Του Νίκου Παπαδογιάννη
H πρώτη ήττα της Εθνικής στο Μουντομπάσκετ ήταν από εκείνες που κόβουν τα πόδια.
Βαθμολογικά ενδεχομένως καταδικαστική, πνευματικά ασήκωτη.
O αγώνας με τη Βραζιλίας είχε προαναγγελθεί -δικαίως- ως ντέρμπι, αλλά η ποιότητα του αντιπάλου δεν μπορεί να αλλάξει την πικρή αλήθεια: η ήττα ήταν κοροϊδίστικη.
Όχι μόνο επειδή είχε ως αφετηρία το εκκωφαντικό αλλά τελικά κούφιο 40-23 του 17ου λεπτού, αλλά και επειδή εκτοξεύτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων δύο, αν όχι τρεις, χρυσές ευκαιρίες επιστροφής.
Στο Χαμαμάτσου, το 2006, η Βραζιλία του Βαρεζάο τούμπαρε το ματς από -20, προσπέρασε στο 36′, αλλά τελικά έχασε με 11 πόντους.
Στη Ναντζίνγκ, το 2019, η Βραζιλία του ίδιου Βαρεζάο γύρισε από το -17 και έφυγε για τα αποδυτήρια γελώντας σαρδόνια, αγκαλιά με το ροζ φύλλο που μπορεί να στείλει αυτήν, και όχι εμάς, στη Σανγκάη.
Για να προκριθεί η Εθνική μας στα προημιτελικά, θα χρειαστεί πιθανότατα να κάνει 3 νίκες σε ισάριθμους αγώνες, με Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ, Τουρκία (ή Τσεχία).
Το μόνο παρήγορο, είναι ότι η αμερικανική ομάδα παρουσιάστηκε απόψε θνητή.
Είναι άδικο όμως, να χαρακτηρίζουμε οποιαδήποτε άλλη ομάδα “θνητή”, όταν έχουμε φρέσκια στο μυαλό μας την αποκαρδιωτική εικόνα της δικής μας…
Σύμφωνοι, είναι ίσως λίγο υπερβολική η λέξη που χρησιμοποίησα.
Ωστόσο, η προσγείωση ήταν ανώμαλη επειδή ακριβώς αρκούσε να βρεθεί απέναντι στην Εθνική μας ένας αντίπαλος στοιχειωδώς ποιοτικός για να καταδείξει όλες τις αδυναμίες της.
Και ήταν κάπως άγριο, το ξεγύμνωμα. Η ελληνική ομάδα παγιδεύτηκε από τον μαέστρο Άτσο Πέτροβιτς σε κυνήγι ανεμομύλων, αφού όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να της δώσουν πλεονέκτημα πήγαν στραβά.
Ο ρυθμός χαμήλωσε τόσο ώστε να περάσει σε πρώτο πλάνο το αναξιόπιστο σουτ και η έλλειψη αθλητικότητας σε συγκεκριμένες θέσεις, το παιχνίδι 5 εναντίον 5 παγίδευσε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και τον ανάγκασε να τρακάρει σε τείχη, οι εφεδρικοί από τον 7ο παίκτη και πίσω πρόσφεραν ελάχιστα πράγματα, η αλεγκρία πήγε περίπατο.
Περισσότερο την ομάδα του 2017 που έχασε μέσα από τα χέρια της την πρόκριση στα ημιτελικά απέναντι στους Ρώσους θύμισε η Εθνική του σημερινού β’ ημιχρόνου, παρά την ομαδάρα της πρεμιέρας και των φιλικών αγώνων.
Επιπρόσθετα, τα βαριά σχήματα του Θανάση Σκουρτόπουλου αποδείχθηκαν υπερβολικά “ξύλινα”, τόσο στην επίθεση όπου η μπάλα κατευθυνόταν διαρκώς σε τυφλούς διαδρόμους από τον μοναδικό χειριστή, όσο και στην άμυνα όπου συγκριτικά μικρόσωμοι και ευέλικτοι γκαρντ σαν τον πολύπειρο Λεαντρίνιο Μπαρμπόσα προξενούσαν ρήγματα.
Οι Βραζιλιάνοι κόλλησαν σε βάλτο στο πρώτο ημίχρονο, αλλά στο δεύτερο έβγαλαν ακόμη και αιφνιδιασμό μετά από ελληνικές ελεύθερες βολές. Χώρια οι γρήγορες επιθέσεις των 10-12 δευτερολέπτων.
Απέναντι σε οργανωμένη άμυνα, ο Πέτροβιτς χρησιμοποίησε ουσιαστικά τον τυφλοσούρτη των Ισπανών (και όχι μόνο), με πολλά pick’n’roll στην καρδιά της ελληνικής άμυνας, απέναντι στα αργά πόδια των δικών μας σέντερ.
Εφ’ όσον έγινε ήρωας στα 36 του ο σχεδόν απόμαχος Βαρεζάο, μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε.
Ο Σκουρτόπουλος ρίσκαρε παίζοντας την τελευταία άμυνα (αλλά και τις προηγούμενες) με σέντερ τον Γιάννη), αλλά η άψογη συνεργασία των …υπέργηρων Μπαρμπόσα, Βαρεζάο πρόσφερε στη Βραζιλία το καλάθι που αυτή χρειαζόταν στο 76-76, μετά την τριποντάρα του Πρίντεζη.
Ο δυναμικός Βραζιλιάνος σέντερ σκόραρε σαν να μην υπήρχε αντίπαλος και η Εθνική βρέθηκε σε μειονεκτική θέση.
Εάν μπορούσε να φρακάρει τη ρακέτα της ώστε να βγάλει αυτή την άμυνα, πιθανότατα θα είχε πάρει και το ματς. Εστω, στην παράταση.
Ακολούθησε μια εντελώς ακατανόητη επιλογή μετά από τάιμ-άουτ (απόπειρα του Καλάθη για πάσα back door από επαναφορά στον κλεισμένο Γιάννη), ένα δώρο του Μπαρμπόσα από τη γραμμή, ένα δεύτερο που χάρισε στον Σλούκα τις 3 ελεύθερες βολές της παρ’ ολίγον ισοφάρισης και η μίνι-τραγωδία με την σύννομη παρέμβαση του Βραζιλιάνου Καμπόκλο ενώ η μπάλα αναπηδούσε στη στεφάνη.
Όσο και αν δεν μας αρέσει, ήταν κάτι σαν θεία δίκη. Όπως εξελίχθηκε το παιχνίδι μετά τα πρώτα 15 λεπτά, η ομάδα που άξιζε τη νίκη δεν ήταν η Ελλάδα, αλλά η Βραζιλια.
Το χειρότερο για την Εθνική μας, είναι ότι οι Βραζιλιάνοι έδειξαν στους προσεχείς αντιπάλους την πυξίδα για να αντιμετωπιστεί η Ελλάδα και ο ηγέτης της.
Και το έκαναν, με το σκεπτόμενο μπάσκετ που τόσο μας αρέσει να λοιδορούμε.
Ο Πέτροβιτς, που εξελίσσεται σε προπονητάρα, σκάρωσε μία καουμπόικη άμυνα με τον κοντοπίθαρο (1μ89) Άλεξ Γκαρσία να μπλέκεται στα πόδια του Γιάννη και ένα δάσος από χέρια να περιμένουν την επόμενη κίνησή του.
Ο MVP του ΝΒΑ ξεκίνησε καλά, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, αφού η Εθνική προσπαθούσε να ποστάρει διαρκώς όποιον παίκτη ήταν εύκαιρας, με τρόπο στατικό και προβλέψιμο.
Ούτε τη συνήθη γρήγορη κυκλοφορία της μπάλας είδαμε ούτε την απαραίτητη κίνηση στην περιφέρεια όταν ο Γιάννης ή ο Πρίντεζης ή κάποιος τρίτος έπιαναν δουλειά στο low post.
Αν η Εθνική μας ξέφυγε με 17 πόντους, το οφείλει στον οίστρο του Γιώργου Πρίντεζη (και στη συνέχεια του Καλάθη), στις βοήθειες απο δόθηκαν στην άμυνα από “ελεύθερους σκοπευτές” σαν τον Παπανικολάου και στην απρόσμενη ευστοχία από το τρίποντο, που φυσικά περιορίστηκε, στην εξέλιξη του παιχνιδιού.
Οι Βραζιλιάνοι αγνόησαν το αρχικό 7/13 και συνέχισαν να προσφερουν το μακρινό σουτ σε μία ελληνική ομάδα που λίγο λίγο έχανε το μυαλό και την ηρεμία της.
Η έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και ενέργειας τις στοίχισε περισσότερο στην άμυνα (όπου δέχθηκε 56 πόντους σε 24 λεπτά), παρά στην επίθεση.
Ο έκδηλος εκνευρισμός του Γιάννη Αντετοκούνμπο ήταν ένα πρόσθετο πρόβλημα, αφού οδήγησε σε γρήγορα φάουλ και τον παρόπλισε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε τέτοια παιχνίδι, η Εθνική τον χρειάζεται 35 λεπτά στο παρκέ, όχι μόνο 28. Και πάντως όχι λιγότερα από τον βετεράνο Βαρεζάο.
Η Εθνική μοίρασε λιγότερες ασίστ, μάζεψε λιγότερα ριμπάουντ, έκανε περισσότερα λάθη και, το κυριότερο, έπαθε τεράστια νίλα στο “ζωγραφιστό”, όπου υποτίθεται ότι συγκεντρώνεται η δύναμή της: 28 πόντους εμείς, 46 οι άλλοι.
Η Βραζιλία πέτυχε 18 πόντους από λάθη αντιπάλου, η Ελλάδα μόλις 8. Όλα λάθος.
Ο προημιτελικός που τόσο ονειρεύονται όλοι στην αποστολή (αλλά και εμείς που την ακολουθήσαμε στην Κίνα) απομακρύνεται. Χρήσιμο θα είναι να προσηλωθούν παίκτες και προπονητές στο δέντρο που πλησιάζει.
Η Νέα Ζηλανδία μπορεί να γίνει επικίνδυνη εάν δεν προσεχτεί και ο αγώνας της Πέμπτης δεν είναι τίποτε λιγότερο από τελικός πρόκρισης.
Πηγή: Gazzetta
















