Επιλογή Σελίδας

Του Βασίλη Σαμπράκου

Ναι, έχει το ενδιαφέρον της μια συζήτηση πάνω στην ανάλυση των δεδομένων που δημιουργήθηκαν στα πρώτα 32′ λεπτά του παιχνιδιού, δηλαδή το να εξηγήσεις – αναλύσεις πώς έφτασε με τόση άνεση η Λίβερπουλ στο 3-0, ευστοχώντας στις 3 εκ των 4 τελικών προσπαθειών που επιχείρησε σε ένα διάστημα που ενώ κράτησε ελαφρώς λιγότερο τη μπάλα από την Μάντσεστερ Σίτι (127 πάσες η Λίβερπουλ – 159 η Σίτι) κατάφερε να πετύχει τρία γκολ δίχως να δεχθεί ούτε μια φάση. Εχει όμως πολύ μεγαλύτερο, και ενδεχομένως ιστορικό ενδιαφέρον η ανάλυση των όσων έκανε και δεν έκανε η Σίτι στη διάρκεια του β’ ημιχρόνου, όταν η Λίβερπουλ της έδωσε τη μπάλα και οπισθοχώρησε στο τερέν και μάλιστα υπό την επιρροή του ενστίκτου του φόβου ότι θα της ξανασυμβεί αυτό που είχε γίνει στις 14 Ιανουαρίου, όταν το 4-1 έγινε 4-3 και παραλίγο 4-4 στο τελευταίο περίπου 10’λεπτο.

Ο Πεπ Γκουαρδιόλα “τρώει ξύλο” από τους Αγγλους αναλυτές, από το βράδυ της Τετάρτης για την άστοχη επιλογή του να αλλοιώσει τη φύση της Σίτι προσθέτοντας τον Γκιντογκάν στους Φερναντίνιο, Σίλβα, Ντε Μπρόινε και αφαιρώντας τον Στέρλινγκ από το αρχικό σχήμα. “Τρώει ξύλο” αφενός επειδή αυτό το πείραμα είχε αποτύχει στον τελικό του League Cup απέναντι στην Αρσεναλ, όταν ο Γκουαρδιόλα είχε αναγκαστεί να κάνει διορθωτική αλλαγή στο 52′, και αφετέρου επειδή το αποτέλεσμα ήταν χειρότερο στο “Ανφιλντ”, όπως άλλωστε και η εικόνα της Σίτι. “Θέλαμε περισσότερες πάσες, μεγαλύτερο έλεγχο του παιχνιδιού από τους μέσους. Αν μας βγήκε; Χάσαμε 3-0”, ήταν η παραδοχή του λάθους από μέρους του μετά τη λήξη του ματς.

Πιο πολύ ξύλο όμως θα έπρεπε να τρώει για αυτή την εμμονή του στην προσπάθεια να απομονώνει τους Σανέ – Αλεξάντερ Αρνολντ στην δεξιά πλευρά της άμυνας της Λίβερπουλ ποντάροντας μόνο σε αυτό το επιθετικό μοτίβο όλες του τις προσδοκίες για την επίτευξη του ενός ή των δύο γκολ που θα έβγαζαν την Σίτι από τη δύσκολη θέση ενόψει της ρεβάνς. Αυτό που έκανε η Σίτι στα τελευταία 60′ αγωνιστικά λεπτά του παιχνιδιού έμοιαζε με προσπάθεια να ανοίξει τον τοίχο χτυπώντας τον με γυμνό κεφάλι. Πιστός στην μέθοδό του, ο Γκουαρδιόλα είχε σημαδέψει την αδυναμία που είχε δείξει σε αρκετά προηγούμενα παιχνίδια ο 19χρονος Αλεξάντερ Αρνολντ στο ανασταλτικό μέρος του παιχνιδιού του και είχε διατάξει τους παίκτες του να παίξουν με τον Σανέ, έναν από τους παίκτες με το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας στις ντρίμπλες (60%) στο Champions League.

Στις 65 επαφές του με την μπάλα ο Σανέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει ούτε μία ευκαιρία. Κι ενώ ο Γκουαρδιόλα είχε φέρει από το 57′ στο ματς τον Στέρλινγκ στη θέση του Γκιντογκάν, δεν ζήτησε ποτέ από την ομάδα του να ισορροπήσει την ανάπτυξή της και να μοιράσει τις επιθέσεις. Ο Στέρλινγκ πρόλαβε να κάνει μόνο 16 επαφές με τη μπάλα, οι οποίες πάντως ήταν πιο ωφέλιμες για την Σίτι συγκριτικά με αυτές του Σανέ, αν κανείς υπολογίσει ότι ο Αγγλος δημιούργησε, έστω, μια ευκαιρία.

Οσο έβλεπε τον Αλεξάντερ Αρνολντ να δημιουργεί μια εντυπωσιακή στατιστική επίδοση (17 κλεψίματα & κοψίματα) ο Γκουαρδιόλα έμοιαζε με τον τρελό επιστήμονα που επαναλαμβάνει με εμμονική λύσσα ένα πείραμα που δεν του βγαίνει, με την πίστη ότι στο τέλος θα του βγει. Αυτές οι εμμονές, τα ρίσκα, η ευφυΐα έχουν χαρίσει στο ποδόσφαιρο τακτικές επινοήσεις που έχουν ομορφύνει το παιχνίδι των ομάδων του και έχουν επηρεάσει την αντίληψη των προπονητών και την εξέλιξη της προπονητικής. Οταν όμως αποτυγχάνουν, συνήθως συμβαίνει να κάνουν το ίδιο μεγάλο θόρυβο με αυτόν των επιτυχημένων πειραμάτων του. Και το κακό για εκείνον είναι ότι τα αποτυχημένα πειράματα έχουν συμβεί σε αγώνες της νοκ άουτ φάσης του Champions League, δηλαδή στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, εκεί που δεν γίνεται να περάσουν απαρατήρητα. Του συνέβη για τρεις σερί φορές με την Μπάγερν (το 2014 κόντρα στη Ρεάλ, το 2015 με την Μπαρτσελόνα, το 2016 με την Ατλέτικο), όπου τα, μικρότερα ή μεγαλύτερα, πειράματα απέτυχαν. Του συνέβη και στο Ανφιλντ, για 4η φορά σε διάστημα τεσσάρων ετών. Αν δεν καταφέρει το θαύμα της ανατροπής την ερχόμενη Τρίτη στο Ετιχαντ και γράψει ακόμη έναν αποκλεισμό που θα οφείλεται στις τακτικές επιλογές του, ο Γκουαρδιόλα θα έχει βάλει ρίζες στην αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων του στους νοκ άουτ αγώνες. Αν μάλιστα κανείς προσθέσει στο παραπάνω ιστορικό και το γεγονός ότι στην τρέχουσα σεζόν η Σίτι έχει μείνει άσφαιρη μόνο σε 4 παιχνίδια, εκ των οποίων τα 3 ήταν σε αγώνα φάσης νοκ άουτ (με τη Γουλβς για το League Cup, με την Γουίγκαν για το FA Cup και με την Λίβερπουλ) αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο Γκουαρδιόλα και οι συνεργάτες του δεν έχουν βρει αποτελεσματική μέθοδο διαχείρισης του εκνευρισμού που έχουν στη φύση τους οι αγώνες νοκ άουτ.

Η Σίτι μπήκε σε δύσκολη θέση επειδή ήταν ανέτοιμη, ψυχικά και πνευματικά, στο πρώτο ημίωρο του ματς. Και δεν κατάφερε να βγει από την δύσκολη θέση επειδή δεν είχε κανέναν, ούτε έναν ποδοσφαιριστή σε καλή βραδιά, απέναντι σε έναν αντίπαλο που απλώς αμύνθηκε με μεγαλύτερη συγκέντρωση και ωριμότητα συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν του. “Οταν βλέπεις όλους τους παίκτες μιας ομάδας σε κακή ημέρα, κοίτα στον πάγκο για να βρεις τον υπεύθυνο”, είναι ένα από τα αποφθέγματα των ποδοσφαιριστών διαχρονικά. Στο πρώτο ημίωρο ο Γκουαρδιόλα πλήρωσε την επιλογή να αλλάξει το στιλ της Σίτι με την αφαίρεση του Στέρλινγκ και την πρόσθεση του Γκιντογκάν. Στην επόμενη ώρα πλήρωσε την εμμονή του να αναπτύσσεται μονόπλευρα, η οποία είχε ως συνέπεια την μετατροπή της απρόβλεπτης Σίτι σε μια απολύτως προβλέψιμη και τελικώς ακίνδυνη ομάδα.

Ουδείς γνωρίζει, επειδή είμαστε πολύ κοντά στο γεγονός, αν η επίθεση που δέχθηκε το πούλμαν της Σίτι έξω από το Ανφιλντ επηρέασε τους ποδοσφαιριστές της όσο είχε επηρεάσει εκείνους της Ντόρτμουντ τέτοιο καιρό πριν από έναν χρόνο, δηλαδή αν τους έβγαλε από την ψυχική και πνευματική ισορροπία τους και ευθύνεται για τον εκνευρισμό που είχαν στη διάρκεια του πρώτου 30’λεπτου. Αυτή, πάντως, ήταν η χειρότερη εμφάνιση της Σίτι σε μια, κατά τα άλλα, ονειρεμένη σεζόν. Και ήταν τόσο κακή και σε τόσο καθοριστική στιγμή, που αν αποδειχθεί και ιστορική, δηλαδή φέρει τον αποκλεισμό από το Champions League, μπορεί να προκαλέσει στην μηχανή που συναρμολογεί στο Μάντσεστερ ο Γκουαρδιόλα μια ανεπανόρθωτη βλάβη.

Πηγή: Gazzetta