Επιλογή Σελίδας

Του Γιάννη Σερέτη

Μπορεί ο Αλκης να τους «τελειώσει» από εκεί ψηλά; Εμείς λέμε ότι μπορεί. Η δολοφονία του ταρακούνησε ακόμα και αυτούς τους απίθανους οι οποίοι εδώ και τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη αρκούνταν απλώς να καταγράφουν τα πεσίματα που γίνονταν παντού. Όχι πως δεν γίνονται στην Αττική. Απλώς, στη Θεσσαλονίκη δημοσιεύεται πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των συμβάντων. Στην Αθήνα μαθαίνονται λιγότερα και γράφονται ελάχιστα: είναι ο φόβος που συνήθως (δεν μιλάμε για τα «παπαγαλάκια» των ΠΑΕ) κρατά κλειδωμένο το πληκτρολόγιο. «Ασ’ το, πού να μπλέξουμε τώρα; Σάμπως θα γίνει κάτι προς το καλύτερο αν το γράψουμε ή θα πάρουμε αύξηση ή… Πούλιτζερ;»

Κι αν ο δημοσιογράφος είναι λογικό έως ενός σημείου να φοβάται (από ποιον να προστατευτεί;), η δουλειά της Αστυνομίας και της εκάστοτε κυβέρνησης σ’ αυτό το πεδίο είναι να… μην φοβάται. Δουλειά τους επίσης είναι να μην κάνουν παντός είδους χάρες. Να μην κάνουν τα «στραβά μάτια», να μην νταρεβερίζονται με τύπους που γουστάρουν το ξύλο, τα πεσίματα και τα μαχαιρώματα στους μηρούς ή στη «γλουτιαία χώρα» που λεν’ και οι γιατροί. Δουλειά τους είναι επίσης να επιβλέπουν την τήρηση των σχετικών νόμων για τους συνδέσμους, και να μην μπλέκουν αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνουν με τις προσωπικές σχέσεις ή φιλίες τους με ιδιοκτήτες ΠΑΕ. Οι ΠΑΕ, για να ξέρετε, δεν τα γουστάρουν τα επεισόδια. Κι ας λένε διάφοροι άσχετοι για «στρατούς προέδρων». Παλιά αυτά, όχι τώρα πια σε μεγάλη έκταση. Τώρα ίσως συμβαίνει το αντίθετο: ίσως κάποιοι οργανωμένοι σύνδεσμοι έχουν τόση ισχύ ώστε να καθορίζουν εξελίξεις στις ομάδες και φέρνουν σε άβολη θέση τους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι «υποχρεώνονται» να κάνουν συμβιβασμούς! Παρότι δεν τα γουστάρουν, όμως, όμως, καμία μα καμία από τις «μεγάλες» δεν μπορεί να κόψει μαχαίρι τη σχέση με τους οργανωμένους. Και κάπου εδώ ερχόμαστε στο «ζουμί» της υπόθεσης.

Γουστάρει ο κανονικός «οργανωμένος» αυτό που έγινε; Γουστάρει τα μαχαιρώματα και τα πεσίματα; Η μήπως γουστάρει τα ταξίδια, τα τραγούδια, τις εκδρομές, τα συνθήματα, τις μπύρες, τα ποτά, τις παρέες, την αδρεναλίνη (ναι, και το βρισίδι) της κερκίδας, όλα όσα μπορεί να πάρει από τη συμμετοχή του σε μια εξέδρα με συνοπαδούς; Ας το απαντήσουν αυτό πρωτίστως στους εαυτούς τους όσοι είναι μέλη οργανωμένων συνδέσμων για πολλά χρόνια ή περιστασιακά χωρίς να έχουν άλλους είδους συμφέροντα (δηλαδή φράγκα) απ΄ αυτή τη συμμετοχή. Κι ας αποφασίσουν για ποιους λόγους ο καθένας τους γουστάρει την ενασχόληση με αυτό το «σπορ».

Εκτός από το σημερινό «σόου» με τις φωτογραφίες με τα καδρόνια από το σύνδεσμο του ΠΑΟΚ στην Ομόνοια, έχουν γίνει και ουσιαστικές ενέργειες σε κυβερνητικό και δικαστικό επίπεδο τις τελευταίες μέρες. Το πήραν στα σοβαρά: για λίγες μέρες ως συνήθως ή με συνολικό πλάνο; Θα το δούμε. Πάντως o αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου πήρε σήμερα μια σημαντική απόφαση. Για να είμαι ειλικρινής, περισσότερη εμπιστοσύνη έχω στους δικαστές παρά στους – εκάστοτε – κυβερνώντες για το συγκεκριμένο θέμα. Μαθαίνω ότι η σημερινή κυβέρνηση αποφάσισε – χωρίς να το «φωνάζει» – να το κάνει σωστά και συντονισμένα αυτή τη φορά. Δεν (τους) έχω καμία εμπιστοσύνη, αλλά περιμένω να δω.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ό,τι κι αν κάνει η Αστυνομία, ό,τι κι αν αποφασίσει η κυβέρνηση, ό,τι κι αν κάνουν οι ΠΑΕ, αυτού του είδους τη βία που φτάνει σε εν ψυχρώ στυγερή δολοφονία εγκληματικού χαρακτήρα, μόνο οι ίδιοι οι οργανωμένοι μπορούν να την αποβάλουν από τις τάξεις τους. Δεν ξέρω αν το θέλουν. Ξέρω ότι μπορούν να «στείλουν» αυτή τη βία αλλού! Διότι ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: η βία δεν πρόκειται να εξαλειφθεί επειδή θα μπουν δέκα άτομα στη φυλακή, θα γίνουν αστυνομικά «ντου» σχεδόν σε όλους τους «βαρβάτους» συνδέσμους της χώρας, θα κλείσουν κάποιοι εξ’ αυτών και θα συνεχιστεί εις τον αιώνα τον άπαντα η απαγόρευση των εκτός έδρας μετακινήσεων. Η παντός είδους βία είναι παντού γύρω μας. Και η αγάπη, όμως, είναι παντού γύρω μας! Διαλέγουμε! Η βία είναι θέμα παιδείας, μυαλού, ενσυναίσθησης, αντίληψης, κοινωνικών συνθηκών – ναι – και ατιμωρησίας! Δεν θα λυθεί ποτέ αυτό το πρόβλημα. Μπορεί, όμως, να περιοριστεί!

Και ίσως αυτή να είναι η τελευταία των «κανονικών» οπαδών στην Ελλάδα. Οσοι οργανωμένοι γουστάρουν την ομάδα τους, τον χαβαλέ τους, τις σχέσεις που χτίζουν με συνοπαδούς, τις εμπειρίες από τα ταξίδια, την ωραία τρέλα του γηπέδου, τον ηλεκτρισμό της παρουσίας σε εκτός έδρας ντέρμπι, «τις χαρές και τις λύπες μαζί», μακριά από μαχαίρια – καδρόνια – λοστούς – κράνη και λοιπά «πολεμικά» αξεσουάρ, είναι η ώρα να βγουν μπροστά. Να μην κρυφτούν!

Εχω την αίσθηση ότι δεν είναι πάρα πολλοί. Μα δεν είναι και λίγοι. Όταν καταλαγιάσει «όλο αυτό» που συμβαίνει μετά η δολοφονία του Αλκη, θα δούμε πώς θα το διαχειριστεί η κάθε μικρο-κοινωνία τους σε Αθήνα-Πειραιά-Θεσσαλονίκη. Μετά από τόσες και τόσες δολοφονίες δεν έκαναν τίποτα. Αν δεν κάνουν ούτε τώρα για να τακτοποιήσουν τα του οίκου τους και να υπερηφανεύονται μόνο για τα οπαδικά τους ωραία στα ελληνικά και ξένα γήπεδα, θα βουλιάξουν οριστικά.

Υ.Γ. (Με φωνές σε «ντου»): Είναι κάνας αλλόθρησκος εδώ μέσα; Πείτε ρε κότες, π..νες! Είναι κάνας αλλόθρησκος εδώ μέσα; Εσύ τι ομάδα είσαι ρε;» Την τρομοκρατική ιαχή 10-15 ατόμων σε μεγέθη…μπασκετμπολίστα και με σωματοδομή πυγμάχου δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Xειμώνας του ’92, δύο ώρες μετά το Παναθηναϊκός – ΑΕΚ 1-1 (34’ Μαυρίδης – 83’ Αλεξανδρής) στο ΟΑΚΑ. Η «φυσαρμόνικα» με πολλούς οπαδούς του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ που ξεκινούσε από πολύ μακριά έχει απομακρυνθεί λίγο από το «Νίκος Γκούμας» και προχωρά προς Εθνική οδό. Μια στάση, ένα «ντου» στο οποίο ο οδηγός δεν μπόρεσε να αντισταθεί γιατί θα του έσπαγαν το λεωφορείο, 30-40 δευτερόλεπτα τρόμου. Όλα γρήγορα, έμοιαζε με αιώνας! Το παρεάκι των τριών μας ήταν τυχερό. Δεν ήμασταν απ΄ αυτούς στους οποίους βρήκαν πράσινα κασκόλ. Δεν θέλω να σκέφτομαι τι συνέβη σε όσους ετσιθελικά κατέβασαν από το λεωφορείο. Ηταν το πιο έντονο από τα τρία «πεσίματα» που έχω «φάει», χωρίς να ανήκω σε σύνδεσμο. Πέρασαν κάμποσα χρόνια για να μην ντρέπομαι που φοβήθηκα και για να μην φοβάμαι να φοβάμαι. Και είμαστε αμέτρητοι τόσα χρόνια, όλων των χρωμάτων, με τις ίδιες εμπειρίες και τα ίδια συναισθήματα! Οι τυχεροί που δεν υποστήκαμε σωματική βία από το «πουθενά»…

Πηγή: Gazzetta