Επιλογή Σελίδας

Του Θάνου Σαρρή

Το σκορ ήταν στο 0-2. Η Ρίβερ, σε συνδυασμό με το 1-0 του Μονουμεντάλ είχε πιστέψει στην πρόκριση και ο Σκόκο πήγε να το τελειώσει με μια εντυπωσιακή λόμπα από μακρινή απόσταση, βλέποντας τον αντίπαλο τερματοφύλακα εκτός εστίας και έχοντας διάθεση να μετατρέψει το ματς σε πάρτι. Η Λανούς όμως είχε διαφορετικά σχέδια και στο επίκεντρό τους βρισκόταν ένας 37άρης, τον οποίο οι Μιγιονάριος κάποτε είχαν κόψει από την πρώτη ομάδα. Ο Σαντ σκόραρε στις καθυστερήσεις του πρώτου μέρους και επέστρεψε με γκολ για το δεύτερο, φτάνοντας τα έξι συνολικά με αντίπαλο την πρώην ομάδα του. Το παιχνίδι ήταν πλέον στο 2-2. Η ψυχολογία είχε γυρίσει. Ο Ακόστα πήρε τη σκυτάλη και ο Σίλβα από την άσπρη βούλα, κατόπιν διαβουλεύσεων και VAR, έβαλε το κερασάκι της πρόκρισης. Ο Σαντ θα μπορούσε να κάνει χατ-τρικ, αλλά κάτι μέσα του του είπε να μην εκτελέσει αυτός το πέναλτι.

Η Λανούς για πρώτη φορά στην ιστορία της είναι στον τελικό του Copa Libertadores, όπου θα αντιμετωπίσει σε διπλά ματς την Γκρέμιο από τη Βραζιλία.  «Ένα μικρό φιλί σε όσους με έλεγαν κερατά», είπε μετά το τέλος του ματς ο μεγάλος πρωταγωνιστής, προσθέτοντας πως: «Υπέμεινα πολλά αυτές τις 15 μέρες. Την εβδομάδα που πέρασε πολλοί από της Ρίβερ με έλεγαν άσχημο, μέχρι και κερατά. Η γυναίκα μου λοιπόν στέλνει χαιρετίσματα στον El Tano, δεν ξέρω πώς τον λένε, πρέπει να είμαι σημαντικός γι’ αυτόν. Του στέλνω ένα φιλάκι».

Ο Tano είναι ένας γνωστός ραδιοφωνικός οπαδός των Μιγιονάριος, ο οποίος καταφέρθηκε με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς κατά του έμπειρου φορ, επειδή φόρεσε μπλε-κίτρινα παπούτσια. Στα χρώματα δηλαδή της Μπόκα, ενώ έχει παρελθόν «ερυθρόλευκο». «Ήμουν καιρό στη Ρίβερ και το να φορέσω αυτά τα παπούτσια δεν λέει τίποτα, γιατί τα φοράω πάντα», κατέληξε ο «Πέπε». Για τους οπαδούς της Ρίβερ είχε γίνει κόκκινο πανί από το 2007, όταν πανηγύρισε προκλητικά μπροστά τους. Ο πανηγυρισμός ήταν πάντα κάτι που έβγαινε από την ψυχή του Σαντ. Η δική του λύτρωση. Παρότι είναι ένας ποδοσφαιριστής που δεν του αρέσουν τα φώτα της δημοσιότητας και η προβολή, όταν σκοράρει, το μάτι του γυαλίζει και ένα ουρλιαχτό ακολουθεί το κούνημα των διχτύων. Είτε το γκολ έχει μπει σε έναν ημιτελικό με τη Ρίβερ, είτε σε κάποιο απομακρυσμένο γήπεδο της δεύτερης κατηγορίας.

Τόσο ο Σαντ όσο και ο Λαουτάρο Ακόστα, οι παίκτες δηλαδή που πήραν πάνω τους την υπόθεση ανατροπή και πρόκριση, λατρεύονται σαν θεοί στην Γκρανάτε, καθώς έχουν πρωταγωνιστήσει στους τέσσερις από τους έξι τίτλους του συλλόγου. Ο Σαντ ήταν εκεί το 2007, όταν υπό τις οδηγίες του Ραμόν Καμπρέρο η Λανούς κατέκτησε το πρωτάθλημα Απερτούρα και εκείνος χρίστηκε πρώτος σκόρερ. Ήταν και ο λόγος που ο Καμπρέρο τον επέλεξε, χτίζοντας την υπόλοιπη ομάδα με στόχο να εκμεταλλευτεί την ικανότητά του μέσα στο «κουτί». Την επιμονή του να κυνηγά μπάλες στην περιοχή, την κίνησή του στις παρυφές του οφσάιντ, τον τρόπο να βρίσκεται στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή. Πρότυπο του, άλλωστε, ήταν πάντα ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα.

Kι όμως, αν δεν επέμενε η μητέρα του, η πραγματικότητα του Σαντ πιθανότατα να ήταν διαφορετική. Ψηλός από παιδί, όταν έπαιζε στις μικρές ομάδες της Μπάριο Νόρτε, ο Αργεντινός ήταν τερματοφύλακας μέχρι τα δέκα, θέση στην οποία έπαιξε και ο πατέρα του, ο Ραούλ. Η μητέρα του, βλέποντας μπαλίτσα, κατάλαβε ότι ο γιος της δεν έπρεπε να προστατεύει τα δοκάρια, αλλά να τα διαλύει. Ήταν εκείνη που τον κράτησε στο ποδόσφαιρο όταν απογοητευμένος σκέφτηκε να τα παρατήσει. Στη Λανούς βρήκε, για δεύτερη φορά, την Ιθάκη του. Και ταξίδεψε αρκετά στο ενδιάμεσο.

Έχοντας την κληρονομιά του μεγαλύτερου σκόρερ στις μικρές ομάδες της Ρίβερ, ανέβηκε στην πρώτη ομάδα γεμάτος  υποσχέσεις. Τα 138 γκολ που είχε σημειώσει ήταν ρεκόρ μέχρι το 2011, όταν τον ξεπέρασε ο Φεεντερίκο Ανράδα. Δεν κατάφερε να τις εκπληρώσει και το ντεμπούτο του στην μεγάλη κατηγορία έγινε τελικά με την Κολόν. Πέρασε από την Ιντεπενδιέντε Ριβαδάβια και την βραζιλιάνικη Βιτόρια πριν επιστρέψει για δύο χρόνια στο Μονουμεντάλ, κατακτώντας πρωτάθλημα Κλαουσούρα. Δεν κατάφερε όμως να καθιερωθεί και να στεριώσει.

Μετά τη σεζόν του τίτλου παραχωρήθηκε δανεικός στην Μπάνφιλντ, από εκεί επέστρεψε στην Κολόν και από εκεί πήγε στην Λανούς. Στη Fortaleza του Μπουένος Άιρες βρήκε επιτέλους σταθερότητα.  Πήρε τίτλο, αναδείχθηκε δύο φορές πρώτος σκόρερ. Θα μπορούσε να ρίξει… άγκυρα στο βυσσινί προάστιο του Νότου, στο οποίο έγινε ήρωας, όμως δελεάστηκε από τα πετροδόλαρα. Σε μια εποχή που το όνομά του ακούστηκε και για τον Παναθηναϊκό, πήγε στην Αλ Αϊν, για να γεμίσει μέχρι το 2011 τους τραπεζικούς του λογαριασμούς.

Το πέρασμά του στη Λα Κορούνια δεν ήταν επιτυχές και ακολούθησε μια ακόμα περιπλάνηση, σε έξι ομάδες. Στην Ρασίνγκ Κλουμπ σκόραρε δις στο μεγάλο ντέρμπι με την Ιντεπενδιέντε, αλλά έμεινε εκεί. Άκουσε τον κόσμο να τον λέει χοντρό και αργό. Ακολούθησε ένα γκολ σε 14 ματς με την Τίγρε στο Μεξικό, επτά χωρίς τέρμα στην Αργεντίνος, τέσσερα σε 16 με την Μπόκα Ουνίδος και 9 σε 27 με την Αλντοσιβί της γενέτειράς του, η οποία τον βοήθησε να ανακάμψει. Πριν γυρίσει, όμως, έμοιαζε να έχει πάρει για τα καλά την κάτω βόλτα, έχοντας περάσει πολλά σε προσωπικό και αγωνιστικό επίπεδο. Δεν έκρυψε ποτέ ότι μετά το σοκ της αποτυχίας να κάνει το βήμα για την πρώτη ομάδα της Ρίβερ ως κορυφαίος σκόρερ των ακαδημιών χρειάστηκε ψυχολόγο. Έχασε την κορούλα του, η οποία γεννήθηκε πρόωρα, έχασε τον πατέρα και πρότυπό του σε ηλικία 15 ετών. Πέρασε δύσκολα, βίωσε την απόρριψη και την απογοήτευση αρκετές φορές σε επαγγελματικό επίπεδο. «Η ιστορία μου ήταν πάντα μια ιστορία θυσίας», έλεγε το 2008, ένα χρόνο μετά την απώλεια του παιδιού του. Ακόμα βλέπει τα φαντάσματά του να εμφανίζονται. Όπως όταν η Γκρανάτε κέρδισε το πέναλτι στον δεύτερο ημιτελικό και εκείνος προτίμησε να μην το εκτελέσει.

Κι όμως, ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό και η πόρτα του «σπιτιού» του ήταν ανοιχτή τη στιγμή που έπρεπε. Γύρισε στη Λανούς όχι ως ένας παίκτης που ψάχνει να κολλήσει τα τελευταία του ένσημα, αλλά ως είδωλο. «Πάλεψα πολύ για να καταφέρω να επιστρέψω και θέλω να τελειώσω την καριέρα μου εδώ», δήλωσε κλαίγοντας και εκείνοι του έδειξαν εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή. Ο Χόρχε Αλμιρόν είχε συνεργαστεί στο παρελθόν μαζί του και ο ίδιος ο Σαντ δεν έτρεφε αυταπάτες. Ήξερε τι μπορεί πλέον και τι όχι, είχε δεχθεί πολλές κλωτσιές εντός και εκτός γηπέδων και είχε μάθει να αντέχει και να ανταποκρίνεται. Ο συνδυασμός τους ήταν αρκετός προκειμένου ο έμπειρος φορ να σηκωθεί ξανά, στα 37 του, γνωρίζοντας πως να βγει μπροστά στα δύσκολα και να αλλάξει ένα παιχνίδι, στο οποίο η μπάλα «καίει».

Το 2016, τη χρονιά της επιστροφής της Λανούς στους τίτλους,  αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ και μεγάλωσε ακόμα περισσότερο στη συνείδηση των οπαδών Πέρυσι με 15 τέρματα έμεινε πίσω μόνο από τον Μπενεντέτο, που οδήγησε την Μπόκα στο πρωτάθλημα και τον Ντριούσι τις Ρίβερ. Ο βασικός λόγος που συνέχισε ήταν η συμμετοχή της ομάδας του στο Κόπα Λιμπερταδόρες. Ήταν εκεί στα ματς που προηγήθηκαν του ημιτελικού και σκόραρε πρώτος απέναντι στη Σαν Λορέντσο, για τους «8», για να στείλει την αναμέτρηση στα πέναλτι και εκεί να περάσει η ομάδα του. Έσπασε το φράγμα των 100 γκολ δηλώνοντας: «Το σπίτι μου πάντα ήταν η Λανούς». Είναι πρώτος σκόρερ στο φετινό τουρνουά με 8 τέρματα, όσο και οι Σκόκο και Τσουμασέρο. Μόνο που εκείνος, θα παίξει ένα ακόμα ματς. Το πιο σημαντικό.

Στο ραντεβού της Γκρανάτε με την ιστορία φιλοδοξεί να γράψει μια ακόμα χρυσή σελίδα. Να κάνει το κύκνειο άσμα του να ακουστεί περισσότερο από κάθε τι, να περάσει μέσα από τις διηγήσεις στις επόμενες γενιές. Και να δικαιώσει ακόμα περισσότερο το ένστικτο της μητέρας…

Πηγή: Gazzetta – Four Four Two