Επιλογή Σελίδας

Έχω γράψει πολλές φορές πόσο με απωθεί το λεγόμενο οπαδικό κίνημα. Αν η αφετηρία συμμετοχής σε αυτό είναι η αγάπη προς την ομάδα, η καύσιμη ύλη που σφυρηλατεί αντιλήψεις και διαμορφώνει νοοτροπίες είναι το μίσος για τον «εχθρό». Μίσος τυφλό και κοχλάζον, εγκλωβισμένο στη «χύτρα» μιας παρατεταμένης εφηβείας – ανωριμότητας, υποχρεωμένο να εκτονώνεται σε ανοιγμένα κεφάλια, σπασμένα πούλμαν, ντου σε συνδέσμους, φονικές βόλτες με δρεπάνι!

Η συντριπτική πλειονότητα των συνθημάτων στα ελληνικά πέταλα είναι αυτοαναφορική – οι οπαδοί υμνούν τους εαυτούς τους, τραγουδούν τα κατορθώματα τους, περιγράφουν με υπερηφάνεια εκείνη τη φορά που έδειραν, ανασκολόπισαν τους αντιπάλους, κι αν τους περισσέψει χρόνους, φωνάζουν και κάτι ψιλά για την ομάδα τους.

Ένα ποσοστό των οπαδών επίσης, πιστεύει ακράδαντα ότι είναι πάνω από το σύλλογο τον οποίο υποστηρίζει. Για αυτό και πάει στο προπονητικό κέντρο να φοβερίσει τους παίκτες, σπάει ακριβά αυτοκίνητα μπας και βάλουν μυαλό οι «παλιοβεντέτες» και φυσικά μπουκάρει στο γήπεδο όποτε δε γουστάρει αυτό που βλέπει (κοινώς, όποτε γουστάρει).

Η μικρή κοινωνία μέσα στην οποία συμβαίνουν όλα τα παραπάνω, η κοινωνία του ποδοσφαίρου (από εκεί εξάγεται η βία και στα άλλα αθλήματα) τα παρακολουθεί με απάθεια, ίσως και με ελαφριά συγκατάβαση, σίγουρα πάντως με διάχυτη υποκρισία. Παίκτες και προπονητές τρέχουν στα κάγκελα να πανηγυρίσουν με εκείνους που βρίζουν τις μανάδες και τις συζύγους των συναδέλφων τους, αλλά και τις δικές τους αν δεν παίξουν καλά. Και οι ΠΑΕ όχι μόνο δεν συλλαμβάνουν σχεδόν ποτέ τους ταραξίες, αλλά σπεύδουν να τους υπερασπιστούν κιόλας, επίσημα ή ανεπίσημα.

Η πολιτεία, διαχρονικά στο ίδιο μοτίβο, ασχολείται με το θέμα επιδερμικά και απρόθυμα.

Οι ψυχολογικές διεργασίες που καταλήγουν σε φονικό μίσος προς τον απέναντι είναι πολύπλοκες, ξεκινούν συνήθως νωρίς στη ζωή ενός ατόμου, ίσως να έχουν ταξικές αποχρώσεις, σίγουρα πάντως διαθέτουν κοινή ρίζα με βασικές παθογένειες των κοινωνιών μέσα στις οποίες εκκολάπτονται. Ως εκ τούτου η οπαδική βία είναι ένα φαινόμενο σαφώς πιο σύνθετο από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι και παρακλάδι στο δέντρο της κουλτούρας της βίας, το οποίο όχι απλώς ευδοκιμεί στην Ελλάδα μα εδώ και χρόνια μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.

Η ουσιαστική μελέτη και η καταπολέμηση του φαινομένου σε βάθος χρόνου επομένως, χρειάζεται ειδικές γνώσεις και στρατηγικές. Η άμεση αντιμετώπισή του όμως χρειάζεται κυρίως θέληση: για σκληρά μέτρα χωρίς εξαιρέσεις, για τιμωρίες χωρίς αστερίσκους, για αποφάσεις χωρίς παραθυράκια. Το είδος της θέλησης , δηλαδή, που σίγουρα ΔΕΝ έχουν οι ΠΑΕ, οι συνεταιρισμοί, η Ομοσπονδία, η Πολιτεία. Και δεν την έχουν ούτε οι δημοσιογράφοι. Λυπάμαι, μα αν νομίζετε ότι από την οπαδική δημοσιογραφία μέχρι την οπαδική βία, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη, κάνετε λάθος.

Επειδή τούτα ακούγονται θεωρητικά, ας κλείσουμε με τον τρόπο που ξεκινήσαμε: επιβάλλεται να βρεθούν και να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Επιβάλλεται να σταματήσουμε να υπερασπιζόμαστε τους «δικούς» μας σε κάθε στραβή. Επιβάλλεται να δούμε το οργανωμένο οπαδικό κίνημα ως αυτό που κατά κανόνα είναι: ένα εκκολαπτήριο φασιστικών αντιλήψεων, επικίνδυνων πρακτικών και κάποτε δολοφονικών ενστίκτων.

Ο οπαδισμός – σε όλα τα επίπεδα – αποτελεί κοινωνική ασθένεια. Όσο τον αντιμετωπίζουμε με μάτια ερμητικά κλειστά, επειδή φοβόμαστε να αντικρίσουμε την αλήθεια για την ομάδα μας ή και για τους εαυτούς μας, τόσο θα του επιτρέπουμε να ξεσκίζει τις σάρκες της κοινωνία μας, μεταφορικά με τη διαβρωτική του επίδραση ή κυριολεκτικά με δρεπάνι.

Πηγή: sdna.gr