Συνήθως, λειτουργεί το αντίστροφο. Μία ομάδα γίνεται πρωταθλήτρια στη χώρα της, ακριβώς επειδή έχει τη δυνατότητα να ψάξει το δύσκολο και να πάει από εκεί. Από την κάθετη κίνηση ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές. Ο Ολυμπιακός είναι μια σπάνια περίπτωση πρωταθλήτριας ομάδας.
Οποτε περπατάει στο χορτάρι, θα εκτεθεί. Οποτε τρέχει, θα το σώσει με τα υπόλοιπα κομμάτια. Τις άμεσες μεταβάσεις, τις δεύτερες μπάλες, τις στατικές φάσεις. Συχνά, με το να κουράσει τον αντίπαλο. Είτε εκτίθεται είτε το σώζει, εκείνο που δεν αλλάζει είναι ότι δεν μπαίνει καν στον κόπο “να ψάξει το δύσκολο”. ‘Η μάλλον αλλάζει αυτή η εικόνα, διαπιστωμένα πλέον, μόνον εάν είναι μέσα, στις γκεστ εμφανίσεις του, ο Βαλμπουένα. Οπως, όταν ερχόταν μέσα ο Φορτούνης.
Η ερώτηση φυσικά, είναι γιατί ο Ολυμπιακός “αρνείται” να παίξει σαν πρωταθλήτρια ομάδα. Να δεχθεί κανείς πως οι αμυντικοί δεν είναι ό,τι χρειάζεται για ένα ποδόσφαιρο με σειρά και ευταξία, ένα ποδόσφαιρο που αρχίζει από το Α με στόχευση να καταλήξει στο Ω. Δεν υπάρχει (μετά τον Ελαμπντελαουί και τον Τσιμίκα, ούτε) ο Ρούμπεν Σεμέντο πια, οπότε πάμε στο μπάπα-μπούπα από τους πίσω στους μπροστά, καταργώντας ντε φάκτο τους χαφ. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Με ασταμάτητο μπούρου-μπούρου μες στο παιγνίδι, μπορείς να εξαντλήσεις την αντοχή ενός διαιτητή ή να κάνεις κουδούνι το κεφάλι ενός αντίπαλου φορ. Να πειράξεις το μυαλό τους, που κι αυτό είναι “στο πρόγραμμα” της δουλειάς. Να τους φτάσεις, να σε εκλιπαρούν. Σταμάτα να μιλάς! Παίξε! Αλλά στο τέλος της ημέρας, το αληθινό ποδόσφαιρο δεν παίζεται “ξεκούραστα” με το στόμα. Παίζεται, κοπιαστικά. Με τη μπάλα. Με τα πόδια και με τη δουλειά. Ο Ολυμπιακός δείχνει στο αληθινό ποδόσφαιρο, πρακτικά μία αδούλευτη ομάδα. Περισσότερο από την ποιότητα, φαίνεται να του λείπει η “εκπαίδευση” στο να παίξει.
Η εκπαίδευση ανεβάζει, ως ένα σημείο, την ποιότητα. Μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο από το Α ως το Ω ο Βόλος με τον Μπαριέντος και τον Τσοκάνη πίσω από τον Ορός και με Πουρίτα/Φεράρι στις άκρες, μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο Α-Ω ο ΟΦΗ με το τρίο Μεγιάδο/Γαγέγος/Νέιρα και με πλάγιους τον Μπαλογιάννη και τον Μαρινάκη, βγάζει φιλοδοξία να το κάνει ο Παναιτωλικός με τον Φλόρες και τον Μεντόσα, το παλεύει ο Ιωνικός με Μύγα/Βαλεριάνο στους μπακ και Κάνιας/Ντάλσιο/Κιάκο στους χαφ, και…δεν μπορεί ο Ολυμπιακός;
Πλέον, εάν περί αυτού επρόκειτο, οι Αφρικανοί επέστρεψαν. Τα ματς, εάν περί αυτού επρόκειτο, δεν είναι περισσότερα από ένα την εβδομάδα. Κι όμως, συν τω χρόνω παγιώνεται μια αίσθηση. Η αίσθηση είναι ότι ο Πέντρο Μαρτίνς εγκλώβισε τον Ολυμπιακό σ’ ένα τρόπο παιγνιδιού που για αφετηρία έχει μία ανομολόγητη δική του, ας την πούμε πραγματιστική, παραδοχή πως με τους συγκεκριμένους ποδοσφαιριστές ο μοναδικός τρόπος είναι αυτός. Και πως ό,τι άλλο, είναι ματαιοπονία. Χάσιμο χρόνου. Τα Γιάννενα την Κυριακή, ήταν απλώς άλλη μία επιβεβαίωση. Ετσι όμως, σε βάθος χρόνου ο δρόμος μπροστά δεν επιμηκύνεται. Ο δρόμος μπροστά, πιο πιθανό είναι να κονταίνει.
Μιλώντας για τα Γιάννενα. Και στην Τούμπα έδειξε ο ΠΑΣ, και με τον Ολυμπιακό το έδειξε ξανά, ότι είναι ένα μάτσο Σπαρτιάτες πολεμιστές. Δηλαδή, λίγοι αλλά σπουδαίοι. Αξια, για την περίπτωση που είχε απομείνει οποιαδήποτε αμφιβολία, η πρώτη ομάδα στην Ελλάδα κάτω από το big-5. Μια λεπτομέρεια δε, με έκανε να ανασηκωθώ και να χειροκροτήσω. Εφυγαν, ενόσω ο Ολυμπιακός πίεζε παντοιοτρόπως, δύο φορές σε αντεπίθεση μετά το 90′. Βέβαιος ότι θα έτρεχαν κατά το κόρνερ για να ξοδέψουν χρόνο, αίφνης τους είδα να πηγαίνουν…κανονικά, και τις δύο φορές, “για γκολ”. Αυτό είναι, στο επίπεδο μιας ομάδας της περιφέρειας, άλμα νοοτροπίας. Ενα μπράβο, στον προπονητή.
Ο ΠΑΟΚ το συνέχισε, και με την ΑΕΚ, στη γραμμή της θετικότητας. Στον ακήρυχτο πόλεμο του Λουτσέσκου, κατά του αρνητισμού. Οχι η κόπωση, όχι οι ελλείψεις, όχι τίποτα. Ο Οφρυδόπουλος το περιέλαβε όλο, σε εκείνη την πυκνή κουβέντα. Αν πιστεύεις, ή αν αμφισβητείς. Τον εαυτό σου. Στη “γραμμή της θετικότητας” έπαιξε (αριστερός στόπερ!) ο Βαρέλα και νόμιζες πως είχε παίξει και την Πέμπτη στη Γάνδη. Επίσης στη γραμμή της θετικότητας, σκόραρε ο Τσόλακ. Σπάνιο, σαν το ένα-δύο της Φεράρι.
Στην ερώτηση “πότε” η απάντηση δεν είναι “ποτέ”. Ο ΠΑΟΚ θα ηττηθεί από την ΑΕΚ, την πρώτη φορά που (θα πιστέψει σε κάτι μεταφυσικό, ενώ όλα είναι ποδοσφαιρικά, και) δεν θα κατεβεί να παίξει οργανωμένος, προσηλωμένος στη στόχευση, ταπεινός. Κερδίζεις, όταν κάνεις σωστά τα φυσιολογικά. Χάνεις, με τα αφύσικα. Ο Κριχόβιακ βασικός, περιττεύουν οι επεξηγήσεις, ήταν κάτι το αφύσικο. Δίχως ρυθμό, περπατούσε. Εφτασε, να θυμίσει τη σοβαρή απουσία του Αντρέ Σιμόες!
Ευχάριστο να το βλέπει κανείς, ήταν ότι και ο Παναθηναϊκός επιτέλους προσχώρησε στη γραμμή της θετικότητας. Με δωδεκάμισι παίκτες; Με δωδεκάμισι παίκτες. Λύσεις, υπάρχουν για τα πάντα. Ακόμη κι εκεί που τα πάντα μοιάζουν κόντρα. Αλλά πρέπει, το πνεύμα να είναι θετικό. Ηταν. Μια έκπληξη, αν ανατρέξουμε στον Παναθηναϊκό της regular season. Ο Παναθηναϊκός της regular season, αυτά τα δύο ματς-ισοπαλίες στα πλέι-οφ με ΑΕΚ και Αρη θα εύρισκε ένα τρόπο…πώς να τα χάσει.
Ο Παναθηναϊκός να πω την αλήθεια, εξ ου και ευχάριστη έκπληξη, μες στο μυαλό μου ήταν ο πιο επίφοβος προτού ξεκινήσουν τα πλέι-οφ. Από την επαύριο της ολοκλήρωσης της κανονικής περιόδου κιόλας, μύριζες στον περίγυρο την κλασική εικονογραφημένη (αυτοκαταστροφική) ροπή προς την προκάτ δικαιολογία. Και να ο Αρης θα έχει εκείνο, και να η ΑΕΚ θα έχει το άλλο, και να εμείς δεν θα έχουμε τίποτα, προφανώς στα politics. Ευτυχώς, κάπως το γκρουπ “δεν ακούει” τον περίγυρο.
Στο μεταξύ, ο μεν Αρης που “έχει εκείνο” ηττήθηκε στο Καραϊσκάκη με ένα πέναλτι-κωμωδία, η δε ΑΕΚ που “έχει το άλλο” δεν παίρνει ούτε κουκούτσι, διότι καταγράφει την απίθανη παρασκηνιακή επιτυχία να ελέγχει την ομοσπονδία…αλλά τη διαιτησία να τη φέρνει στα νερά του ο Ολυμπιακός. Κι ο Παναθηναϊκός που “δεν έχει τίποτα”; Στη χειρονομία Σχένκεφελντ στου Χαριλάου, να ‘μαστε καθαροί, αντιστοιχεί ίση πειθαρχική αντιμετώπιση με τη χειρονομία Ματίγια στο Αγρίνιο.
Πηγή: sdna.gr






















