Του Βασίλη Σαμπράκου
Στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου μου έτυχε να παρακολουθήσω από κοντά τους αγώνες του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ για την 3η αγωνιστική του πρωταθλήματος. Πέρα από όλα τα άλλα, παρατηρούσα τις αντιδράσεις της πλειοψηφίας των θεατών στους δύο αγώνες. Προφανώς η συμπεριφορά των θεατών της Λεωφόρου και της Ριζούπολης δεν προσφέρεται για γενικεύσεις – δηλαδή δεν μπορείς να πεις εύκολα ότι οι αντιδράσεις των 16 χιλιάδων θεατών που χωράει η Λεωφόρος εκφράζουν πιστά τις αντιδράσεις του συνόλου των οπαδών του Παναθηναϊκού. Δεν παύει όμως αυτή η συμπεριφορά να δίνει μια αίσθηση για την νοοτροπία των φιλάθλων.
Το Σάββατο στη Λεωφόρο και την Κυριακή στη Ριζούπολη είδα δύο μεγάλες ομάδες που βρίσκονται στην διαδικασία του μετασχηματισμού τους. Περνούν το πρώτο στάδιο των αλλαγών, και οι δύο με νέα πρόσωπα που πρέπει να ενσωματωθούν, να μπουν στην ομαδική νοοτροπία και το ομαδικό πνεύμα, να εξοικειωθούν με τη συλλογική κουλτούρα, να γίνουν μέλη της ομάδας. Και γι’ αυτό ακόμη αντιμετωπίζουν μια σειρά από προκλήσεις, διότι, φυσιολογικά, δεν είναι έτοιμες ομάδες.
Ο Παναθηναϊκός βρίσκεται προφανώς σε επόμενο στάδιο συγκριτικά με αυτό που βρίσκεται η ΑΕΚ, διότι έχει τον ίδιο προπονητή και έχει προλάβει στην διάρκεια της προηγούμενης σεζόν να αποκτήσει αγωνιστική ταυτότητα, να χτίσει την νοοτροπία νικητή και να χτίσει ισχυρό χαρακτήρα. Το έχει δείξει και στις τρεις πρώτες αγωνιστικές ότι είναι μια ομάδα που διαχειρίζεται με μεγαλύτερη ηρεμία, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και πίστη στον εαυτό της και το σχέδιο του προπονητή της τις καταστάσεις. Είναι όμως μια ομάδα με αδυναμίες, που γίνονται μεγαλύτερες όταν λείπουν από την ενδεκάδα αρκετοί “βασικοί”. Ο Παναθηναϊκός δεν έχει ενισχυθεί επαρκώς, ούτε αριθμητικά, στους χάφ επειδή ο προπονητής του είναι σχολαστικός στην διαδικασία της επιλογής των νέων ποδοσφαιριστών. Ο κόσμος για την ώρα, αν κρίνει κανείς από τη στάση του στη Λεωφόρο, κάνει υπομονή επειδή δείχνει εμπιστοσύνη στον προπονητή. Είναι σαν να έχει συνεννοηθεί ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς με τον κόσμο και να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Δεν μπορώ να ξέρω αν αυτή η σχέση εμπιστοσύνης θα δοκιμαστεί στην περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος στο ντέρμπι με την ΑΕΚ, αλλά μοιάζει αυτή η σχέση, του προπονητή με τον κόσμο που βρίσκεται στη Λεωφόρο σε κάθε παιχνίδι, να έχει μια αρκετά γερή βάση – αυτή που χτίστηκε στην διάρκεια της περσινής σεζόν. Θεωρητικά ο κίνδυνος να αμφισβητηθεί το φετινό project σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος την Κυριακή είναι μικρός.
Η ΑΕΚ δεν βρίσκεται στο ίδιο σημείο με όρους αγωνιστικούς, αλλά δεν βρίσκεται στο ίδιο σημείο ούτε αναφορικά με τη σχέση του γηπεδικού κοινού με την ομάδα και τον προπονητή. Η ΑΕΚ, φυσιολογικά, δεν είναι έτοιμη, και συμπεριφορά του κόσμου στο γήπεδο δημιουργεί την αίσθηση ότι οι φίλοι της δεν έχουν την υπομονή αυτών του Παναθηναϊκού. Μοιάζει σαν να πληρώνει η φετινή ομάδα τα “σπασμένα” των προηγούμενων αποτυχημένων σεζόν. Στα δικά μου μάτια αυτό το γεγονός ανεβάζει τον συντελεστή δυσκολίας του έργου που ανέλαβε να κάνει ο Ματίας Αλμέιδα. Τρία παιχνίδια δεν είναι ικανό δείγμα για να βγάλει κανείς συμπέρασμα σχετικά με το αν ο Αργεντινός προπονητής θα “ταιριάξει” με την ΑΕΚ. Η αγωνιστική εικόνα της ΑΕΚ όμως δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει ένα προπονητικό επιτελείο που δουλεύει, ανησυχεί και “ψάχνεται” για να γνωρίσει όσο πιο σύντομα την ομάδα και να βελτιστοποιήσει την απόδοσή της. Ανεξάρτητα από το αν κανείς “συμφωνεί” ή “διαφωνεί” με τις επιλογές που κάνει σε πρόσωπα, στον σχηματισμό, στις αλλαγές, σε οτιδήποτε, ο Αλμέιδα είναι ένας προπονητής με 12ετή εμπειρία στην προπονητική. Κανείς από εμάς, τους “απέξω”, δεν μπορεί να ακυρώσει ή να απαξιώσει την πορεία του στην προπονητική. Προφανώς είναι ένας επαγγελματίας, δηλαδή κάποιος που θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί το μέγεθος της πρόκλησης που ανέλαβε όταν αποδέχθηκε την πρόταση της ΑΕΚ. Όμως είναι άνθρωπος και όχι μάγος, και γι’ αυτό δεν έχει τρόπο να αγγίξει με ραβδί τους ποδοσφαιριστές στο κεφάλι και να τους μετατρέψει σε μέλη μιας ομάδας που αναπτύσσεται σε υψηλό ρυθμό, διασπά κλειστές άμυνες, έχει μια πεπατημένη για να ακολουθεί όταν δυσκολεύουν οι καταστάσεις του παιχνιδιού. Ο Αλμέιδα ανέλαβε μια ομάδα που έρχεται από μια πολύ αποτυχημένη σεζόν. Και δουλεύει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ο Γιοβάνοβιτς, που είχε μεγαλύτερη εμπειρία στην προπονητική και φυσικά αδιανόητα μεγαλύτερη επίγνωση της ελληνικής πραγματικότητας του ποδοσφαίρου, έκανε πολλές ήττες προτού φτάσει τον Παναθηναϊκό στο επίπεδο που αυτός βρέθηκε στα playoffs και τον τελικό του Κυπέλλου. Διότι, φυσιολογικά, χρειάστηκε χρόνο για να γνωρίσει την ομάδα του, να την εκπαιδεύσει προκειμένου αυτή να παίξει με τον τρόπο του, και να της βάλει τα στοιχεία που έλειπαν προκειμένου αυτή να γίνει πιο αποτελεσματική.
Με όλα τα παραπάνω θέλω να πω ότι δεν έχει λογική εξήγηση ο χαρακτήρας που παίρνει το ντέρμπι της Κυριακής ούτε για τον Παναθηναϊκό ούτε για την ΑΕΚ. Είναι ένα ντέρμπι, αλλά είναι και ένα παιχνίδι της 4ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος. Δηλαδή ματς σε εποχή που οι ομάδες δεν έχουν προλάβει να γίνουν και να συμπεριφέρονται σαν ομάδες. Είναι ομάδες υπό δημιουργία. Δεν πρόκειται για τον τελικό του πρωταθλήματος, αλλά ούτε και για ένα ματς που θα λειτουργήσει ως απόδειξη σχετικά με το αν ο Παναθηναϊκός μπορεί να γίνει πρωταθλητής ή για το αν ο Αλμέιδα είναι ή όχι αυτός που έπρεπε να γίνει ο πρώτος προπονητής στην εποχή της Νέας Φιλαδέλφειας. Είναι ένα σημαντικό ματς, αλλά ένα ματς της 4ης αγωνιστικής, και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται, τόσο στην νίκη όσο και στην ήττα.
Πηγή: Gazzetta























