Του Βασίλη Σαμπράκου
Πριν από λίγο καιρό είχα την τύχη να έρθει στα χέρια μου ένα βιβλίο μελέτης και ανάλυσης των στατικών φάσεων στο ποδόσφαιρο. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας πολύμηνης διατριβής που έκαναν πάνω σε αυτό το αντικείμενο τρεις Έλληνες προπονητές: ο Βαγγέλης Λάπας, ο Βασίλης Αρματάς και ο Δημήτρης Γκούμας. Προπονητής τερματοφυλάκων, σήμερα στον ΟΦΗ, ο πρώτος, επικεφαλής του τμήματος Ανάλυσης της ακαδημίας του Ολυμπιακού ο δεύτερος, υπεύθυνος Ανάλυσης των εθνικών ομάδων ο τρίτος.
Το βιβλίο “Στατικές φάσεις στο ποδόσφαιρο” αυτοπροσδιορίζεται ως μια ολιστική προσέγγιση του θέματος της στατικής φάσης στο ποδόσφαιρο. Και πράγματι είναι μια τέτοια, και μάλιστα της σημερινής τεχνολογίας, διότι δεν πρόκειται για ένα “απλό” χάρτινο βιβλίο. Σκανάροντας με το κινητό του τους QR codes που βρίσκει στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης εμπλουτίζει την εμπειρία του με οπτικό υλικό και έχει έτσι την ευκαιρία να δει περί τις 60 διαφορετικές ρουτίνες στην εκτέλεση πλαγίου, φάουλ, κόρνερ.
Τι έκαναν οι τρεις προπονητές; Επί περίπου 18 μήνες μελετούσαν πολύπλευρα τις στατικές φάσεις προκειμένου να φτάσουν στην ανάλυση τους σε βάθος και να προτείνουν στους προπονητές διαφορετικά μοτίβα τόσο για την φάση της άμυνας όσο και για την φάση της επίθεσης. Μελέτησαν την στατιστική ιστορία, ανέλυσαν την θεωρία και μπήκαν στην διαδικασία να δημιουργήσουν ασκησιολόγιο, με ρουτίνες που έχουν εφαρμόσει αποτελεσματικά ορισμένες από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες της εποχής. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα βιβλίο που εφοδιάζει τον προπονητή με τη γνώση αλλά και με το ασκησιολόγιο που μπορεί να ενσωματώσει στην μεθοδολογία του ώστε να προετοιμάσει καλύτερα την ομάδα του για τις στατικές φάσεις σε άμυνα – επίθεση και στις μεταβάσεις.
Και επειδή έχουν αξιοποιήσει τις τεχνολογικές δυνατότητες και προσφέρουν στον αναγνώστη την οπτικοποίηση των ρουτινών, επιτυγχάνουν να βοηθήσουν τον προπονητή να τις κατανοήσει σε βάθος. Με άλλα λόγια, σου παραδίδουν ένα βιβλίο που σε κάνει καλύτερο – είτε είσαι προπονητής είτε είσαι κάποιος που προσπαθεί να κατανοήσει καλύτερα το ποδόσφαιρο και να κατακτήσει τη γνώση αυτού του αντικειμένου, των στατικών φάσεων, σε μεγαλύτερο βάθος.
Στην διάρκεια των τελευταίων ετών έχουν πέσει στα χέρια μου δεκάδες ξενόγλωσσα ποδοσφαιρικά βιβλία. Με πολύ μεγάλη χαρά διαπιστώνω ότι αυτό, ένα ελληνικό βιβλίο, είναι ένα αποτέλεσμα πολύ υψηλών προδιαγραφών, που δεν ζηλεύει σε τίποτα τις καλύτερες ξένες εκδόσεις. Και το ίδιο μπορώ να πω για μια σειρά από ελληνικά βιβλία που έχουν πέσει στα χέρια μου στην διάρκεια των τελευταίων ετών. Τα βιβλία του Αθανασίου Τερζή, του Βασίλη Παπαδάκη, του Χρήστου Μουρίκη, του Λεωνίδα Παπαδάκη, του Θοδωρή Ελευθεριάδη (δίχως να “αποκλείω” κάποιον συγγραφέα, αναφέρομαι σε αυτούς των οποίων βιβλία έχει τύχει να βρεθούν στα χέρια μου) είναι βιβλία που δεν ζηλεύουν στο ελάχιστο από αντίστοιχα έργα ξένων προπονητών.
Τον καιρό που ξεκινούσα να μελετώ το ελληνικό ποδόσφαιρο, τρεις δεκαετίες πίσω, η Ελλάδα ζούσε στην εποχή που ο μέσος προπονητής δεν μοιραζόταν τη γνώση και λειτουργούσε με την ανασφάλεια ότι “θα σε κάνω σοφό και θα μου πάρεις τη δουλειά”. Μέχρι και πριν από περίπου 10 χρόνια δυσκολευόσουν να βρεις ένα αξιόλογο ελληνικό βιβλίο προπονητικής. Σήμερα η βιβλιογραφία διαρκώς εμπλουτίζεται. Και αυτό συμβαίνει επειδή προπονητές όπως αυτοί που προανέφερα λειτουργούν με την διάθεση να μοιραστούν τη γνώση.
Ως κάποιος που έχει γράψει βιβλίο, ξέρω καλά ότι το κίνητρο της πλειονότητας των προπονητών που μπαίνουν στην διαδικασία να γράψουν δεν είναι ποτέ οικονομικό. Όχι απλώς δεν μπορεί να τους κάνει πλούσιους στην Ελλάδα ένα ποδοσφαιρικό βιβλίο, αλλά και πολύ δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να βιοποριστεί μόνο από την συγγραφή τέτοιων βιβλίων. Οι Έλληνες προπονητές αυτής της γενιάς, των -+50 ετών είναι οι πρώτοι που λειτουργούν με αυτή τη νοοτροπία – οι πρώτοι που δείχνουν με πράξεις την διάθεση να μοιραστούν την γνώση και να συνεισφέρουν στην ποιοτική αναβάθμιση της προπονητικής στην Ελλάδα. Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρχε τόσο μεγάλη παραγωγή ελληνικών ποδοσφαιρικών βιβλίων.
Πολλές φορές “μουρμουράω” επειδή το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν σου δίνει πολλούς λόγους για να βασίσεις πάνω τους την προσμονή αυτό να αλλάξει, να εξελιχθεί, να προοδεύσει, να γίνει καλύτερο. Και στο κομμάτι της προπονητικής, μπορώ να βγάλω πολλή “γκρίνια” τόσο σε σχέση με την νοοτροπία των σχολείων της ΕΠΟ για τα διπλώματα της UEFA, όσο και για την αδιανόητη στάση της ΕΠΟ και των κυβερνήσεων απέναντι στους πανεπιστημιακούς προπονητές ποδοσφαίρου, τους οποίους ουσιαστικά δεν “αναγνωρίζουν”. Την ίδια ώρα όμως υπάρχει και ένα κομμάτι πολύ αισιόδοξο: αυτό που δημιουργούν οι προπονητές με την βιβλιογραφία. Τώρα πια, ένας που ανησυχεί και θέλει να κατανοήσει καλύτερα και βαθύτερα το ποδόσφαιρο και να γίνει καλύτερος προπονητής, μπορεί να το κάνει ακόμη και αν δεν γνωρίζει αγγλικά και δεν έχει πολλά χρήματα να επενδύσει σε σεμινάρια για την επιμόρφωσή του. Υπάρχουν πλέον πολλά αξιόλογα βιβλία, γεμάτα με τη γνώση, την εμπειρία κσι τις ιδέες πολύ αξιόλογων, θεωρητικών ή πρακτικών, Ελλήνων προπονητών, τα οποία σε περιμένουν για να σε κάνουν καλύτερο. Δεν μπορεί, όλο αυτό κάτι θα αφήσει πίσω στο ελληνικό ποδόσφαιρο, και θα το βοηθήσει να γίνει καλύτερο.
Πηγή: Gazzetta



















