερδισμένη στο φίφτι-φίφτι (ο Μπλας από τον Χουάνγκ), μία εξτρά επίθεση, η στοιχειώδης κίνηση του Μπλας ανάμεσα στις κόκκινες γραμμές, η πάσα-προσευχή του σέντερ-φορ, μηδέν-ένα. Οπότε, σωστά και ο σέντερ-φορ ανταπέδωσε, έπειτα, τη χάρη στον Μπλας, μηδέν-δύο.
Προφανώς δεν είχε να κάνει, όλο αυτό, με το ανύπαρκτο διακύβευμα και τον χαλαρό χαρακτήρα της βραδυάς. Ούτε βέβαια, με το ότι έπεται ντέρμπι την Κυριακή. Είναι περιστατικά επαναλαμβανόμενα, καταγεγραμμένα και σε πρότερους αγώνες με υπαρκτό διακύβευμα, όχι ακριβώς χαλαρούς, όχι με ντέρμπι τρεις-τέσσερις ημέρες μετά. Η πραγματικότητα είναι ότι, όποιοι και να παίζουν στην ενδεκάδα, ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να πάει σε υψηλές εντάσεις για παρατεταμένα διαστήματα μες στο ενενηντάλεπτο. Αν, ας πούμε, δοκίμαζε να κάνει αυτό που κάνει τούτη την περίοδο η ΑΕΚ, η στατιστική θα έδινε ίσαμε καμιά δεκαριά θλάσεις μέσα σε ένα, και μόνο, παιγνίδι.
Οπότε, ας μιλήσουμε…για το ντέρμπι. Ο Παναθηναϊκός, ξέρουμε όλοι τι θα μπει να κάνει. Το πλάνο είναι αυτό που είναι, οι ποδοσφαιριστές είναι αυτοί που είναι και κάνουν τις δουλειές που κάνουν, δεν περιμένουμε κάτι διαφορετικό, ή κάτι one-off κατ’ εξαίρεσιν επειδή ο αντίπαλος που έρχεται στο σπίτι είναι ο Ολυμπιακός. Του Ολυμπιακού η καλύτερη πιθανότητα, ξεκάθαρα είναι το τρίο των χαφ. Μ’Βιλά έξι, Χουάνγκ οκτώ, Χάμες δέκα. Εκεί συσσωρεύεται η αληθινή ποιότητα, συνεπώς και η δυνατότητα εξισορρόπησης των όποιων χάντικαπ. Ακόμη και εκεί φυσικά, ο προπονητής οφείλει να έχει ένα σχέδιο πώς θα αναζωογονήσει αυτή τη δυνατότητα στα τελευταία είκοσι λεπτά.
Η ρεαλιστική προσέγγιση για τον Ολυμπιακό, ο μπούσουλας θα ‘λεγε κανείς, είναι κάτι ανάμεσα σε Μπακού και Φράιμπουργκ. Να αφήσει τη μπάλα στον Παναθηναϊκό, να του την πιέσει όσο/όπου αντέχει ή (σε άλλες στιγμές) να τον περιμένει στη σέντρα, να ελπίζει ότι με κάποιον τρόπο θα βρει αυτός το πρώτο γκολ του ματς, και εν συνεχεία να τρενάρει την παρτίδα παίζοντας επάνω σε αυτό το γκολ. Στη λογική ότι, και με την ισοπαλία στη χειρότερη περίπτωση, πάλι ζει. Αν, στο μεταξύ, μπορέσει κι ο Πασχαλάκης να γυρίσει άλλη μία ταινία με ηρωισμούς, οπωσδήποτε θα βοηθούσε…
Πηγή: Sdna





















