Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Όσες απαγορεύσεις και να μπουν σε προκηρύξεις διοργανώσεων ή σε νομοσχέδια η-ώρα-να-περνάει, παντού στον κόσμο δηλώσεις για τη διαιτησία γίνονταν (από τότε που επινοήθηκε το ποδόσφαιρο), γίνονται (όσο παίζεται ποδόσφαιρο), θα γίνονται (για όσο ακόμη θα υπάρχει το ποδόσφαιρο). Ο Κλοπ στο Μάντσεστερ μίλησε για κόκκινη κάρτα στον Κομπανί.
Η διαφορά έγκειται στο ότι ο διαιτητής νιώθει ασφαλής, πως την άλλη μέρα θα βγει από το σπίτι να πάει να κάνει τις δουλειές του και κανείς δεν θα έχει στήσει καρτέρι. Είναι, ανεξάρτητα αν ο Κλοπ έχει δίκιο ή άδικο, ο ορισμός του ευνομούμενου ποδοσφαίρου. Όπως ήταν κάποτε ο ορισμός της δημοκρατίας, ότι σου χτυπάνε την πόρτα στις έξι το πρωί και ξέρεις ότι σίγουρα είναι ο γαλατάς.
Το σώμα των διαιτητών της Σούπερ Λιγκ αστόχησε, κατά το ότι συνέδεσαν την επίθεση στον κύριο Τζήλο με τις πάσης φύσεως (εκ)δηλώσεις «στοχοποίησης» της διαιτησίας. Γέμισαν με αυτό, το 90% της ατζέντας τους. Θα είχε νόημα, εάν ο συνάδελφός τους δεχόταν αδέσποτη επίθεση από παρασυρμένους «αγανακτισμένους» οπαδούς. Καμία σχέση!
Το περιστατικό στη Λάρισα δεν ήταν κρούσμα οπαδικής βίας. Οι (εκ)δηλώσεις κάνουν… ό,τι θέλετε να πούμε πως κάνουν. Πιέζουν, είναι καραμπινάτο bullying, δυσφημούν το προϊόν, πράγμα για το οποίο (άλλη μία φορά επαληθεύεται πως) απ’ τη Σούπερ Λιγκ δεν έχει κανείς να περιμένει τίποτα. Ναι, σε όλα. Αλλά, οι (εκ)δηλώσεις δεν υποκινούν άμυαλους.
Τουλάχιστον δεν είναι αυτή, η περίπτωσή μας. Ο κύριος Τζήλος πήρε αύξοντα αριθμό, σε μια λίστα κτυπημάτων του υπόκοσμου, όχι του κόσμου. Δεν επρόκειτο για εν θερμώ αντίδραση, ποτέ. Μόνον ήταν, εν ψυχρώ δράση πάντοτε. Εδώ, ο υπόκοσμος θα «έκανε τη δουλειά» έτσι κι αλλιώς. Το 90% της ατζέντας των διαιτητών θα έπρεπε να είναι, απαιτούμε την εξιχνίαση. Όχι άλλο «μαύρο σκοτάδι».
Η εξιχνίαση εδραιώνει την κοινωνική αίσθηση του ευνομούμενου. Έχει πολλαπλή σημασία, να εξιχνιαστεί η υπόθεση. Για την ικανοποίηση, αν θέλετε, του «κοινού αισθήματος». Οπωσδήποτε, για το γόητρο της ελληνικής αστυνομίας που διαθέτει και τις δυνατότητες και την ικανότητα, όπου και όταν της επιτρέπουν να φτάσει ως το τέλος, εκεί και τότε να φτάνει.
Η κοινή αίσθηση για τον υπόκοσμο είναι ότι δρα αποθρασυμένος. Το πιστεύει η κοινωνία. Οτι μπαίνουν τα σκυλιά, αλέθουν, κι αλεστικά δεν δίνουν. Το πιστεύει, και ο ίδιος ο… υπόκοσμος. Οτι εσαεί, όποια χοντράδα και να διεκπεραιώσουν, θα διαφεύγουν. Η συστηματική εξιχνίαση θα είναι ένα φρένο, σε όλο αυτό. Μια δεύτερη σκέψη, το κάνω ή δεν το κάνω, στο νου των εκτελεστών.
Φυσικά, πάντα οι εκτελεστές είναι τελειωμένοι τύποι που μπαινοβγαίνουν στη φυλακή και δεν έχουν καν το περιθώριο να διαλέξουν αν θα το κάνουν ή αν δεν θα το κάνουν. Αν δεν το κάνουν, θα ξαναπάνε μέσα διότι θα φροντίσουν γι’ αυτό εκείνοι που φρόντισαν να τους βγάλουν έξω. Καλό είναι να ξέρουν απλώς, πως και να το κάνουν πάλι μέσα θα πάνε. Διότι η υπόθεση θα διαλευκανθεί.
Οι διαιτητές επιστρέφουν στο γήπεδο, ενόσω η υπόθεση φαίνεται πως «ωριμάζει». Είναι μια εύστοχη απόφαση, έστω των «έξι στους δέκα» που ψήφισαν υπέρ της επιστροφής. Διαμαρτυρήθηκαν, είχαν την κοινή γνώμη με το μέρος τους, σηκώθηκε το κύμα της απαίτησης για εξιχνίαση, πλέον δείχνουν ότι δεν κωλώνουν. Επιστρέφουν σαν προπομποί τρόπον τινά, ως την ωραία στιγμή που θα επιστρέψει στο γήπεδο και ο κύριος Τζήλος.
Το κομμάτι της λεγόμενης «ηθικής αυτουργίας» είναι κάτι άλλο. Νομικά και κανονιστικά, πολύ πιο περίπλοκο από τη διαλεύκανση της φυσικής αυτουργίας. Εκεί, η «στενή σχέση» δεν αρκεί για τη σύνδεση. Χρειάζεται ακλόνητη απόδειξη, της εντολής για το κτύπημα. Αλλά και η ρετσινιά να μείνει μονάχα, η ηθική απαξία, κι αυτή λίγο δεν είναι…
Πηγή: Sport DNA

















