Της Βάσως Πρεβεζιάνου
Μια φανέλα με τη δική της ιστορία. Αυτή που έγραψαν θρύλοι των «κόκκινων διαβόλων», μια κληρονομιά την οποία καλείται τώρα να υπερασπιστεί ο Χιλιανός επιθετικός, ο οποίος είναι και επίσημα κάτοικος «Ολντ Τράφορντ».
Ακόμα και οι ίδιοι οι οπαδοί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ίσως δυσκολευτούν να απαντήσουν στο ερώτημα ποιος είναι ο κορυφαίος παίκτης που φόρεσε το νούμερο «7» της ομάδας τους. Είναι ο εμβληματικός Μπεστ; Ο σπουδαίος Καντονά; Ο αντιήρωας Κόπελ; Ο θρύλος Ρόμπσον; Ο τεχνίτης Μπέκαμ; Ο σούπερ σταρ Ρονάλντο;
Τζορτζ Μπεστ (1963 – 1974)
Τον Σεπτέμβριο του 1963, ο Μπεστ είναι 17 χρόνων και παίζει βασικός στο παιχνίδι της Γιουνάιτεντ με τη Γουέστ Μπρομ. Κάθε φορά που ακουμπούσε τη μπάλα, αποθεωνόταν. Επέστρεψε στους αναπληρωματικούς και εκεί έμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Έκλεισε τη σεζόν με 26 συμμετοχές και έξι γκολ. Ο Ματ Μπάσμπι, που προσπαθούσε να φτιάξει ξανά την ομάδα μετά την τραγωδία του Μονάχου, έβλεπε τον αδύνατο μακρυμάλλη (ήταν μόλις 50 κιλά εκείνη την εποχή) και είχε πειστεί ότι ο μικρός ήταν ικανός να τα καταφέρει. Και φυσικά είχε και το ταλέντο, παρά το γεγονός ότι γινόταν… βορά των αντίπαλων αμυντικών λόγω της καχεκτικής παρουσίας του. Ο Μπέστ αναδείχθηκε σε ηγέτη των «κόκκινων διαβόλων» χάρη στα δύο παιχνίδια κόντρα στη Μπενφίκα για τα προημτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ το 1966. Οι Άγγλοι είχαν νικήσει 3-2 στην έδρα τους και πήγαν στη Λισαβόνα με ελαφρύ προβάδισμα για την πρόκριση. Ο Μπεστ όχι μόνο πέτυχε δύο γκολ σε δώδεκα λεπτά στο 5-1 της ρεβάνς, αλλά έδειξε ότι διαθέτει νεύρο και τσαμπουκά και μπορεί να πάρει την ομάδα πάνω του.
Κόντρα στη Μπενφίκα, κόντρα στον μεγάλο Εουσέμπιο, δύο χρόνια μετά, έμελλε να γράψει ο Μπεστ την πρώτη μεγάλη χρυσή σελίδα της καριέρας του. Δέκα χρόνια μετά το Μόναχο, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στέφθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της πρωταθλήτρια Ευρώπης επικρατώντας με 4-1 στο «Γουέμπλεϊ», ο Μπεστ πέτυχε το δεύτερο γκολ της αναμέτρησης, πραγματοποιώντας ένα σόλο, περνώντας και τον τερματοφύλακα. Στο τέλος της σεζόν θα κατακτήσει τον τίτλο του κορυφαίου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή και θα βάλει το όνομά του δίπλα σε αυτά των Λόου και Τσάρλτον.
Το 1968 έφυγε με τον Μπεστ να κατακτά τη «Χρυσή Μπάλα», ο πρώτος Βορειοϊρλανδός που τιμήθηκε με το βραβείο του κορυφαίου ποδοσφαιριστή στον κόσμο. Ήταν 22 χρόνων και είχε κατακτήσει πρωτάθλημα στην Αγγλία, Κύπελλο Πρωταθλητριών και ήταν ο καλύτερος παίκτης στον πλανήτη.
Μπράιαν Ρόμπσον (1981 – 1994)
Αποκτήθηκε το 1981 έναντι του ποσού – ρεκόρ του 1,5 εκατομμυρίου λιρών από τη Γουέστ Μπρομ. Στην αρχή πήρε τη φανελα με το «11», ωστόσο αργότερα, σε ντέρμπι με τη Σίτι, φόρεσε το «7». Επί 13 χρόνια υπήρξε ο αρχηγός της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (ο μακροβιότερος στην ιστορία της), έδωσε τα πάντα στην ομάδα. «Δεν αισθάνθηκε ποτέ τον κίνδυνο» έχει πει γι’ αυτόν ο Φέργκιουσον.
Πραγματικός ηγέτης, φόρεσε τη φανέλα των «κόκκινων διαβόλων» σε 461 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις, σκόραρε συνολικά 99 γκολ, και πανηγύρισε την κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων, τριών Κυπέλλων, ενός Λιγκ Καπ, τριών Τσάριτι Σιλντ, ενός Κυπέλλου Κυπελλούχων και ενός Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ! Τα ουκ ολίγα προβλήματα τραυματισμών δεν τον πτόησαν ποτέ και μέχρι την τελευταία σεζόν του, έδινε τα πάντα όταν αποφάσιζε να τον χρησιμοποιήσει ο Φέργκιουσον.
Τον Αύγουστο του 2011, ψηφίστηκε ως ο μεγαλύτερος pοδοσφαιριστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από μια δημοσκόπηση πρώην παικτών του συλλόγου ως μέρος ενός νέου βιβλίου που κυκλοφόρησε για να γιορταστεί το 19ο πρωτάθλημα.
Ερίκ Καντονά (1992 – 1997)
Ο «βασιλιάς Ερίκ», ο βασιλιάς του «Ολντ Τράφορντ». «Αν υπήρχε ένας παίκτης, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, που ήταν γραφτό να παίξει για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τότε αυτός ήταν ο Καντονά. Τεντωνόταν, σήκωνε το κεφάλι του, επόπτευε τα πάντα και στη συνέχεια ρωτούσε: “Είμαι ο Καντονά. Πόσο μεγάλος είσαι εσύ; Είσαι αρκετά μεγάλος για μένα;”» θυμάται ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον για τον Γάλλο.
«Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Και δε θέλω να το εξηγήσω. Είναι σαν τον έρωτα. Γνωρίζεις ότι είσαι ερωτευμένος, αλλά δε χρειάζεται να εξηγήσεις πώς αισθάνεσαι ή γιατί αισθάνεσαι έτσι. Νομίζω πως αν θες να εξηγήσεις τη σχέση που έχω με τους οπαδούς της Γιουνάιτεντ θα χρειαστείς έξι μήνες. Μερικές φορές είναι καλύτερο να μην εξηγείς κάτι» ανέφερε ο ίδιος ο Καντονά στο βιβλίο «Manchester United: The Biography». Οι οπαδοί της Γιουνάιτεντ τον αποθεώνουν ακόμα και σήμερα καθώς το «Ooh aah Cantona» εξακολουθεί να δονεί το «Ολντ Τράφορντ».
Αποκτήθηκε τον Δεκέμβριο του 1992, σημείωσε εννέα γκολ στο υπόλοιπο εκείνης της σεζόν και πανηγύρισε το πρωτάθλημα. Την επόμενη περίοδο σημείωσε 25 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις και βοήθησε στην κατάκτηση του νταμπλ. Αποχώρησε μετά τον τίτλο του 1997, στα 30 του, ενώ στα… highligts του με τη φανέλα των «κόκκινων διαβόλων» ήταν η κλωτσιά α λα κουνγκ φου σε οπαδό στο «Σέλχαστ Παρκ» το 1995.
Ντέιβιντ Μπέκαμ (1995 – 2003)
«Όταν έφυγε ο Καντονά συζητήσαμε ποιος θα είναι ο επόμενος αρχηγός. Ήμουν ήρεμος για αυτό το θέμα, αλλά υπήρχε και το θέμα με τον αριθμό στην φανέλα που φορούσε ο Καντονά. Ο Μπράιαν Ρόμπσον είχε το 7 πριν τον Καντονά και πιο παλιά ο Τζορτζ Μπεστ. Ο Φέργκιουσον με φώναξε στο γραφείο του και μου είπε ότι ήθελε να πάρω εγώ αυτή την φανέλα. Εγώ του απάντησα αρνητικά και τότε μου είπε ότι ο Μπέκαμ θα την ήθελε, αλλά δεν ήθελε να του την δώσει» γράφει ο Ρόι Κιν στην αυτοβιογραφία του. Τελικά το «7» πήγε στον Μπέκαμ, γέννημα -θρέμμα της ακαδημίας της ομάδας. Την σεζόν 1998-1999 ήταν βασικό στέλεχος της ομάδας που κατέκτησε το τρεμπλ.
Στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ η Γιουνάιτεντ έχανε με 1-0 από την Μπάγερν, αλλά με δύο γκολ στις καθυστερήσεις, πήρε το τρόπαιο, τα δύο γκολ αυτά ήρθαν μετά από κόρνερ του Μπέκαμ. Αυτές οι καθοριστικές ασσίστ σε συνδιασμό με καταπληκτικές εμφανίσεις, τον έφεραν να είναι καλύτερος παίκτης του κόσμου πίσω από τον Ριβάλντο. Τη σεζόν 2000-2001, ήταν ο «παίκτης κλειδί» στην κατάκτηση του τρίτου συνεχόμενου τίτλου στην Πρέμιερ Λιγκ. Αποχώρησε μετά από δέκα χρόνια στη Γιουνάιτεντ για να πάει, το 2003, στη Ρεάλ Μαδρίτης.
Κριστιάνο Ρονάλντο (2003 – 2008)
Στα εγκαίνια του γηπέδου «Ζοζέ Αλβαλάντε», η Σπόρτινγκ αντιμετώπισε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Γκιγκς, ο Σκόουλς και οι άλλοι θρύλοι του αγγλικού συλλόγου έμειναν άναυδοι από το ταλέντο του κοκαλιάρη Ρονάλντο και άρχισαν να… μουρμουρίζουν τον σερ Άλεξ Φέργκιουσον για να τον αποκτήσει.
Στην πρώτη ημέρα του στο «Ολντ Τράφορντ», ο Φέργκιουσον τον ρώτησε ποιο νούμερο ήθελε. Ζήτησε το 28, το ίδιο που φορούσε και στη Σπόρτινγκ. Ο σερ Αλεξ τού το αρνήθηκε. «Θα πάρεις το 7. Αυτό σου ταιριάζει» του είπε παραδίδοντάς του τη φανέλα του Μπέκαμ, ο οποίος μόλις είχε φύγει για τη Ρεάλ, του Μπεστ, του Λόου, του Καντονά.
Σύντομα γίνεται ο ηγέτης της Γιουνάιτεντ. Το καλοκαίρι του 2007 άρχισαν οι φήμες πως είχε συμφωνήσει με τη Ρεάλ. Τελικά, υπέγραψε νέο συμβόλαιο και έκανε την καλύτερη χρονιά της καριέρας του στους «κόκκινους διαβόλους». Πέτυχε 42 γκολ, πήρε το πρωτάθλημα και το Τσάμπιονς Λιγκ. Παίρνει τη «Χρυσή Μπάλα», αυτός είναι ο κορυφαίος παίκτης στον κόσμο. Παρά τους τραυματισμούς που ακολούθησαν ξαναπήρε το πρωτάθλημα και έφτασε καιν πάλι με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ.
Πηγή: Sport DNA
















