Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Οι οφθαλμοφανείς διαφορές, Κίεβο με Μαδρίτη, είναι οι εξής. Ενα, ο Αλισον αντί του σαλεμένου Κάριους. Δύο, ο Μάτιπ αντί του ανόητου Λόβρεν. Τρία, ο Σαλάχ που αυτή τη φορά έμεινε μέσα, μάχιμος, ως το τέλος. Τέσσερα, ο Ορίγκι που τέτοιον καιρό πέρυσι έπαιζε (δανεικός) με τη Βόλφσμπουργκ μπαράζ παραμονής στη Μπούντεσλιγκα εναντίον της Χόλσταϊν Κιέλου. Για το τέλος, πέντε, η κυριότερη. Στο Κίεβο, ήταν η Ρεάλ. Στη Μαδρίτη, ήταν η Τότεναμ. Τέλος της ιστορίας.
Απέναντι στη Ρεάλ η Λίβερπουλ, όπως και οποιαδήποτε άλλη ομάδα που αντιμετωπίζει τη Ρεάλ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, «είχε δικαίωμα» να ηττηθεί. Απέναντι στη Μίλαν, την εποχή που εκεί έπαιζε ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, ο Κακά, η Λίβερπουλ είχε δικαίωμα να ηττηθεί. Απέναντι στην Τότεναμ, απλώς όχι. Φάνηκε, στην προσέγγιση. Η Λίβερπουλ σε αυτόν τον τελικό, δεν κέρδισε ούτε ένα καινούργιο φίλο. Στον ίδιον αυτόν τελικό, η Λίβερπουλ κέρδισε ένα καινούργιο τρόπαιο. Πλέον, μόνον η Ρεάλ και η Μίλαν «κατά φωνή» έχουν περισσότερα.
Η κεντρική ιδέα Κλοπ, παραμένει. Ο τρόπος όμως, μες στη χρονιά αισθανόσουν ότι άλλαξε κατά τι. Μια μικρή θυσία, ας πούμε. ‘Η μια εξέλιξη. Λιγότερη πίεση, για καλύτερο έλεγχο. Πιο ώριμη, παρά ροκ. Και, ποιος να το ‘λεγε προ Αλισον και Φαν Ντάικ, αδιαπέραστη πίσω. Στο Μετροπολιτάνο, μιλώντας για τη θυσία ή την εξέλιξη, η αλήθεια είναι ότι το τερμάτισαν! Η Λίβερπουλ νίκησε επειδή έκανε τα άσχημα πράγματα του ποδοσφαίρου, σωστά. Δεν έκανε τα όμορφα πράγματα του ποδοσφαίρου, συναρπαστικά. Ολη νύχτα, οι κόκκινοι έδιωχναν. Ολη νύχτα, οι άσπροι έψαχναν μία τελική πάσα.
Σταχτοπούτα σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, είναι άλλο παραμύθι. Σκληρό. Όχι ρομαντικό. Βαλένθια, Μπάγερ Λέβερκουζεν, Μονακό, Αρσεναλ, Ατλέτικο. Το τρόπαιο παραείναι βαρύ, για να το πάρεις «με την πρώτη». Η Τότεναμ προστίθεται στη λίστα. Τα θαύματα που τους ταξίδεψαν ως εδώ, τελείωσαν. Πόσα πια, να χωρέσουν μέσα σε μια σεζόν, μισή μάλλον, από Δεκέμβριο έως Ιούνιο; Ο Σισόκο, πιθανότατα ο κορυφαίος παίκτης τους σε τούτο το, παραμυθένιο πράγματι, δεύτερο ήμισυ της περιόδου, τους κρέμασε στα είκοσι δευτερόλεπτα.
Ο Ποκετίνο είναι αξιοθαύμαστος ότι οδήγησε σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, μία ομάδα που έχει να ψωνίσει ποδοσφαιριστή…δεκαέξι μήνες. Ο Λούκας παραμένει, η τελευταία αγορά. Επίσης ο Ποκετίνο άνετα σηκώνει την επίκριση ότι, ενώπιον του δυσθεώρητου μεγέθους του τελικού, πήρε τις λάθος αποφάσεις. Ενας που έχει δύο μήνες να παίξει, άντε και παλεύεται. Οριακά. Δύο, ποτέ. Εριξε στο πεδίο, και τον ένα (Κέιν) και τον άλλον (Ουίνκς). Δύο καταπληκτικούς, σκουριασμένους παίκτες. Το ίδιο λάθος έκανε και ο Κλοπ με ένα όμως, όχι με δύο. Με τον, σκουριασμένο εξίσου, Ρομπέρτο Φιρμίνο.
Πόσες πιθανότητες έχεις, να είναι μια απόφαση η ορθή όταν αγνοείς τους σούπερ ήρωες των ημιτελικών; Λούκας, Γιορέντε, Ορίγκι. Το περίεργο είναι ότι ο Κλοπ το κατάλαβε, πρώτος. Με την έγκαιρη επιδιόρθωση δε, εν τέλει πήρε το δεύτερο γκολ. Περίεργο, επειδή η ομάδα του οδηγούσε. Ο Ποκετίνο που ευθύς εξαρχής η ομάδα του έτρεχε ξωπίσω, το αντιλήφθηκε δεύτερος. Προχώρησε στις σωστές τροποποιήσεις, είκοσι λεπτά μετά τον Κλοπ. Αλλά, σημειώσαμε, τα θαύματα ήταν η νύχτα που τους τελείωσαν.
Ο Φαν Ντάικ, MVP του τελικού και (με την ψήφο των ποδοσφαιριστών) Παίκτης της Χρονιάς στην Πρέμιερ Λιγκ, είναι ενδεχόμενο να επιβραβευτεί με τη Χρυσή Μπάλα. Αντεπιχειρήματα, μπορεί να σταθούν. Για τη Χρυσή Μπάλα…Νέων ωστόσο, η επιλογή μοιάζει πολύ πιο εύκολη. Ο Αλεξάντερ-Αρνολντ θα γίνει 21, τον ερχόμενο Οκτώβριο. Πριν απ’ αυτό, έχει κιόλας παίξει βασικός σε δύο σερί τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ.
Κάποτε ο Βιάλι υποστήριζε τη θεωρία ότι ο πιο άχρηστος παίκτης σ’ ένα αγωνιστικό χώρο, είναι ο δεξιός μπακ. Ελεγε, αν είναι καλός τεχνικά, θα τον έβαζαν να παίξει δεξιός εξτρέμ. Κι αν είναι γερός αμυντικά, θα τον έβαζαν να παίξει στόπερ. Αρα, μπακ είναι εκείνος που δεν έχει το χάρισμα να παίξει εξτρέμ ούτε τη δύναμη να παίξει στόπερ. Τετράγωνη λογική. Μάλλον παρωχημένη, σήμερα. ‘Η μήπως, όχι και τόσο; Ο Αλεξάντερ-Αρνολντ, στην ακαδημία έπαιζε μέσος. Μπακ, τον έκανε ο Κλοπ…
Πηγή: Sport DNA

















