Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Ο Ολυμπιακός εντός αγωνιστικού χώρου είναι φέτος καλή ομάδα. Καλύτερη του αναμενομένου, με δεδομένο ότι το περασμένο καλοκαίρι προχώρησε σε ριζική αναδόμηση του ρόστερ, με πάρα πολλές μεταγραφές. Έχει δεδομένα προβλήματα αποτελεσματικότητας και κάποιες στιγμές αμυντικής συνοχής, ωστόσο παίζει σωστό ποδόσφαιρο και εφόσον στηριχθεί ο προπονητής και γίνουν ορισμένες διορθωτικές κινήσεις, θα βελτιώνεται διαρκώς.
Ο Ολυμπιακός εκτός αγωνιστικού χώρου είναι –και- φέτος αφόρητος. Μια υστερική κυράτσα, η οποία από πέρυσι, όταν διαπίστωσαν οι άνθρωποι του ότι όσα θεωρούσαν δεδομένα τα προηγούμενα χρόνια έπαψαν να ισχύουν, έχει ξεπεράσει κάθε όριο κλάψας!
Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι στο φινάλε της περασμένης σεζόν, αφού πρώτα μας είχαν ζαλίσει τα αυτιά ο κυρ – Σάββας και ο Καραπαπάς, ότι οι λόγοι που ο Ολυμπιακός δεν διεκδίκησε επί της ουσίας το πρωτάθλημα, ήταν η διαιτησία, η ΕΠΟ, η κυβέρνηση, η KGB, τα νεφελίμ και δεν ξέρω τι άλλο, πήγε ο Μαρινάκης στην προπόνηση τους είπε όλους άχρηστους και άλλαξε τα πάντα! Η διοίκηση της ομάδας, δηλαδή, παραδέχτηκε εμπράκτως ότι το ρόστερ ήταν μετρίων δυνατότητων και δεν μπορούσε παραπάνω.
Η φετινή σεζόν διαφέρει κατά τούτο: το ρόστερ έχει δυνατότητες, ο προπονητής δουλεύει, όπως φαίνεται καλά, και το μόνο που χρειάζεται ο Ολυμπιακός για να γίνει και πάλι όπως τον θέλουν οι οπαδοί του είναι χρόνος, ψυχραιμία, σοβαρότητα. Σίγουρα δεν χρειάζεται την γελοία επικοινωνιακή πολιτική που εξακολουθεί να υιοθετεί η ΠΑΕ και η οποία έχει αρχίζει ξεκάθαρα να επηρεάζει την ίδια την ομάδα.
Στην Ξάνθη, ο καλός Ολυμπιακός του πρώτου ημιχρόνου, έγινε νευρικός και μέτριος στο δεύτερο, όχι τόσο επειδή δέχτηκε γκολ αλλά επειδή το κλίμα της διαρκούς και αδικαιολόγητης γκρίνιας, μπήκε μέσα στο κεφάλι των παικτών και τους χάλασε το μυαλό. Ο Ποντένσε έφαγε δυο κίτρινες αντί για δυο κόκκινες, ο Σισέ παραδόξως δεν αποβλήθηκε, ο Μαρτίνς κοπανιόταν στον πάγκο σαν τον τρελό. Και όλα αυτά με ποια αφορμή; Ας πούμε το πέναλτι που δεν δόθηκε στο πρώτο ημίχρονο; Ασφαλώς θα μπορούσε και να δοθεί. Αλλά θα μπορούσε να δοθεί και επιθετικό φάουλ, καθώς ο Τοροσίδης τραβάει κι εκείνος. Και εν πάση περιπτώσει, εκτός του ότι τέτοιες φάσεις γίνονται πολλές σε κάθε παιχνίδι, η συνολική διαιτησία του Τζήλου ήταν κακή αλλά όχι μονόμπαντη.
Δεν ξέρω, με ποιον μίλησε ο ρέφερι το τελευταίο 48ώρο. Αν πάντως μίλησε με κάποιον που προσπάθησε να τον πείσει να αδικήσει τον Ολυμπιακό, αυτός ο «κάποιος» δεν έκανε και τόσο καλή δουλειά.
Τον Ολυμπιακό δεν τον αδικούν οι διαιτητές (το αντίθετο συμβαίνει). Τον αδικεί συστηματικά η επικοινωνία του. Η εικόνα που επιλέγει να βγάζει προς τα έξω. Μια εικόνα μίζερη, θλιβερή και ταυτόχρονα διασκεδαστική για τους «εχθρούς» του: η ομάδα που μας έλεγε να κάνουμε επενδύσεις για να κερδίζουμε και τους διαιτητές, ωρύεται σε κάθε αγωνιστική και κυνηγά φαντάσματα, επειδή – δεν αντέχει το 50-50 στην πραγματικότητα αλλά προσχηματικά – οι «κακοί διαιτητές» την κυνηγάνε. Υπάρχει κάτι περισσότερο απολαυστικό από αυτό; Και παράλληλα, υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο για μια ομάδα που τώρα χτίζεται, από να γαλουχηθεί στη νοοτροπία της «κλάψας»;
Προφανώς οι διοικούντες τους «Ερυθρολεύκους» θεωρούν ότι έτσι ασκούν έξτρα πίεση για να πάρουν αυτό που θέλουν το επόμενο ματς. Και δεν τους νοιάζει το ξεφωνητό και το ρεζιλίκι. Στην πράξη, όπως αποδεικνύει το -8 από την κορυφή, το κόλπο δεν αρκεί. Το πρωτάθλημα χάνεται και μένει η ξεφτίλα.
Πιθανόν, λοιπόν, να έχει δίκιο ο Κώστας Καραπαπάς και ο κόσμος του Ολυμπιακού να έχει πράγματι αγανακτήσει. Αλλά οι Ολυμπιακοί με τους οποίους μιλώ εγώ και αγαπούν την ομάδα τους, μα δεν είναι «Τσουκαλάδες», δεν έχουν αγανακτήσει με τους διαιτητές. Με τα καραγκιοζιλίκια όσων ξεφτιλίζουν τον σύλλογο αγανακτούν. Και με εκείνον που τους το επιτρέπει.
Πηγή: Sport DNA

















