Την επομένη του ΠΑΟΚ – ΑΕΚ 0-0 σημείωνα ότι η ΑΕΚ έδειξε, με την απόδοσή της, στον εαυτό της ότι όταν θέλει μπορεί. Δηλαδή ότι όταν έχει καλή αγωνιστική νοοτροπία καταφέρνει να στέκεται ανταγωνιστικά ακόμη και σε έναν εκτός έδρας αγώνα απέναντι σε έναν αντίπαλο του ίδιου κυβισμού με τον δικό της. Το σημερινό μου σημείωμα είναι μια συνέχεια εκείνου του σημειώματος που έγραψα πριν από 12 μέρες. Διότι η εμφάνιση της ΑΕΚ στο ματς με τον Βόλο την περασμένη Κυριακή στο ΟΑΚΑ ήταν μια συνέχεια των προηγούμενων, δηλαδή ήταν ακόμη μια φορά που η ΑΕΚ δεν είχε καλή αγωνιστική νοοτροπία. Η αδυναμία της στο ψυχικό και πνευματικό κομμάτι ήταν ακόμη μια φορά ευδιάκριτη διότι ήταν τόσο μεγάλη η διαφορά στην αγωνιστική συμπεριφορά της ανάμεσα στα δύο ημίχρονα του παιχνιδιού.
Δεν χρειάζεται να έχει κανείς εντρυφήσει στην ανάλυση της απόδοσης για να αντιληφθεί τι της συνέβη, πάλι, της ΑΕΚ στο ματς με τον Βόλο. Μια ομάδα με αξία ευκαιριών για 2+ γκολ (xG: 2.14) πέτυχε 1. Σε ολόκληρο το δεύτερο ημίχρονο, η ΑΕΚ είχε όλες κι όλες δύο προσπάθειες για να σημαδέψει την αντίπαλη εστία: σε ένα κόρνερ στο 60’, όταν ο Σιμάνσκι δοκίμασε ένα σουτ εκτός περιοχής, το οποίο αποκρούστηκε άμεσα από αμυντικό, και σε ένα κόρνερ στις καθυστερήσεις του παιχνιδιού, όταν ο Τσούμπερ έστειλε την μπάλα άουτ με μια επαφή που έμοιαζε με προσπάθεια για κοντρόλ και όχι για σουτ.
Η αγωνιστική νοοτροπία της ΑΕΚ δημιουργεί στον θεατή την αίσθηση ότι οι ποδοσφαιριστές είτε δεν εμπνέονται, είτε δεν παρακινούνται, είτε δεν “φοβούνται” τον προπονητή επειδή αυτός δεν τους “γεμίζει” το μάτι.
Η ΑΕΚ έκανε αυτό που θεωρητικά μπορούσε να κάνει προκειμένου να δώσει στον Αργυρή Γιαννίκη την βοήθεια για να “γεμίσει” το μάτι των ποδοσφαιριστών: μετά από μια εντός έδρας ήττα, από τον ΟΦΗ, ανακοίνωσε ότι του επεκτείνει το συμβόλαιο μέχρι το 2024 προκειμένου να δείξει προς τους ποδοσφαιριστές ότι τον εμπιστεύεται και τον υπολογίζει – δηλαδή να τους πείσει ότι πρέπει να ακολουθήσουν την ηγεσία του και να μπουν στην νοοτροπία του. Και ακολούθησαν 2 εντός έδρας ήττες από τον Παναιτωλικό και τον Βόλο. Στους 6 αγώνες που ακολούθησαν την ανακοίνωση της επέκτασης του συμβολαίου του Γιαννίκη η ΑΕΚ ήταν ΑΕΚ μόνο στο ντέρμπι της Τούμπας – δηλαδή εκεί όπου οι ποδοσφαιριστές δεν χρειάζονται παρακίνηση, ούτε και πολύ κόπο στην ψυχική και πνευματική προετοιμασία διότι έχουν επίγνωση. Στα υπόλοιπα ματς δεν ήταν ΑΕΚ, και με την απόδοσή της συνέχισε να κάνει βήματα προς τα πίσω και όχι προς την εξέλιξη του αγωνιστικού μοντέλου που είχε στο μυαλό του ο προπονητής της.
Είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση η σχετική με το γιατί η ΑΕΚ έφτασε ως εδώ. Τούτη την ώρα όμως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον η συζήτηση σχετικά με το τι μπορεί να κάνει τώρα. Αν κάτι μπορεί να κάνει είναι να συνεχίζει να υποστηρίζει έναν πρωτόπειρο προπονητή σε αυτή την προσπάθεια που εκείνος κάνει για να ελέγξει την κατάσταση και να διαχειριστεί τα συναισθήματα του εαυτού του και της ομάδας του. Αν δεν του δίνει τύχη να τα καταφέρει, τότε δεν έχει άλλη επιλογή από το να τον αντικαταστήσει άμεσα προκειμένου να δώσει στον επόμενο τον χρόνο να προετοιμαστεί μέχρι το καλοκαίρι για την επόμενη σεζόν. Αν του δίνει τύχη να τα καταφέρει, θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να τον υποστηρίξει ψυχολογικά. Διαφορετικά, ο Γιαννίκης δεν έχει καμία τύχη.
ΥΓ. Τρέμω και μόνο στην ιδέα να φέρω τον εαυτό μου στην θέση των γονιών αυτού του παιδιού που σκότωσαν στην Θεσσαλονίκη. Και μου προκαλεί αηδία η υποκριτική στάση της υψηλής κοινωνίας του ποδοσφαίρου, που τάχα ζητεί από την Πολιτεία να πράξει τα δέοντα. Ποιοι; Αυτοί που είναι σε διαρκή επικοινωνία, αν δεν συνδιοικούν, με αυτούς που εκμεταλλεύονται την τρέλα των μικρών παιδιών για να τα μετατρέπουν σε στρατιώτες βίας προκειμένου να πλουτίζουν πουλώντας προστασία με τις πλάτες τους. Την ίδια αηδία μου προκαλεί και η υποκριτική στάση αυτών που τα βάζουν με το ποδόσφαιρο, σαν να είναι πρόβλημα του ποδοσφαίρου η επικρατούσα κατάσταση και όχι κοινωνικό. Όπως μαχαιρώθηκαν για τον Άρη και τον ΠΑΟΚ θα μπορούσαν να έχουν μαχαιρωθεί για τον Λάιτ και τον Σνικ που μοιράζονται τους τσαμπουκάδες τους στο instagram. Διότι το σημερινό πρόβλημα δεν είναι ποδοσφαιρικό, ή οπαδικό – είναι κοινωνικό. Ποιος δεν το ζει αυτό στα φανάρια, στο μετρό, στην πλατεία, στο σούπερ μάρκετ, στο καφέ, ή στα social media; Ποιος δεν την νιώθει την τοξικότητα; Μπορεί να μη συμφέρει τα media να το κουβεντάζουν μαζί μας, αλλά δεν υπάρχει λόγος να κορoϊδευόμαστε μεταξύ μας.
Δεν έχω λόγια για τους γονείς του παιδιού. Αλλά δυσκολεύομαι να βρω και λόγια για να περιγράψω την αηδία μου για τη στάση που κρατά το ποδόσφαιρο απέναντι στη βία.
Πηγή: Gazzetta























