Επιλογή Σελίδας

Του Ιάσονα Θεριού

«Έχω αυτό το όνειρο κάποιες φορές, μπορείτε να το πείτε και όραμα.

Είμαι λίγο μεγαλύτερη και φτάνω σε ένα τεράστιο πάρκο με πάρα πολλά γήπεδα. Μικρά κορίτσια και αγόρια παίζουν ποδόσφαιρο, όπου κι αν κοιτάξεις. Κι εγώ έχω μια από αυτές τις φθηνές καρέκλες που διπλώνουν και ένα ποτό στο χέρι. Βρίσκω ένα καλό σημείο στην άκρη ενός γηπέδου, ανοίγω την καρέκλα μου και χύνομαι σε αυτή, όπως κάνουν οι Αμερικανοί. Πίνω μια μεγάλη γουλιά από το ποτό μου και μετά απλώς… Απλώς βλέπω τα παιδιά να παίζουν το παιχνίδι που αγαπούν. Το παιχνίδι που όλοι αγαπάμε. Με ένα γιγάντιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου».

Μάρτα: Τα δάκρυα στέγνωσαν

Δεν ήταν πάντα τέτοια όσα ονειρευόταν η Μάρτα, τόσο αγνά, τόσο ζαχαρένια και ανέμελα. Μάλλον εφιάλτες ήταν. Εφιάλτες πως εκείνο το λεωφορείο δεν θα φτάσει ποτέ στο Ρίο Ντε Τζανέιρο, πως εκείνο το ρημάδι το τηλέφωνο δεν θα χτυπήσει ποτέ, πως εκείνα τα καινούργια παπούτσια δεν θα εκπληρώσουν ποτέ τον σκοπό τους.

Τα φύλαγε, τα είχε έξω από το κουτί τους επιμελώς βαλμένα σε μια γωνίτσα, τα πρόσεχε σαν την κόρη του ματιού της και ήταν το πρώτο πράγμα που τα μάτια της έβλεπαν, όταν ξυπνούσε στο πάτωμα του διαμερίσματος εκείνου του φίλου του φίλου του ξαδέρφου της. Ούτε που τον ήξερε οριακά, δεν την ένοιαζε.

Τίποτα άλλο δεν την ένοιαζε πέρα από το να παίξει με αυτά τα καινούργια ποδοσφαιρικά, τα πρώτα που είχε πάρει ποτέ.

Και, για να παίξει με αυτά, έπρεπε να χτυπήσει το τηλέφωνο και στην απέναντι γραμμή να είναι εκείνη η γνωστή του φίλου του φίλου του ξαδέρφου της και να της πει πως όντως η Βάσκο Ντα Γκάμα θα κάνει κάποια δοκιμαστικά για κορίτσια στην ακαδημία της, όσο η ίδια θα βρισκόταν στο Ρίο. Σαν να περίμενε να ευθυγραμμιστούν οι πλανήτες.

Η Μάρτα σε παιδική ηλικία / Photo by: MartaLVieira10 (IG).

Κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνούσε, κάθε άσχετο τηλεφώνημα έβαζε κι άλλο ένα τουβλάκι στο τέτρις της ματαιότητας. «Μα γιατί ήρθα; Δεν ήταν καν σίγουρο πως θα γίνουν τα δοκιμαστικά». Τρεις μέρες έκανε το λεωφορείο από το χωριό της, το Ντόις Ριάτσος, να φτάσει στην πρωτεύουσα της Βραζιλίας. Ήταν 14 ετών, έφυγε μόνη της, αφήνοντας πίσω τη μαμά της και τα τρία της αδέρφια. Αρκετές περισσότερες μέρες περίμενε στις άκρες των δακτύλων της. Αρκετές περισσότερες νύχτες έκλαιγε από την αγωνία της ξαπλωμένη στο πάτωμα. Μέχρι που χτύπησε το ρημάδι: «Έλα σήμερα». Και τα δάκρυα στο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού στέγνωσαν μεμιάς.

Συμβολικό, καρμικό, προδιαγεγραμμένο. Αφού το ίδιο θα έκανε η Μάρτα σε όλη της την ποδοσφαιρική ζωή. Θα στέγνωνε τα δάκρυα που η ίδια έκλαψε. Για να μην τα κλάψουν όσες θα την ακολουθούσαν.

Πόσο πονάνε τα περίεργα βλέμματα, πόσο βαθιά τρυπούν το δέρμα τα τεντωμένα δάκτυλά και πόσο βασανιστικά να ηχούν στα αφτιά οι ψίθυροι; Πολύ. Και καθόλου. Καθόλου, αν έχεις μάθει να ζεις με όλα αυτά από την πρώτη στιγμή. «Δεν είναι φυσιολογική»«Είναι περίεργο να παίζει ένα κορίτσι»«Γιατί την αφήνεις»; Σε όλα αυτά η μαμά της Μάρτα απαντούσε απλά: «Αφήστε τη να είναι αυτό που θέλει».

Και το μόνο που ήθελε να είναι η Μάρτα ήταν ένα κορίτσι που παίζει ποδόσφαιρο. Όχι και τόσο απλό σε εκείνο το μικρό χωριουδάκι στα βόρεια της Βραζιλίας. Το αγαπούσε τόσο το ποδόσφαιρο που τα πικρόχολα λόγια έμπαιναν από το ένα αφτί και έβγαιναν από το άλλο. Δεν τους επέτρεπε να την αγγίζουν, ακριβώς όπως κανείς δεν την άγγιζε και μέσα στο παιχνίδι. Όχι επειδή τη λυπούνταν και της έκαναν το χατίρι αλλά πολύ απλά επειδή δεν μπορούσαν. Ήταν υπερβολικά καλή για να την κοντράρουν, ακόμα κι όταν την έκλειναν όλα τα αμυνόμενα αγόρια, ακόμα κι όταν βρισκόταν μόνη ανάμεσα σε πολλούς αντιπάλους.

Η Μάρτα στο πλευρό της μητέρας της.

Μόνη ανάμεσα σε πολλούς. Κι αυτό το είχε συνηθίσει, αλλά σε αντίθεση με τα κακόβουλα σχόλια αυτή η μοναξιά την πείραζε περισσότερο. Τα πρώτα τής έδιναν κίνητρο, καύσιμο για να τα κάνει όλα σε υψηλές στροφές. «Πάλεψε κόντρα στην προκατάληψη. Πάλεψε κόντρα στην έλλειψη υποστήριξης. Πάλεψε κόντρα σε όλα, κόντρα στα αγόρια, στον κόσμο που λέει πως δεν μπορείς να το κάνεις», έλεγε στον εφηβικό εαυτό της.

Ήταν η μοναξιά ενός κοριτσιού που έπρεπε να περιμένει να φύγουν τα αγόρια για να αλλάξει στα αποδυτήρια, να χώσει τη μισή της φανέλα μέσα στο σορτσάκι της, γιατί φυσικά ήταν τεράστια, σχεδιασμένη για άλλα σώματα, η μοναξιά ενός κοριτσιού στο οποίο συχνά δεν επέτρεπαν να παίζει σε τουρνουά, επειδή οι αντίπαλοι προπονητές μισούσαν να παίζουν απέναντί της. Έλεγαν απλώς πως «δεν γίνεται, είναι κορίτσι» και κανείς δεν ήταν εκεί για να την υποστηρίξει.

Η μοναξιά ενός κοριτσιού χωρίς επιλογή. Η Μάρτα ήταν καταδικασμένη να είναι αυτόφωτη, έπρεπε να δημιουργήσει η ίδια το δικό της φως, να φωτίσει η ίδια τον δρόμο της, γιατί δεν υπήρχε κανένα άλλο κορίτσι να το κάνει για εκείνη.

Οπότε, όταν εκείνο το τηλέφωνο χτύπησε, όταν φόρεσε τα καινούργια της παπούτσια και πήγε εκεί που της ζήτησαν, ήταν σαν να βρέθηκε κάπου αλλού, σε κάποιον άλλον κόσμο. Σαν να πάτησε το πόδι της στη «Νάρνια», στη «Χώρα του Ποτέ» ή σε κάποιον άλλον τέτοιον φανταστικό τόπο. Στην πραγματικότητα, βρισκόταν σε ένα γήπεδο γεμάτο κορίτσια που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Όσο τρελό κι αν της φαινόταν. Και εκεί ξεχώριζε, κι εκεί την κοιτούσαν περίεργα. Όχι επειδή ήταν κορίτσι, απλώς επειδή ήταν τόσο καλή. Ένα σουτ, η πρώτη της επαφή με την μπάλα, ήταν αρκετό για να πείσει τους ανθρώπους της Βάσκο Ντα Γκάμα.

Το δελτίο της 14χρονης Μάρτα στη Βάσκο Ντα Γκάμα.

Αρκετό για να γίνει η κόκκινη κλωστή δεμένη, τυλιγμένη στην ανέμη της ιστορίας της. Η απαρχή της. Δεν άργησε να υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο, να αρχίσει να βγάζει κάποια -λίγα- χρήματα. Ακόμα κι αν χρειάστηκε να καταφύγει στο futsal, αφού σύντομα η Βάσκο κατήργησε την ομάδα γυναικών στο ποδόσφαιρο.

Δεν άργησε να κληθεί στην Εθνική, δεν άργησε να σπείρει το όνομά της σε ψιθύρους που δειλά-δειλά ταξίδευαν σε όλη την Βραζιλία. Και έξω από αυτή. Να μπαίνει σφήνα στο αφήγημα των ανδρών, να πρωταγωνιστεί κι εκείνη, όπως θα το έκανε για τόσα χρόνια. Μια από τις πρώτες φορές ήταν κάπου στο 2004. Όλος ο πλανήτης μιλούσε για το παιδί-θαύμα της Σάντος, τον Ρομπίνιο, λίγο πριν πάρει μεταγραφή στη Ρεάλ Μαδρίτης. Σε ένα δημοσίευμα μιας σουηδικής εφημερίδας που αποθέωνε τον μικρό, αφιέρωσαν και κάποιες αράδες σε εκείνη: «Υπάρχει κι αυτή η νεαρή, πολλά υποσχόμενη, παίκτρια της Εθνικής Βραζιλίας, η Μάρτα Βιέιρα Ντα Σίλβα…».

Λίγες ημέρες μετά το τηλέφωνο χτύπησε. Δυσκολεύτηκε να το πιστέψει, περίμενε, σχεδόν μέχρι να προσγειωθεί στη Σουηδία, για να το κάνει. Αλλά, όταν υπέγραψε στην Ούμεα, δεν είχε άλλη επιλογή πέρα από το να αντιληφθεί πως πλέον ήταν μια πραγματική επαγγελματίας παίκτρια, μια πραγματική αθλήτρια, σε μια χώρα που έπαιρνε το ποδόσφαιρο γυναικών πιο σοβαρά από όσο μπορούσε να φανταστεί.

Για πρώτη φορά μακριά από την Βραζιλία, σε έναν παγωμένο τόπο, τόσο διαφορετικό από το σπίτι της. Αδιάφορο για εκείνη… Φρόντισε να τον ζεστάνει η Μάρτα, προτάσσοντας τη βραζιλιάνικη φύση της, ξεδιπλώνοντας στο χορτάρι όλες τις ποδοσφαιρικές γραφές της πατρίδας της.

«Jogo Bonito» και «Jinga» μαζί, βραζιλιάνικες σπίθες αυτοσχεδιασμού και δημιουργικότητας, ευτυχία, κάτι ανάμεσα σε χορό και μπάλα. Κάτι που ο κόσμος δεν είχε δει ξανά. Όχι από γυναίκα σε αυτό το επίπεδο.

Και όντως, η Μάρτα ήταν κάτι απίστευτα καινούργιο, κάτι πρωτόγνωρο, κάτι ιστορικό. Όχι για όλη την χρυσή ιστορία που έγραψε και στη Σουηδία και όπου πάτησε το πόδι της, αλλά για όλα όσα υπήρξε.  Σε έναν κόσμο αλόγων, εκείνη ήταν ο πρώτος μονόκερως. Κάτι ανήκουστο και θαυμαστό, σαν να ξεπήδησε από τη φαντασία κάθε μικρού κοριτσιού που την χρειαζόταν. Το πρώτο είδωλο.

Η Μάρτα με τη φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας / Photo by: INTIME.

«Είδωλο», όπως -κορυφαία- το περιέγραψε ο Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του, «Το ποδόσφαιρο στην σκιά και το φως». Η Μάρτα άλλαξε τα δεδομένα, άλλαξε και το γένος των άρθρων του μεγάλου Ουρουγουανού, από αρσενικό σε θηλυκό: «Μόλις μάθει να περπατά, ξέρει και να παίζει μπάλα. Τα πρώτα της χρόνια δίνει ζωή και χαρά στις αλάνες, παίζει ξέφρενα στις φτωχογειτονιές, μέχρι να σκοτεινιάσει και να μην βλέπει πια την μπάλα, και στα νεανικά της χρόνια ανοίγει τα φτερά της. Και τα γήπεδα πετούν μαζί της. Τα ακροβατικά της φέρνουν κοσμοσυρροή από Κυριακή σε Κυριακή, από νίκη σε νίκη, από αποθέωση σε αποθέωση. Η μπάλα την αποζητά, την αναγνωρίζει, την χρειάζεται. Πάνω στο πόδι της αναπαύεται, νιώθει άνετα. Εκείνη της δίνει λάμψη, της μιλάει και μέσα από τη συνομιλία τους επικοινωνούν εκατομμύρια χωρίς φωνή».

Αυτό ήταν στο χορτάρι, έκανε πλάκα, έπαιζε πάντα ως η καλύτερη και πάντα με στόχο να διασκεδάσει λίγο περισσότερο. Η ίδια και όποιος την έβλεπε.

Ήταν όμως και το είδωλο που η μικρή Μάρτα έψαχνε απεγνωσμένα. Και μάταια. Σαν αστέρι σε ξάστερο ουρανό. Μια λάμψη για να κρατηθεί, να βρει δύναμη, έμπνευση. Δεν υπήρχε πουθενά, εκείνη μπορούσε να θαυμάζει μόνο τον Ριβάλντο και τους λοιπούς συμπαίκτες του στη «Seleção». Καμία γυναίκα, κανένα κορίτσι που ξεκίνησε όπως αυτή. Μα το είπαμε, η Μάρτα ήταν καταδικασμένη να δημιουργήσει το δικό της φως, τη δική της διαδρομή και να γεμίσει αυτό το κενό.

Πρώτη που έγινε κάτι που μέχρι τότε δεν υπήρχε. Πρώτη που στάθηκε δίπλα στον Πελέ, ανάμεσα στον Μέσι και τον Κριστιάνο σε όλες τις μεγάλες τελετές των αμέτρητων ατομικών της διακρίσεων. Πρώτη που ανάγκασε τα βλέμματα να στραφούν και σε αυτή τη γωνιά του ποδοσφαίρου, που χάρισε αυτή την περίφημη ορατότητα για την οποία ακόμη παλεύουν οι γυναίκες. Πρώτη που είδε το όνομά να την ξεπερνά ως άτομο.

Γιατί η Μάρτα ήταν η Μάρτα. Και την ήξεραν όλοι. Μάλλον, την είχαν όλοι ακουστά. Όπως όλοι έχουν ακουστά κάθε GOAT, ακόμα κι αν δεν ασχολούνται με την τέχνη του.

Ακόμα κι αν δεν την είχαν δει, ήξεραν για τη Μάρτα, ήξεραν πως επρόκειτο για εκείνη τη γυναίκα, την καλύτερη της ιστορίας, που σπάει τα ρεκόρ σαν ταύρος σε γυαλοπωλείο -είναι πρώτη σκόρερ στην ιστορία της «Seleção», πρώτη σκόρερ στην ιστορία του Παγκόσμιου Κυπέλλου, κανένας αθλητής ή αθλήτρια δεν έχει παίξει περισσότερα από τα έξι δικά της Μουντιάλ. Αυτή που παίζει φορώντας κραγιόν και καλύτερα από κάθε άλλη, που φωτίζει μια άλλη κατεύθυνση. Το έκανε πάντα, από την Βραζιλία στη Σουηδία και από εκεί στις ΗΠΑ και πάλι πίσω.

Η Μάρτα με τη φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Σύμβολο. Το πρώτο αυτού του βεληνεκούς, αυτού του εύρους και αυτής της σημασίας. Σε έναν κόσμο που το είχε τεράστια ανάγκη. Όχι, δεν την είχαν ανάγκη όλοι όσοι ήξεραν ποια είναι, χωρίς να ξέρουν κι ακριβώς. Την είχαν ανάγκη τα κορίτσια εκεί έξω. Για να τους δείξει πως μπορούν κι αυτά να αγαπήσουν την μπάλα, πως μπορούν να σπάσουν τα όριά τους και να κάνουν αυτό ακριβώς που θέλουν.

Το ήξερε πως ήταν σπουδαία ποδοσφαιρίστρια, αλλά δεν έμεινε εγωιστικά κι αυτάρεσκα σε αυτό. Αντίθετα, αγκάλιασε ακόμα περισσότερο τον άλλο της ρόλο, τον ρόλο της πυξίδας, και μιλούσε για όλα όσα πήγαιναν λάθος, για την έλλειψη στήριξης, τις διακρίσεις, όλες τις δυσκολίες, με σκοπό να τις εξομαλύνει.

Αλλά και να δώσει δύναμη και κίνητρο. Σαν να ένιωθε πως εκείνη βάδισε πάνω στο χαλίκι, αλλά αυτός ο δρόμος πρέπει να ασφαλτοστρωθεί, γιατί έπεται και συνέχεια.

«Θυμήσου πόσο μόνη νιώθεις, αλλά άκου αυτό που σου λέω. Σε όλον τον κόσμο υπάρχουν κορίτσια που νιώθουν ακριβώς το ίδιο. Κορίτσια που τα κοιτάζουν περίεργα και τα ρωτάνε γιατί παίζουν ποδόσφαιρο, κορίτσια που δεν τα αφήνουν να συμμετάσχουν σε τουρνουά και τα κοροϊδεύουν. Αυτή η μοναξιά δεν θα κρατήσει πολύ. Σε λίγο θα παίζετε όλες μαζί», έγραψε κάποτε απευθυνόμενη στον μικρό της εαυτό.

Και έγινε αυτή που εκείνος ο μικρός της εαυτός θα λάτρευε. Κατά κάποιον τρόπο, η μαμά όλων των ποδοσφαιριστριών που την ακολούθησαν. Όταν τη βομβαρδίζουν με ερωτήσεις για το τι σκέφτεται να κάνει, πόσα ακόμα ρεκόρ θα σπάσει, σε πόσα Μουντιάλ και Ολυμπιακούς Αγώνες θα παίξει, η ίδια απαντάει ταπεινά: «Αυτό που γίνεται δεν έχει να κάνει με εμένα. Δεν υπάρχει μόνο η Μάρτα, δεν υπήρξε μόνο η Μάρτα και δεν θα υπάρξει μόνο η Μάρτα».

Όσοι δεν είναι «η Μάρτα» πάντως συμφωνούν πως, αν εκείνη δεν υπήρχε, το ποδόσφαιρο γυναικών δεν θα ήταν ακριβώς το ίδιο σήμερα. Πως το αφήνει σε μια πολύ πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτή που το βρήκε. Και αυτό είναι όλα όσα μπορούσε να ονειρευτεί κι ακόμα περισσότερα.

Αύγουστος 2004: Η Μάρτα με τη φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας / Photo by: INTIME.

«Ετοιμαζόμαστε να παίξουμε στο μεγαλύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο γυναικών όλων των εποχών. Νιώθω τόση χαρά, γνωρίζοντας ότι μικρά κορίτσια σε όλον τον κόσμο θα μπορούν να μας βλέπουν στο γήπεδο να ζούμε τα όνειρά μας. Αυτό, για μένα, έχει πραγματική σημασία. Αληθινά. Το σκέφτομαι συχνά. Με κάνει τόσο περήφανη η σκέψη ότι ίσως υπάρχουν παιδιά εκεί έξω που με παρακολουθούν και ότι μπορεί να τα εμπνεύσω να κυνηγήσουν τα αστέρια. Σημαίνει τα πάντα για μένα. Είναι πιο πολύτιμο από κάθε τίτλο, μετάλλιο ή τρόπαιο που έχω κερδίσει. Το να είμαι κάποια που τα μικρά κορίτσια μπορούν να θαυμάζουν, κάποια που τους έδειξε ότι τα όνειρά τους μπορούν να γίνουν πραγματικότητα; Το να έχω έναν τέτοιον αντίκτυπο, να αφήσω μια τέτοια παρακαταθήκη; Αυτό, για μένα, είναι ό,τι θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ», έγραψε το 2023.

Λίγα χρόνια μετά προσέθεσε πως «Τώρα είμαστε σημείο αναφοράς, γονείς με σταματάνε και μου λένε πως τα παιδιά τους θέλουν να γίνουν σαν εμένα. Αυτό δεν θα είχε συμβεί, αν είχαμε σταματήσει σε όλα τα εμπόδια».

Το mantra της βέβαια είναι άλλο, περιγράφει όλον τον αγώνα της απέναντι σε αυτά τα εμπόδια, πνευματικά και φυσικά: «Κλάψε στην αρχή, για να χαμογελάσεις στο τέλος».

Αυτό έκανε η Μάρτα, όσο πάσχιζε να ονειρευτεί και να βοηθήσει στη δημιουργία του κόσμου που θα ήθελε να ζει και η ίδια ως παιδί. Δάκρυσε, πείσμωσε, πάλεψε, μάγεψε. Στο τέλος χαμογέλασε πλατιά. Τώρα τα δάκρυα στέγνωσαν. Όχι μόνο τα δικά της αλλά και όλων των κοριτσιών που αγαπούν την μπάλα και ξέρουν πως δεν χρειάζεται να κλάψουν στην αρχή.

Γιατί η Μάρτα ήταν εκεί για να ανοίξει τον δρόμο. Πριν από αυτά, για αυτά.

Οκτώβριος 2025: Η Μάρτα σε ηλικία 39 ετών / Photo by: Orlando Pride (IG).

Πηγή: Athletestories