Επιλογή Σελίδας

Του Κώστα Κεφαλογιάννη

Το κείμενο με το οποίο ο Ντέιβιντ Μπλατ δημοσιοποίησε την ασθένειά του είναι ένα μάθημα σε πολλά επίπεδα. Μάθημα αξιοπρέπειας, αντιμετώπισης των δυσκολιών της ζωής, πείσματος και μαχητικότητας, ήθους και ευγένειας –  και παράλληλα ένα μάθημα οικονομίας: δεν υπάρχει ούτε μια λέξη περιττή στη δήλωση του Αμερικανού, ούτε μια λέξη που να μην βρίσκεται στη σωστή θέση.

Πολλές φορές οι δημοσιογράφοι, στο κυνήγι των «κλικ» (μια από τις σύγχρονες μάστιγες του επαγγέλματος) υπερβάλλουμε όταν αντιμετωπίζουμε προσωπικές «εξομολογήσεις».  «Διαβάστε τη συγκλονιστική ανάρτηση του τάδε για τον δείνα», «Συγκινεί η δήλωση της γνωστής τραγουδίστριας για τον γνωστό συνθέτη», «Σοκ με την αποκάλυψη του διάσημου ποδοσφαιριστή». Βαρύγδουποι τίτλοι για –συνήθως – ρηχά, κλισέ κειμενάκια, δίχως το παραμικρό βάρος και επί της ουσίας δίχως το παραμικρό ενδιαφέρον.

Το κείμενο του Μπλατ δεν χρειάζεται τέτοιου είδους, κακό μάρκετινγκ. Αντίστοιχοι  τίτλοι με στόχο απλώς τον εντυπωσιασμό του κοινού, στην προκειμένη περίπτωση χαλούν τον θαυμαστό ρυθμό, το μέτρο και εντέλει το ίδιο το νόημα της αρχικής δήλωσης. 

Προφανώς έχουν υπάρξει πολλοί πριν τον Μπλατ που έχουν στείλει με την στάση ζωής τους αντίστοιχα, ισχυρά  μηνύματα.

Και θα υπάρξουν πολλοί και μετά από αυτόν.

Όμως η δική του προσέγγιση, αποπνέει τέτοια σεμνότητα και γενναιότητα μαζί, τέτοια ειλικρίνεια που πραγματικά, θεωρώ ότι θα λειτουργεί ως ορόσημο, στο οποίο θα επιστρέφουμε ή τουλάχιστον θα επιστρέφω, όταν θέλω να δω τα πράγματα (και τα προβλήματα) στην σωστή τους διάσταση.

Βρίσκω παρήγορο το γεγονός  ότι η πλειονότητα του κόσμου αντιμετώπισε την είδηση με τον ίδιο περίπου τρόπο: ειλικρινή συγκίνηση και θαυμασμό για τον Ντέιβιντ Μπλατ. 

Και ταυτόχρονα, βρίσκω αναμενόμενο αλλά εξαιρετικά θλιβερό  το πόσοι πολλοί άνθρωποι ένιωσαν την ανάγκη, προτού εκφράσουν την συμπαράστασή τους στον Μπλατ, να διευκρινίσουν ότι: «εγώ είμαι Παναθηναϊκός αλλά…».

Η στοιχειώδης ανθρωπιά προφανώς δεν  – μπορεί να  – έχει την παραμικρή σχέση με την ομάδα που υποστηρίζουμε. Είναι μόνο αυτό: στοιχειώδης ανθρωπιά.  Όταν της βάζεις παραμέτρους, όταν λες, εντάξει, θα δείξω συμπόνοια, παρότι υποστηρίζω άλλη ομάδα, ακυρώνεται εν τη γενέσει της –  παύει να αποτελεί εκδήλωση  – βασικών έστω –  ψυχικών χαρισμάτων (ενσυναίσθησης ας πούμε) και γίνεται ξεκάθαρη δήλωση της έλλειψής τους.  

Το χειρότερο είναι ότι όσοι το κάνουν, νιώθουν πως έτσι ενισχύουν την αρχική τους θέση. Πιστεύουν δηλαδή  πως το γεγονός ότι συμπαραστέκονται στον Μπλατ, ενώ δεν ανήκουν στους οπαδούς του Ολυμπιακού, προσδίδει στην καλή τους σκέψη επιπλέον ειλικρίνεια, βαρύτητα και ηθική υπόσταση. 

Κι αυτό δίνει στο θέμα μια διάσταση που ξεφεύγει από το ατομικό και φτάνει στο κοινωνικό: η κοινωνία του ελληνικού αθλητισμού είναι τόσο βαθιά ποτισμένη με οπαδικό δηλητήριο, ώστε η πλειονότητα του κόσμου δεν θεωρεί καθόλου αυτονόητη την συμπαράσταση σε οποιονδήποτε άνθρωπο δοκιμάζεται από προβλήματα υγείας. 

Αντιθέτως, την θεωρεί πράξη η οποία αξίζει τα εύσημα των υπολοίπων – διότι στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειονότητα όσων έγραψαν «είμαι Παναθηναϊκός, ΑΕΚ, ΠΑΟΚ αλλά…» αυτό κάνει: αναζητά τα εύσημα της διαδικτυακής σφαίρας για την ανωτερότητα που επέδειξε! 

Επί της ουσίας βέβαια πρόκειται για κατωτερότητα.  Όμως στο τοξικό περιβάλλον των ελληνικών γηπέδων, όλο και λιγότεροι έχουν την ικανότητα ή την διάθεση να το αντιληφθούν.

Πηγή: Sport DNA