Επιλογή Σελίδας

Του Βασίλη Σαμπράκου

Στο 2022 ο Σεμπαστιάν Παλάσιος δίνει πολλά στον Παναθηναϊκό. Συγχρόνως μας δίνει πολλή και πολύ ωφέλιμη τροφή για σκέψη προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα και βαθύτερα τη διαδικασία μιας μεταγραφής.

Προκειμένου να είμαστε στην ίδια σελίδα, κάνω μια σύντομη αφήγηση της ιστορίας. Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς “άργησε” να επιλέξει τον Αργεντινό επιθετικό επειδή ήθελε προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι αξίζει να επενδύσει ο Παναθηναϊκός 2 εκατομμύρια ευρώ στην αγορά του. Οταν του τον πρότειναν, ο προπονητής δεν πάτησε γκάζι στην διαδικασία αξιολόγησης του Παλάσιος, δηλαδή κατάφερε να κρατήσει το κεφάλι του καθαρό παρά την πίεση που δεχόταν από τα media και τα social media για να ολοκληρώσει τις μεταγραφές εγκαίρως. Αργά, ο Γιοβάνοβιτς δεν είπε μόνο “τον θέλω”, αλλά “αυτόν θέλω”. Κι έτσι ο Παναθηναϊκός, που ήθελε να ικανοποιήσει την επιθυμία του προπονητή του, έμεινε στο παζάρι για την απόκτησή του μέχρι την τελευταία στιγμή της μεταγραφικής περιόδου και τον απέκτησε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και μέσα από μια οικονομική υπέρβαση.

Ο Παλάσιος ήρθε “αργά”, δηλαδή τον Σεπτέμβριο στην Ελλάδα. Και επειδή άργησε πολύ και να μεταναστεύσει, δεδομένου ότι αποφάσισε στα 30 του να αλλάξει ήπειρο για πρώτη φορά, δυσκολεύτηκε στην προσαρμογή. Ο εκνευρισμός της προσαρμογής σε μια νέα πραγματικότητα δεν ήταν ο μόνος που είχε να αντιμετωπίσει ο Παλάσιος. Μαζί με αυτόν είχε και τον εκνευρισμό της ζωής μακριά από το γκολ, δεδομένου ότι είχε πετύχει το τελευταίο του γκολ στις αρχές Απριλίου του 2021 – δηλαδή είχε μείνει χωρίς γκολ για έξι μήνες. Μέχρι να έρθει εκείνη η εκτέλεση πέναλτι που του “έδωσε” ο Καρλίτος στις 16 Οκτωβρίου, στο παιχνίδι με τον Ιωνικό στη Λεωφόρο.

Μια πτυχή αυτής της ιστορίας είναι η σχετική με τον τρόπο που διαχειρίστηκε ο Γιοβάνοβιτς τον άνθρωπο και τον ποδοσφαιριστή Παλάσιος. Αν κοντά στον εκνευρισμό της αλλαγής ηπείρου, της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα και το νέο πρωτάθλημα, της παρατεταμένης ζωής μακριά από το γκολ, και της επίγνωσης ότι υπάρχουν πολύ υψηλές προσδοκίες από εκείνον επειδή είναι η ακριβότερη μεταγραφή, είχε και τον εκνευρισμό που θα πήγαζε από την συμπεριφορά του προπονητή του, ο Παλάσιος δεν θα μπορούσε να ακουμπήσει την μπάλα. Απέναντί του ο Γιοβάνοβιτς ήταν όσο ήρεμος δείχνει πάντα. Ακόμη και όταν άκουγε από το στενό του περιβάλλον φωνές αμφιβολίας για την ορθότητα της επιλογής, ο προπονητής στήριζε τον ποδοσφαιριστή ψυχολογικά, και το έκανε με πράξεις, δηλαδή βάζοντάς τον στο γήπεδο.

Τον καιρό που τον ρωτούσαν “τι είδαμε πάνω του και τον πήραμε;”, ή “γιατί τον βάζουμε;”, ο Γιοβάνοβιτς απαντούσε ότι στο παιχνίδι του Παλάσιος έβλεπε στοιχεία τα οποία αντιλαμβανόταν ως θετικά, και προεκτιμούσε ότι θα έρθει η ημέρα που θα βλέπει στο τερέν τον ποδοσφαιριστή που είδε μέσα από το scouting.

Για να συνεννοηθούμε, όταν αποφάσιζε να πει “αυτόν θέλω” ο Γιοβάνοβιτς δεν πίστευε ότι θα δει τον Αργεντινό να πηγαίνει για σεζόν – ρεκόρ σε σχέση με τα γκολ που πετυχαίνει. Πίστευε όμως ότι θα δει έναν επιθετικό με ικανότητα να παίζει και από τις δύο πλευρές, με ικανότητα στις μονομαχίες, που είναι απειλητικός όταν πατάει την περιοχή, και δουλεύει πολύ στην φάση άμυνας. Δηλαδή αυτά που φαίνονται σήμερα μέσα από την ανάλυση της απόδοσής του από το Wyscout (50% επιτυχημένες ενέργειες, 52% επιτυχία στις ντρίμπλες, 45% ευστοχία στα σουτ, 45% επιτυχία στις μονομαχίες, 3 επανακτήσεις κατοχής της μπάλας ανά παιχνίδι, 2 κοψίματα ανά ματς) είναι στοιχεία που είχε και πριν στην απόδοσή του ο Παλάσιος. Στοιχεία που είχαν οδηγήσει τον Γιοβάνοβιτς στην επιλογή να εισηγηθεί την απόκτησή του και να επιμείνει σε αυτή την εισήγηση.

Ο Παλάσιος δεν έχει μάθει ελληνικά, κι έτσι δεν κατάλαβε τι σήμαινε το “Παραθαλάσσιος”, το παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει φίλοι και “εχθροί”. Την είχε νιώσει όμως την αμφισβήτηση, η οποία είχε έρθει να προστεθεί στα υπόλοιπα τοξικά συναισθήματα που τον διακατείχαν στο πρώτο διάστημα της ζωής του στην Ελλάδα. Αν ο Γιοβάνοβιτς είχε ακολουθήσει τον συρμό, ή έστω αν είχε επηρεαστεί από τον επικρατούντα εκνευρισμό και τον είχε μεταδώσει στον παίκτη του, ο Παλάσιος θα είχε “χαθεί” για τον Παναθηναϊκό. Σήμερα ο Παλάσιος είναι ο παίκτης που δεν ξέρει πού να πρωτοβάλει στο τερέν ο προπονητής του: αριστερά, για να γίνεται ένας επιπλέον φορ όταν προωθείται ο Χουάνκαρ ή δεξιά, εκεί όπου πηγαίνει με μεγαλύτερη άνεση στις μονομαχίες και επιτίθεται με την μπάλα στον αντίπαλο.

Ο Αργεντινός επιθετικός έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο μελέτης από τους αντιπάλους, οι οποίοι αναζητούν τον καλύτερο τρόπο για να τον αντιμετωπίσουν. Συνεπώς είναι πιθανό στα playoffs να δούμε τους αντιπάλους του να κλείνουν τους χώρους και να μη του δίνουν τα μέτρα που χρειάζεται για να κάνει τις τακιτκές επιθετικές ενέργειές του. Την ίδια ώρα όμως τον μαθαίνουν καλύτερα και οι συμπαίκτες και ο προπονητής του και βρίσκουν τρόπο για να τον αξιοποιήσουν περισσότερο. Συνεπώς έχουμε πολλά ακόμη να δούμε μέχρι να φτάσουμε, στο τέλος της σεζόν, να αποτιμήσουμε την αξία του. Το βέβαιο όμως είναι ότι αν ο Παναθηναϊκός και ο Γιοβάνοβιτς είχαν λειτουργήσει με τη συνήθη ελληνική ποδοσφαιρική αντίληψη, που βαφτίζει “Μέσι” ή “παλτό” έναν ποδοσφαιριστή μέσα από τις πρώτες εντυπώσεις, αυτόν τον καιρό ο Παλάσιος θα έκλεινε εισιτήρια για άλλη χώρα ή για επιστροφή στην πατρίδα, και ο Παναθηναϊκός θα “έκλαιγε” τα λεφτά που ξόδεψε για τον “Παραθαλάσσιος”.

Πηγή: Gazzetta