Επιλογή Σελίδας

Του Νίκου Παπαδογιάννη

Yπάρχει μία θεωρία, που θέλει τους Λιθουανούς ευεργετημένους από συγκυρία και κατόχους μεταλλίων ή διακρίσεων τα οποία δεν «δικαιούνται». Πότε τους βοηθούσαν οι διασταυρώσεις, πότε κάποιο απρόοπτο πρόβλημα του αντιπάλου, πότε η κωλοφαρδία και πότε η συζυγία των πλανητών.

Όταν χρειάστηκε να δείξουν τη δύναμή τους και να επιστρέψουν με το σπαθί στην κορυφή της Ευρώπης, κατακρεουργήθηκαν στην κόψη την τρομερή όχι κάποιας ομαδάρας, αλλά της ακατανίκητης …FYROM, στον προημιτελικό του 2011, στη Ζαλγκίριο Αρένα του Κάουνας.

Γελάσαμε πολύ εκείνη τη βραδιά και παρηγορηθήκαμε, όταν τους είδαμε αντιμέτωπους με την Εθνική μας, στον αγώνα κατάταξης για τις θέσεις 5η-6η.

Άλλο να χάνεις με χίλια ζόρια από τον Μπατούμ και τον Πάρκερ (όπως εμείς) και άλλο να σε κατατροπώνουν ο Άντιτς και ο Μακαλεμπόφσκι.

Εγώ βέβαια ξέρω άλλο. Ξέρω ότι η Λιθουανία είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου το μπάσκετ είναι στ’ αλήθεια εθνικό άθλημα. Ξέρω ότι οι μεταλλιάρες βγαίνουν από ένα έθνος 4-5 εκατομμυρίων κατοίκων.

Ξέρω ότι η «Lietuva» έχει πάντοτε κόσμο στο πλευρό της, όχι μόνο όταν κυνηγάει τίτλους, αλλά και στον α’ γύρο διοργανώσεων, καθώς και στις βραδιές των μεγάλων απογοητεύσεων, όπως τότε στο Κάουνας.

Kαι πάλι καλά, να λέμε, που δεν γίνεται ο αγώνας στο Ελσίνκι, να έχουμε να παλέψουμε με 12.000 Λιθουανούς που θα κατέφταναν κωπηλατώντας στη Βαλτική!

Ξέρω, επίσης, ότι το 2010 ήρθαν εδώ, στην ίδια Κωνσταντινούπολη, στο ίδιο Σινάν Ερντέμ, με ελλιπέστατη ομάδα, με όνειρο τρελό «για μια θέση στην οχτάδα».

Και όμως, ανέβηκαν στο βάθρο με Ντελινινκάιτις, Αντρουσκέβιτσιους και Κλιμάβιτσιους, με μοναδικό αστέρι τον Κλέιζα, κατανικώντας στον μικρό τελικό την απογοητευμένη από το στραπάτσο του ημιτελικού με τους Τούρκους Σερβία!

Αν η ευρωπρωταθλήτρια του 2003 Λιθουανία έσφυζε από ταλέντο και προσωπικότητα, αν η οικοδέσποινα ομάδα του 2011 ήταν προϊόν πανστρατιάς, η δωδεκάδα που παρατάχθηκε το 2010 ήταν άγνωστη ακόμα και στον θυρωρό της πολυκατοικίας της.

Το 2003 στη Στοκχόλμη ήταν βασικός σούτινγκ-γκαρντ ο Ματσιγιάουσκας, αλλά το 2010 στην Πόλη ο Γκετσέβιτσιους (που παίζει και φέτος). Δεν είναι ακριβώς το ίδιο…

Εγώ, που είμαι και παλιοσειρά, ακούω «Λιθουανία» και θυμάμαι ακόμη Σαμπόνις, Μαρτσουλιόνις, Κουρτινάιτις, Χόμιτσιους, Γιοβάισα, πρασινοκίτρινα ψυχεδελικά μπλουζάκια, Grateful Dead και Τζέρι Γκαρσία.

Α, θυμάμαι επίσης ένα γήπεδο γεμάτο από 10-15 χιλιάδες Ελληνάρες να κραυγάζει «Λιέτουβα-Λιέτουβα», επειδή η διαιτησία ευνοούσε τους «πλάβι» του Στάνκοβιτς σε εκείνον τον τελικό του 1995 στο ΟΑΚΑ.

Οι Γιούγκοι δεν μας το συγχώρησαν ποτέ και οι Λιέτουβοι δεν το θυμούνται καν.

Έτσι και αλλιώς, υπάρχουν παίκτες στην Εθνική Ελλάδας του 2017 και στην Εθνική Λιθουανίας του 2017, που τότε ήταν αγέννητοι.

Ο Γκουντάιτις και ο Ουλανόβας γνωρίζουν τον Σαμπόνις όχι ως άφταστο αρτίστα των γηπέδων, αλλά ως πρόεδρο της Ομοσπονδίας μπάσκετ και αρχηγό της αποστολής.

 Ίσως να νομίζουν ότι και ο Τσαγκρώνης ήταν κάποιος θρύλος του ελληνικού μπάσκετ…

Δεν συμμερίζομαι σε καμία περίπτωση την αμφισβήτηση που συνοδεύει τη σημερινή ομάδα.

Ένα πυροτέχνημα μπορεί να αποδειχθεί τυχαίο γεγονός (γκουχ, γκουχ, Φύρομ), αλλά ο κεραυνός δεν χτυπάει δεύτερη φορά στο ίδιο σημείο.

Οι Λιθουανοί πήραν μετάλλιο όχι μόνο το 2010, αλλά και το 2013 στη Λιουμπλιάνα (ασημένιο πίσω από τους Γάλλους) και πρόπερσι στη Λιλ (όταν νίκησαν τους Σέρβους στον ημιτελικό) , αλλά και το 2007, στη Μαδρίτη, όταν πέτυχαν την Εθνική μας αποκαρδιωμένη στον μικρό τελικό.

Από τότε έχουμε να τους πετύχουμε, σε νοκ-άουτ αναμέτρηση. Εκτός αν μετράει το …Νέων και το χουνέρι που τους κάναμε φέτος στο Ηράκλειο. Ε, κυρ Κόνιαρη;

Οι Λιθουανοί μέτρησαν και τρία σερί χάλκινα μετάλλια σε Ολυμπιάδες, για να μη ξεχνιόμαστε: 1992, 1996, 2000, τότε που η νεαρή χώρα έψαχνε ακόμα την υπερηφάνεια της μέσα από τον χτύπο της πορτοκαλί μπάλας.

Στο Σίντνεϊ, μάλιστα, απείλησαν σοβαρά την παρθενιά των Αμερικανών.  Τότε έπαιζε ακόμα ο Σάρας, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει κανένας Σάρας και κανένας ορατός διάδοχος.

Χρόνια και χρόνια θυμάμαι, να μελετάμε -εμείς και πολλοί άλλοι- την «ισχνή» περιφερειακή γραμμή των Λιθουανών, όπου ο Μάντας Καλνιέτις (παρών στην Εθνική Ανδρών από το 2006 στη Χαμαμάτσου) φαντάζει μονίμως αβοήθητος.

«Θα τον σημαδέψουμε για να τον κουράσουμε και να τον αποκόψουμε από τους ψηλούς». Λες και οι Λιθουανοί προπονητές δεν το ξέρουν και δεν έχουν τρόπους να κρύψουν το πρόβλημα.

Φέτος, άλλωστε, παίζει μόλις 25 λεπτά ο λεγάμενος. Ίσως να ήταν ακόμα μικρότερη η μέση συμμετοχή του, αν δεν είχε χτυπήσει ο Λεκάβιτσιους.

Περιττό να σας πω, ότι το σχέδιο της Εθνικής μας στην αυριανή, δίχως αύριο αναμέτρηση είναι να σημαδέψει τον Καλνιέτις για να τον κουράσει και να τον αποκόψει από τους ψηλούς.

Η γραμμή κρούσης με Βαλανσιούνας, Μοτιεγιούνας και Κουζμίνσκας απειλεί να κάνει ρημαδιό την αντίστοιχη ελληνική (που μόλις την Τετάρτη έδειξε κάποια σημεία ζωής), αλλά δεν θα είναι το ίδιο αποτελεσματική αν δεν πάρει μπάλες.

Πρόπερσι, στη Λιλ, πάντως, τα πρώτα βιολιά τα έπαιζαν ο Σεϊμπούτις και ο Ματσιούλις. Ξέχασα να σας πω, ότι ο Γιόνας Καζλάουσκας δεν μένει πια εδώ.

Η Εθνική Λιθουανίας που θα βγάλει απόψε στις επάλξεις τους ψηλούς της και θα παίξει στον ρυθμό της, θα μας ισοπεδώσει, χωρίς να χρειαστεί την παραμικρή κωλοφαρδία.

Τα πράγματα όμως θα είναι διαφορετικά, εάν ο κλήρος πέσει στους μέτριους σουτέρ και στους ελάχιστους «ινδιάνους» της ομάδας με τα πράσινα.

Οπότε, δεν υπάρχει τρίτος δρόμος. Βουρ στον Καλνιέτις των 10,2 πόντων και 7,2 ασίστ και όπου μας βγάλει.  

Αρκεί να μη μας βγάλει εκεί που μας έβγαλε όταν θα κάναμε το αντίστοιχο βουρ στον αναντικατάστατο Πριχιόνι το 2008 στο Πεκίνο, όταν μάλιστα είχαμε περιφερειακή γραμμή με Διαμαντίδη, Παπαλουκά, Σπανούλη και Ζήση για να τον ταλαιπωρήσουμε.

Ο «στρατηγός» της Εθνικής Αργεντινής έπαιξε 35 λεπτά υποδειγματικού μπάσκετ και κατάπιε ζωντανούς τους δικούς μας.

Βεβαίως, ο Πριχιόνι είχε δίπλα του τον Μάνου Τζινόμπιλι, ο οποίος έχει στο μυαλό του αιώνια λιακάδα και είναι πιο πλέι-μέικερ και από τον Πάρκερ.

Ο Τζινόμπιλι της φετινής Λιθουανίας; ποιος είναι; Ο Γιουσκέβιτσιους;

Πηγή: Gazzetta