Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Μπορείς να παίζεις δύο ώρες πίσω από τη μπάλα, τόσο μακρυά από την αντίπαλη εστία, δίχως να τους ενοχλείς με επιθέσεις, σε όλο αυτό να σου λείπει ο χαφ-εγκέφαλος που συντονίζει τα πάντα, κι όμως να κρατήσεις την αντίσταση ως το φινάλε; Η απάντηση είναι, όχι…αλλά ναι. Φυσιολογικά στο ποδόσφαιρο, δεν γίνεται. Ο Αστέρας με τον Ολυμπιακό, το κατάφερε. Ενα ποδοσφαιρικό παράδοξο.
Οι πρωταθλητές έκαναν μες στο παιγνίδι, κόντρα στις εγγενείς και καταγεγραμμένες αδυναμίες τους στο build-up, όσα θα αρκούσαν για να νικήσουν. Μάζεψαν, σχεδόν όλες τις δεύτερες μπάλες έξω από την περιοχή του Αστέρα. Εκμεταλλεύτηκαν την υπερπολύτιμη +1 ημέρα μετά το ευρωπαϊκό ματς. Αμεσα ανακτούσαν, συνεχώς ανανέωναν επιθέσεις, κούραζαν τα πόδια και τα πνευμόνια (αλλά, περιέργως, όχι το μυαλό) των γηπεδούχων. Επέμεναν, τα έκαναν, δεν τα ‘βαλαν.
Οπότε δεν μάθαμε ποτέ εάν προόδευσαν στο κομμάτι της διαχείρισης, πώς θα συμπεριφέρονταν δηλαδή, μετά από ένα πιθανό μηδέν-ένα. Οπως στη Χάιφα; Οπως στη Μπρατισλάβα, μετά το μηδέν-ένα αλλά και μετά το ένα-δύο; Οπως στον Πειραιά, με τον Απόλλωνα Λεμεσού; Μια άλλη φορά, σε ένα άλλο ταξίδι. Δεν ήταν ωστόσο, για τον προπονητή, μια χαμένη μέρα στη δουλειά.
Ο προπονητής είδε κανα-δυο πράγματα ουσίας, πρωτίστως επάνω στη δημιουργική λειτουργία των τριών χαφ. Η επιλογή του Ζίνκερναγκελ στο δέκα με τον Κορεάτη στο οκτώ και φυσικά τον Μ’Βιλά στο έξι, κατά την εκτίμησή μου ήταν ένα μείον στον τελικό απολογισμό. Χάθηκαν η ένταση και η ταχύτητα του Κούντε, τα τρεξίματα του Αφρικανού, τα σουτ του Αφρικανού από τη μια φορά κι ένα καιρό “ζώνη Μαντί Καμαρά”. Ενας κλασικός τρόπος, το σουτ από τα 25 μέτρα, για να τρυπάς τον τοίχο.
Ο δε Κορεάτης στο οκτώ, έμοιαζε να τρακάρει με τον Μ’Βιλά. Διότι η έμφυτη έφεση του Κορεάτη είναι, να θέλει να παίρνει την πρώτη μπάλα. Να βλέπει όλο το γήπεδο, μπροστά. Να διανέμει την τράπουλα. Μια έφεση, εξαριού. Πράγμα που ντε φάκτο, ακύρωνε τον Μ’Βιλά στη φάση κατοχής. Ο Μ’Βιλά σε αυτό, δεν νομίζω να είναι διατεθειμένος να στέκεται εκεί και να παίζει τη γλάστρα.
Γρήγορα αντανακλαστικά, ώθησαν τον προπονητή στην οδηγία να παίξει έξι ο Μ’Βιλά μονάχος και ν’ ανεβεί ο Κορεάτης δίπλα στον Ζίνκερναγκελ. Σαν δύο οκτώ/δέκα, ανάμεσα στις σφιχτές τετράδες του 4-4-2 του Αστέρα. Η οδηγία δόθηκε στο δεκάλεπτο (ακριβώς επάνω στην αποχώρηση του τραυματία Μουνάφο), ο αλλαγμένος σχηματισμός έζησε επί είκοσι λεπτά, στο ημίωρο ήδη είχε επανέλθει ο αρχικός. Ο προπονητής, επιστρέφοντας από την Τρίπολη, πήρε δουλειά για το σπίτι.
Τα άξια προσοχής του Αστέρα, ήταν τα εξής δύο. Ενα, ότι με τον Μουνάφο νοκ-άουτ, κι όμως άντεξαν αλλάζοντας μες στη ροή της αναμέτρησης…τρεις (στο πλάι του Στάνκο) για τον ρόλο του Μουνάφο. Κατά σειρά Μπερτόλιο, Τιλίκα, Ζουκάνοβιτς. Πράγμα που κάθε φορά έφερνε και άλλες, παράπλευρες “εσωτερικές μεταθέσεις”. Υπεράσπισαν σαν κόρη οφθαλμού ωστόσο, παρά τις αλυσιδωτές μεταθέσεις, τη συνοχή.
Δεύτερο αξιοπρόσεκτο, και αξιέπαινο, η μικτή (με ζώνη και μαν-του-μαν μες στην περιοχή τους) δουλειά στα αμυντικά στημένα. Σε συνάρτηση και με την τόλμη του τερματοφύλακα, να βγαίνει και να δίνει τις λύσεις που ξεκουράζουν τους συμπαίκτες. Ο Ολυμπιακός κτυπούσε κόρνερ, και μερικά φάουλ σαν κόρνερ, όλη νύχτα. Φάνηκαν οι αμυνόμενοι, πανέτοιμοι εναντίον Μπα/Σισέ/Μ’Βιλά/Ελ Αραμπί. Δεν κινδύνευσαν, στο παραμικρό.
Υπάρχει, μιλώντας για το πόσο πίσω έμεινε στο γήπεδο ο Αστέρας, κι ένα τρίτο. Το πλάνο να επιτεθούν με πυλώνα τον Μπαράλες, να τον ψάχνουν και να τον ταίζουν με άμεσο παιγνίδι, εξ ορισμού ήταν εύκολο για τον Μπα και τον Σισέ. Το πλάνο να φέρουν στο δεύτερο ημίχρονο, κοντά στον Μπαράλες, ένα δεύτερο φορ-αναφορά (Ασιέρ Μπενίτο) και να πιέσουν αλλιώς τον Μπα και τον Σισέ, όντως θα μπορούσε να αποδώσει.
Εκεί και τότε όμως, υπεισήλθαν υπερπροστατευτικά σφυρίγματα που πρακτικά ακύρωσαν τη διαφορετική προσέγγιση. Ο αρχιδιαιτητής Μπένετ στον καιρό του, ή ακόμη και σήμερα εάν έπαιζε, μάλλον δεν θα τα χάριζε (σε αμυνόμενο) ποτέ. Ο Αστέρας, απόειδε και πισωγύρισε στο οχυρό. Ο Ολυμπιακός δεν έχει περιθώριο, να αφήσει το μυαλό να παρασυρθεί στην ιδέα ότι, επειδή έληξε το ματς μηδέν-μηδέν, τάχα κράτησε clean sheet.
Η δεύτερη αγωνιστική της Σούπερ Λιγκ κλείνοντας, επιβεβαίωσε γιατί ήταν παντελώς αφύσικο το 5/5 του top-5 (με, μάλιστα, πέντε clean sheet) της πρώτης αγωνιστικής.
Πηγή: Sport DNA























