Του Ιάσονα Θεριού
Το λένε «ισοκράτημα» στα βιβλία της μουσικής θεωρίας.
Στον έξω κόσμο θα το συναντήσει κανείς ως «ισοκράτη», ως «drone» ή «ison» στα αγγλικά. Είναι εκείνη η νότα που παραμένει σταθερή. Δεν ακολουθεί τη μελωδία, αλλά την ορίζει, γίνεται η βάση πάνω στην οποία ξετυλίγεται. Οι υπόλοιπες νότες λικνίζονται ελεύθερα πάνω της, ακριβώς επειδή η ίδια τούς προσφέρει απλόχερα την πλατφόρμα για να το κάνουν.
Το ότι είναι σταθερή δεν σημαίνει πως είναι και τυχαία. Δεν είναι εύκολος ο ρόλος της, δεν μπορεί να τον υπηρετήσει κάθε νότα σε κάθε περίσταση. Κάθε άλλο. Είναι προσεκτικά, σχολαστικά σχεδόν, επιλεγμένη, ώστε να εναρμονίζεται και να εναρμονίζει ό,τι συμβαίνει γύρω της. Τόσο πολύτιμη η παρουσία της, τόσο κομβική, αλλά και τόσο διακριτική, οριακά ξεχασμένη. Είναι και η ίδια συμφιλιωμένη με τη διακριτικότητά της. Δεν σταματά να ηχεί, αλλά τα περισσότερα αφτιά δεν δύνανται να τη διακρίνουν καλυμμένη πίσω από το πρωταγωνιστικό πέπλο της εκάστοτε μελωδίας.
Είτε αυτή έρχεται από τα πόδια του Ρόμπεν και του Ριμπερί είτε από αυτά του Λεβαντόφσκι και του Μίλερ, του Γκνάμπρι και του Κομάν, του Σανέ και του Μουσιάλα, του Κέιν και του Λουίς Ντίας. Φέρτε στον νου σας οποιονδήποτε μελωδοποιό φόρεσε την κόκκινη φανέλα της Μπάγερν Μονάχου δίπλα σε εκείνον.
Ο Τζόσουα Κίμιχ ήταν πάντα εκεί, σαν ισοκράτημα, σαν σταθερή νότα, απολύτως απαραίτητη για κάθε σπουδαίο άσμα που τραγούδησε αυτός ο σύλλογος για τόσα χρόνια.
Ήταν εκεί, να ηχεί αδιάκοπα, να πρωταγωνιστεί διακριτικά, να δίνει τον τόνο σε κάθε πανέμορφη μελωδία. Να εναρμονίζεται και να εναρμονίζει.
Νοέμβριος 2015: Ο Τζόσουα Κίμιχ σε ηλικία 20 ετών στην πρώτη του σεζόν με τη φανέλα της Μπάγερν Μονάχου / Photo by: INTIME.
Ακόμη το θυμάται ο Τζόσουα. Τότε τσιμπούσε τον εαυτό του για να αντιληφθεί πόσο καλά τον γνώριζε κάποιος κύριος Πεπ Γκουαρδιόλα. Τον είχε δει μόνο στην τηλεόραση και, όταν τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο, ένιωσε την αύρα και την εμπιστοσύνη του με μιας. «Σε θέλω σε αυτή την ομάδα», του είπε ο Καταλανός, εξηγώντας του τους λόγους με τρομερή λεπτομέρεια, περιγράφοντας όλα όσα θεωρούσε υπέροχα στο παιχνίδι του, όλα όσα θεωρούσε πως χρίζουν βελτίωσης. Δεν ήταν λίγα, αλλά δεν ήταν και πολλά. Ήταν συντριπτικά περισσότερα τα καλά που ο Πεπ έβλεπε, προσπαθώντας να πιστέψει πως είχε να κάνει με ένα παιδί 20 χρόνων.
Ένα παιδί που εκπλήρωνε το όνειρό του. Όνειρο είναι να σε θέλει τόσο η Μπάγερν. Ακόμα κι αν έχεις μεγαλώσει στις παρυφές του Μέλανα Δρυμού, ακόμα κι αν η πρώτη σου φανέλα ήταν κιτρινόμαυρη με το όνομα του Τόμας Ροζίτσκι στην πλάτη και το έμβλημα της Ντόρτμουντ στο στήθος, ακόμα κι αν σε όλη σου την παιδική ηλικία έβλεπες τον εαυτό σου να παίζει για την Στουτγκάρδη, την ομάδα στην οποία μεγάλωσες.
Για τον Κίμιχ άλλωστε ήταν δύσκολο το να ονειρευτεί με περισσότερο θάρρος. Ως μπόμπιρας και ως έφηβος, δεν ήταν ποτέ ο πιο ταλαντούχος, δεν της μιλούσε της μπάλας, δεν μάγευε τα πλήθη, δεν τραβούσε τα βλέμματα. Ούτε ψηλός, γεροδεμένος ή υπερβολικά γρήγορος ήταν.
Δουλευταράς, ναι. Πιστός στις δυνατότητες της ομαδικής δουλειάς, ναι.
Αλλά τούτα δεν ήταν αρκετά για την Στουτγκάρδη. Ακόμα κι αν είχε σκυλιάσει για να πείσει τον μπαμπά του να του επιτρέψει να ενταχθεί στις ακαδημίες της, κάποια χρόνια μετά δεν έδειχνε ούτε την ίδια επιμονή ούτε την ίδια υπομονή μαζί του.
Υπομονή πάντως δεν μπορούσε να δείξει ούτε και ο ίδιος ο Τζόσουα, όχι κάπου όπου δεν ένιωθε σημαντικός. Πίεζε για περισσότερο χρόνο συμμετοχής στη Β’ ομάδα, γνωρίζοντας μέσα του πως ήταν μάταιο, σαν να έψαχνε την αφορμή για να αποχωρήσει. Την πήρε από το στόμα του προπονητή του: «Δεν είσαι αρκετά καλός, το σώμα σου δεν είναι αρκετά δυνατό. Δυστυχώς, δεν πρόκειται να ξεπεράσεις όσους παίζουν αυτή την στιγμή».
Ο Τζόσουα Κίμιχ σε εφηβική ηλικία με τη φανέλα της Στουτγκάρδης.
Ψάχτηκε, έμαθε πως ο άνθρωπος που πίεζε σαν τρελός τον πατέρα του για χάρη του είχε μετακομίσει στη Λειψία. Έμαθε πως εκεί, στα έγκατα του γερμανικού ποδοσφαίρου, προπονητής ήταν κάποιος Ραλφ Ράνγκνικ, “μανούλα” στην εξέλιξη νεαρών παικτών. Ήταν η ευκαιρία του και έπρεπε να την πάρει. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα μετακόμιζε ακόμα πιο μακριά από το αγαπημένο του χωριουδάκι, Μπόζινγκεν, και τους δικούς του, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα έβρισκε για καιρό τον εαυτό του ολομόναχο, εγκλωβισμένο σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με μια τηλεόραση, ένα λάπτοπ και το κινητό του.
Μα αυτό έπρεπε να το κάνει μόνος του, ήταν σαν πρόκληση με τον εαυτό του. Και εν τέλει την κέρδισε, όταν έφυγε με το βραβείο του MVP από το παιχνίδι κόντρα στη Β’ ομάδα της Στουτγκάρδης. «Έδειξα πως είμαι αρκετά καλός σε αυτούς που πίστευαν το αντίθετο. Έπαιζα στην τρίτη κατηγορία, ήμουν επαγγελματίας. Δεν πίστευα πως τα πράγματα μπορούσαν να πάνε καλύτερα», έχει πει.
Ο ίδιος μπορεί να μην το πίστευε, αλλά ο Γκουαρδιόλα το πίστευε. Και εκείνη η πίστη, η απουσία της οποίας τον πλήγωσε τόσο στη Στουτγκάρδη, ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν ο μικρός. Από την 3. Liga στην Bundesliga και το Champions League, από τους αγρούς στην Allianz Arena. Ήταν μετεωρική η άνοδός του, τρελό το άλμα.
«Προφανώς υπήρχε πίεση, είχα άγχος στο πρώτο μου παιχνίδι στην Allianz Arena, αλλά το να βγαίνεις εκεί έξω με τον Νόιερ, τον Μίλερ, τον Λαμ και τον Μπόατενγκ -όλους αυτούς- στην πραγματικότητα στο κάνει πιο εύκολο. Γιατί όλοι μού μάθαιναν πράγματα, όταν έπαιζα δίπλα τους».
Πάντα έδινε βάση στους διπλανούς του ο Κίμιχ, πάντα είχε σημασία για αυτόν η ομάδα.
Όταν ήταν μικρός, εκείνος και οι φίλοι του, πιτσιρίκια ακόμη, έφτιαξαν ολόκληρο γήπεδο σε μια αλάνα απέναντι από το σπίτι του. Κουβάλησαν τα τέρματα, τράβηξαν τις γραμμές, μέχρι και χώμα μετέφεραν λίγο-λίγο για να δημιουργήσουν ένα ύψωμα, να βάλουν καρεκλάκια και να το ονομάσουν κερκίδα αυτό το κομμάτι. Απίστευτη η χαρά, έβγαινε από την πόρτα του πατρικού του, περνούσε τον δρόμο και με με μιας βρισκόταν στο γήπεδό τους. Ήξερε πως μόνος του δεν θα μπορούσε να έχει φτιάξει κάτι τέτοιο, έμαθε από νωρίς να εκτιμά την ομάδα γύρω του. «Αυτό που μου δίνει κίνητρο είναι το να μπορέσουμε να πετύχουμε ως σύνολο, αυτή η ομαδικότητα», έχει πει.
Νοέμβριος 2019: Ο Τζόσουα Κίμιχ ανάμεσα στους Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι, Τόμας Μίλερ και Ιβάν Πέρισιστς / Photo by: INTIME.
Ίσως για αυτό να μπόρεσε να νιώσει τόσο γρήγορα πραγματικό μέλος στην Μπάγερν. Για αυτό και για το ταλέντο του, το οποίο τη λάμψη περίτεχνων ενεργειών δεν την είχε ποτέ, μα είχε τόση ουσία. Και πλέον είχε πέσει στα πιο κατάλληλα χέρια. Ο Γκουαρδιόλα είδε σε αυτόν ένα πακέτο βγαλμένο από τις γραφές των ποδοσφαιρικών του. Εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. “Κροϊφική” τεχνική κατάρτιση, κατά το «τα ζογκλερικά ανήκουν στο τσίρκο, τεχνική είναι να πασάρεις την μπάλα με μία επαφή, με τη σωστή ταχύτητα και στο κατάλληλο πόδι του συμπαίκτη σου».
Ευφυΐα και οξυδέρκεια, απόλυτος έλεγχος της μπάλας ακόμα και σε απόλυτα κλειστούς χώρους. Και ταυτόχρονα επιθετικότητα μακριά από την μπάλα, ένταση.
Δεν χρειάστηκε καν να τον δει να παίρνει πολλές συμμετοχές, να γίνεται ηγέτης και σύμβολο για την Μπάγερν Μονάχου. Τα είχε δει όλα από την πρώτη στιγμή. «Έχει όλα όσα χρειάζεται ένας παίκτης. Είναι πολύ έξυπνος, πολύ επιθετικός με την μπάλα, δυνατός στον αέρα, βλέπει τον κενό χώρο, έχει διορατικότητα στο παιχνίδι του και ξέρει πότε να επιτεθεί και πότε να πατήσει “παύση”. Τα έχει όλα», θα έλεγε για τον άγνωστο τότε Κίμιχ ο Πεπ το 2015. Ήταν το αγαπημένο του παιδί στη Βαυαρία, ο πιο καλός του μαθητής, η όχι και τόσο κρυφή αδυναμία του.
Και, ακριβώς επειδή τα… έπαιρνε τα γράμματα, ο Γκουαρδιόλα δεν είχε κανένα πρόβλημα να τον μετατρέψει σε προσωπικό του ελβετικό σουγιά. Παντού έπαιξε μαζί του. Στη μεσαία γραμμή, ως “εξάρι” και ως “οκτάρι”, και στο δεξί άκρο της άμυνας, ως ένας από τους πρωτοστάτες του -περίφημου αργότερα- trend των «inverted» μπακ. Αλλά και στο κέντρο της άμυνας, από όπου προήλθε εκείνο το εμβληματικό κήρυγμα αγάπης του Πεπ προς τον Τζόσουα έπειτα από ένα «Klassiker».
Όταν ο Μπενατιά πέρασε στο ματς ως αλλαγή, ο Κίμιχ έπρεπε να ανέβει πιο ψηλά στο γήπεδο, όμως δεν το έκανε ποτέ. «Συγγνώμη, δεν άκουσα την εντολή. Δεν ήταν εύκολο, αλλά πήγε καλά», απολογήθηκε ο μικρός, ο οποίος είχε κάνει ματσάρα και σε αυτόν τον ρόλο και ο δάσκαλός του το ήξερε, παρά την ένταση της στιγμής. «Όχι καλά. Σπουδαία. Είσαι τρομερός Τζος. Τρομερός», του είπε και τον αγκάλιασε.
Τον αγαπούσε ο Πεπ και του το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Μα ταυτόχρονα, άθελά του, τον καταδίκασε. Έχουν κάτι μοιραίο άλλωστε αυτοί οι παίκτες, οι «Jack of all trades», οι ελβετικοί σουγιάδες, τα πολυεργαλεία, οι μπαλαντέρ. Οι προπονητές τούς πρσκυνούν, αλλά οι οπαδοί δύσκολα τους λατρεύουν. Η ίδια τους η ευελιξία είναι αυτή που συχνά τους αναγκάζει να περιορίζονται, αφού είναι αυτοί που προσαρμόζονται πιο εύκολα, αυτοί που μπορούν να κάνουν λίγο πιο πέρα. Και η ίδια τους η ικανότητα να κάνουν τόσα πράγματα τόσο καλά είναι αυτή που τους καθιστά σχεδόν αόρατους στις συζητήσεις για τους καλύτερους. Σε αυτούς ανήκε και ανήκει ο Κίμιχ. Στους καλύτερους.
Ακόμη κι αν για κάποιους δεν είναι «ο καλύτερος μέσος», γιατί είναι δεξί μπακ, και για άλλους δεν είναι «το καλύτερο δεξί μπακ», αφού είναι μέσος. Και υπάρχουν και οι υπόλοιποι που δεν μπορούν να πουν πως είναι «το καλύτερο “εξάρι”», αφού “οκταρίζει”. Τόσο περίπλοκος ο ρόλος του, τόσο πολυσχιδής και απαιτητική η αποστολή του, η πολυδιεργασία του στο χορτάρι, που τόσο συχνά αδικούταν.
Κι όμως ο Τζόσουα ήταν εκεί, να κόβει και να ράβει. Με τον Γκουαρδιόλα, τον Αντσελότι, τον Φλικ και τον Τούχελ, τον Κομπανί. Πάντα η ίδια πολυτέλεια για κάθε αφεντικό, πάντα η ίδια συνέπεια, όποιο κοστούμι και αν καλούταν να φορέσει. Άλλωστε, η ουσία του ήταν επίσης ίδια και απαράλλαχτη. Πολύτιμος με την μπάλα σε κάθε φάση του παιχνιδιού, στην ανάπτυξη, στα μεσοδιαστήματα, στο τελευταίο τρίτο. Μήπως θυμάστε ποιο πόδι έβγαλε εκείνη την πιο γλυκιά κι από μέλι σέντρα για την κεφαλιά του Κομάν στον Τελικό του Champions League το 2020; Ναι, αυτός ήταν.
Αύγουστος 2020: Ο Τζόσουα Κίμιχ σηκώνει στον ουρανό το τρόπαιο του Champions League μετά την επικράτηση της Μπάγερν Μονάχου επί της Παρί Σεν Ζερμέν / Photo by: INTIME.
Πέρα από όλα τα άλλα, έχει και πανέμορφες επαφές ο άτιμος, απίστευτα χτυπήματα, είτε όταν πρέπει να δημιουργήσει είτε όταν πρέπει να απειλήσει ο ίδιος. Και κλεψίματα. Και τρεξίματα. Και πνευμόνια. Το έχει πει καλύτερα από όλους ο Αθλητικός CEO της Μπάγερν, Μαξ Έμπερλ: «Εκεί που οι υπόλοιποι σταματούν, εκεί ξεκινά ο Κίμιχ». Έτσι, είναι. Δεν τηρεί τα συνηθισμένα όρια, θέτει τα δικά του και συνεχώς τα ξεπερνάει. Και το φοβερό είναι πως ο Έμπερλ δεν μιλούσε για όσα κάνει στο χορτάρι, ξεδιπλώνοντας στο έπακρο το μοναδικό του προφίλ, αλλά κυρίως για όσα κάνει έξω από τις τέσσερεις γραμμές. «Νοοτροπία και ταυτότητα, αυτά αντιπροσωπεύει ο Τζόσουα Κίμιχ. Έχει απορροφήσει το DNA της Μπάγερν και το προσωποποιεί μέσα και έξω από το γήπεδο. Χαιρόμαστε να τον βλέπουμε να τραβά την ομάδα μπροστά», είπε επίσης.
Κάποτε, σε μια ανάλαφρη συνέντευξη, ζήτησαν από τον Κίμιχ να περιγράψει την τέλεια ημέρα για εκείνον. Ανάμεσα στις πατρικές του υποχρεώσεις και τις στιγμές χαλάρωσης είπε: «Να πάω για προπόνηση. Ιδανικά η ομάδα μου να νικήσει και στο προπονητικό διπλό». Αυτό ήταν το βασικό συστατικό της τέλειας ημέρας του, όχι κάτι λαμπερό, όχι κάποιο πάρτι, κάποια ιδιαίτερη έξοδος, οτιδήποτε θα έλεγε ο μέσος παίκτης και ποδοσφαιριστής.
Αλλά το να πάει στην προπόνηση και να νικήσει ακόμα κι εκεί. Δεν διδάσκεται αυτό, δεν καλλιεργείται.
Είναι φλόγα που καίει το μέσα σου. Και για τον Κίμιχ, τούτο συμβαίνει ασταμάτητα. Το λένε όλοι του οι συμπαίκτες, όλοι του οι προπονητές. Δεν υπάρχει κάποιος που να κουβαλά μεγαλύτερο κίνητρο, ζήλο, μια τόσο αυστηρή εσωτερική φωνή παρακίνησης. Έχει κι αυτό το baby face που συνάδει με την σκληράδα του, την ανελέητη ανάγκη του να προχωρά μπροστά, να μην αφήνει τίποτα στην τύχη. Για αυτό και μιλάει σε συμπαίκτες, “τη λέει” ακόμα και στους προπονητές του, όταν έχει αντιρρήσεις. Γιατί ξέρει πως αυτό θα τον πάει ένα βήμα μπροστά. Αν χρειαστεί, ουρλιάζει, το αγγελικό του πρόσωπο αλλάζει δραματικά. Αλλά εδώ δεν έχει εκπτώσεις, δεν έχει συμβιβασμούς. Έχει μόνο αυτή την τρέλα του τύπου που δεν σταματά, αλλά ξεκινά εκεί όπου οι άλλοι σταματούν.
Οκτώβριος 2018: Ο Τζόσουα Κίμιχ σε προπόνηση της Μπάγερν Μονάχου / Photo by: INTIME.
«Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν μόνο δύο παιχνίδια που έχουν σημασία, το τελευταίο που έπαιξες και το επόμενο που θα παίξεις. Αυτό είναι. Δεν έχει σημασία τι άλλο έχεις καταφέρει. Είσαι όσο καλός είναι και το τελευταίο σου αποτέλεσμα. Δεν έχει λογική το να κάθεσαι και να θαυμάζεις τα τρόπαιά σου, να μελετάς τα κατορθώματά σου. Το παιχνίδι συνεχίζεται, ο κόσμος ξεχνά. Πάντα υπάρχει μια νέα πρόκληση, ένας νέος πρωταθλητής», έχει πει.
Και ο Κίμιχ θέλει πάντα να είναι αυτός ο νέος πρωταθλητής, πάντα αυτός που θα ξεπερνά τις δυσκολίες για να φτάνει σε νέες κορυφές. Όπως έκανε μετά την απογοήτευση του Μουντιάλ του 2018 για την απίστευτη πορεία προς την κατάκτηση του Champions League το 2020.
Πάντα αυτός που ξεπερνά τον ίδιο του τον εαυτό, αυτός που ξενερώνει με κάθε ήττα, ακόμα κι αν αυτή έρχεται σε ένα οικογενειακό διπλό, αυτός που ξενερώνει σε κάθε χαμένη ευκαιρία, σε κάθε χαμένη μονομαχία. Είναι τρέλα, παράνοια, είναι και βάσανο, μα είναι και απαραίτητο συστατικό πρωταθλητισμού. Απαραίτητο συστατικό ομάδων του μεγέθους της Μπάγερν ή της Εθνικής Γερμανίας.
Αλλά είναι και πολυτέλεια το να την κρατά αναμμένη αυτή την φλόγα κάποιος. Και να τη χαρίζει σε όλους τους γύρω του, να τοποθετεί τον πήχη, να ηγείται. Να μη σταματά.
Να μην σταματά να ηχεί, σαν σταθερή νότα, η οποία ίσως δεν παίρνει την αναγνώριση που της αξίζει σε μια μελωδία, αλλά είναι πάντα εκεί για να διασφαλίζει την ίδια την ύπαρξη αυτής. Να εναρμονίζει και να εναρμονίζεται. Γιατί όλοι ξέρουν πως αυτή η μελωδία δεν θα ήταν ίδια, δεν θα ακουγόταν το ίδιο όμορφα, χωρίς εκείνη.
Ο Τζόσουα Κίμιχ ήταν και είναι πάντα εκεί για την Μπάγερν και τη χώρα του, όσο γύρω του έχουν αλλάξει τόσα. Και η παρακαταθήκη του δεν έχει να κάνει ούτε με την σπάνια ποδοσφαιρική του φύση ούτε με την ασυμβίβαστη νοοτροπία που σαν Άτλας κουβαλά στους ώμους του. Αλλά με τον συνδυασμό τους. Αυτός είναι, αυτό είναι το ισοκράτημά του.
Ιούνιος 2024: Ο Τζόσουα Κίμιχ με τη φανέλα της Εθνικής Γερμανίας / Photo by: INTIME.
Πηγή: Athletestories
















