
Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Το μέτρο της επιτυχίας/αποτυχίας μας, δεν είναι οι άλλοι. Ανταγωνιζόμαστε, ναι, τους άλλους. Αγωνιζόμαστε όμως, με τον εαυτό μας. Ο πρώτος αντίπαλος που το Ωραίο Παιγνίδι καλεί να ξεπεράσουμε, αυτός είναι. Ο εαυτός μας. Ο ΠΑΟΚ δεν έχει αποτύχει εφέτος, επειδή ευρίσκεται στους -20 πόντους από τον Ολυμπιακό. Ο ΠΑΟΚ έχει αποτύχει εφέτος, επειδή έκλεισε τη regular season στους -12 πόντους από τον περσινό εαυτό του. Οταν πέρυσι μάλιστα, από τα τέλη Ιανουαρίου κι έπειτα, για πολύν καιρό πήγαινε με το βάρος της “υπόθεσης Ξάνθη” που μάνι-μάνι του έφερε, μες στον Φεβρουάριο μόνο, για κόστος τις δύο ήττες από Παναθηναϊκό/Ολυμπιακό και την ισοπαλία…στην Ξάνθη. Εφέτος, τέτοιο βάρος ο ΠΑΟΚ δεν είχε. Κι όμως…
Ο Αρης δεν έχει επιτύχει εφέτος, επειδή από έκτος πέρυσι στη regular season αναρριχήθηκε δεύτερος (με μπάτζετ για πέμπτος!) τώρα. Δεν είναι η κατάταξη αυτή καθαυτή, που καταξιώνει τη δουλειά του γκρουπ. Με την ίδια δουλειά θα μπορούσε να έχει βρει τον Ολυμπιακό σε φάση 2017-18, και να είναι ακόμη και πρώτος. ‘Η θα μπορούσε να έχει βρει ταυτόχρονα, ΠΑΟΚ σε φάση 2018-19 και ΑΕΚ σε φάση 2017-18, και να είναι τέταρτος. Ο Αρης έχει επιτύχει εφέτος, πρωτίστως επειδή ξεπέρασε κατά +17 πόντους την αντίστοιχη περσινή επίδοσή του. Επειδή κατέγραψε 16/26 clean sheets και 15/26 νίκες. Επειδή αναβίωσε αριθμούς που, εφάμιλλοι, ιστορικά απαντώνται είτε στην ομάδα του Αλεξιάδη, του Σπυρίδωνα και του Χρηστίδη είτε σ’ εκείνη με τον Κούη, τον Φοιρό και τον Σεμερτζίδη.
Για τον ΠΑΟΚ είναι επείγον να βγει, όχι απλώς Ευρώπη γενικώς και αορίστως, αλλά (όπως συνέβη και πέρυσι) δεύτερος στην τελική κατάταξη μετά τα πλέι-οφ. Διότι, πιο πολύ κι από το να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα μία φορά, έχει σημασία να εδραιώσει στον χρόνο “συνείδηση ένα-δύο”. Οταν δεν γίνεται να βγω πρώτος, τουλάχιστον βγαίνω δεύτερος. Που στο κάτω-κάτω και μπατζετικά, ακόμη και με το μειωμένο μπάτζετ τούτης της περιόδου, πάλι η δεύτερη θέση είναι το αντίστοιχό του. Ο Παναθηναϊκός ας πούμε, ο Παναθηναϊκός που αριθμητικά εφέτος κυμαίνεται σε πάνω-κάτω “μία από τα ίδια”, έχει αποτύχει διότι τώρα η οικονομική προϋπόθεση ήταν υπερπολλαπλάσια σε σχέση με την προτέρα διετία.
Η λιγότερη αποτυχημένη ρεαλιστικά, άλλο αν ενίοτε βγάζει την ενδεχομένως περισσότερη γκρίνια, είναι η ΑΕΚ. Και σε σχέση με τον Ολυμπιακό να το βλέπαμε, πέρυσι ήταν στο -15, εφέτος είναι στο -19, μικρό το κακό. Σε σχέση με τον εαυτό τους δε, η ΑΕΚ είναι πάλι “στη θέση της”. Η θέση της ΑΕΚ αυτή την τριετία μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2018, είναι η τρίτη. Σταθερή; Ακριβέστερα, στάσιμη; Η τρίτη, πάντως. Αυτός που είναι ο σίγουρα σταθερός, καθόλου στάσιμος προφανώς, είναι ο Ολυμπιακός. Ο Ολυμπιακός πηγαίνει “με κομπιούτερ”. Πέρυσι 66 πόντοι, εφέτος 67 πόντοι. Πέρυσι 17 γκολ ο Ελ Αραμπί, εφέτος 19 γκολ ο Ελ Αραμπί. Με τις εννέα ομάδες υπό το big-5, εφέτος ο Ολυμπιακός στα 18 παιγνίδια έγραψε 17 νίκες και την ισοπαλία στα Γιάννενα.
Η διαφορά πέρυσι/εφέτος, είναι ότι πέρυσι είχε πιο πολλούς πρωταγωνιστές για τη μαρκίζα. Ενώ εφέτος πήγε, περισσότερο με τη σταθερότητα και την ισορροπία του γκρουπ παρά με την τρομερή απόδοση ατόμων. Βάσει απόδοσης σε αυτές τις 26 αγωνιστικές, δεν είναι πιο πολλοί από δύο-τρεις οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού που θα έμπαιναν στην “ιδανική ενδεκάδα” του πρωταθλήματος. Αλλά δύο-τρεις ποδοσφαιριστές στην ίδια αυτή ιδανική ενδεκάδα, μπορεί να έχει και ο Αρης. Και ο ΠΑΟΚ. Και ο Παναθηναϊκός, ακόμα. Κανείς όμως, δεν μπορεί να κοντράρει τον Ολυμπιακό στην ισχύ και στην αρμονία του γκρουπ. Κανείς δεν μπορεί να κοντράρει τον Ολυμπιακό, στο πώς ο προπονητής μεριμνά για την αρμονία/σταθερότητα/ισορροπία.
Η αναμέτρηση με τον εαυτό μας λοιπόν, πάντοτε είναι η πιο δύσκολη. Ιδίως, με τον κάπως επιτυχημένο εαυτό μας. Η Λάρισα είναι ένα πρόσφορο παράδειγμα, σε αυτό. Κύλησε από την ευπρέπεια της όγδοης θέσης πέρυσι, στην 14η…ελλείψει 15ης. Με ένα -14, στον λογαριασμό των πόντων της. Το απόλυτο παράδειγμα βέβαια, είναι ο ΟΦΗ. Με ένα -15, βιώνει την αγωνία του εγκλωβισμού στον λαβύρινθό του. Επιστρέφει στον ίλιγγο του 2018-19, τότε που επιβίωσε με το τελευταίο σουτ του τελευταίου ματς της ποδοσφαιρικής χρονιάς. Το γκολ του Ναμπί, στον Πλατανιά. Δέκα συνεχόμενες ήττες, ομάδα από τη δεύτερη κατηγορία να βάλεις να παίξει αυτά τα δέκα παιγνίδια που ο ΟΦΗ έχασε, βάλε τον Απόλλωνα Λάρισας, βάλε τα Χανιά, βάλε την Παναχαϊκή, κανείς δεν θα τα χάσει και τα δέκα. Είναι ένα στατιστικό αδύνατον. Το έκαναν. Ο Θεός πλέον, μαζί τους!
Ο best-of-the-rest Αστέρας (ενδέκατος, να θυμίσω, πρόπερσι) δικαιούται την εύφημη μνεία. Πέρυσι έβγαλε στα πλέι-άουτ τη σοβαρότητα και τον αυτοσεβασμό να είναι ο πιο απαιτητικός, και πράγματι με ένα ωραίο ράλι πήρε την πιο υψηλή θέση που τότε υπήρχε για να πάρει (έβδομος), μία αναγγελία τι θα επακολουθούσε εφέτος. Εφέτος ήρθε ένα +12 στους πόντους του (σε σχέση με πέρυσι), με ένα ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο ράλι στον δεύτερο γύρο. Επαιξε 26 ματς, και στα 20 “πήρε κάτι” (11 νίκες, 9 ισοπαλίες). Σημαίνει, συνέπεια. Στην άλλη άκρη της αντιδιαστολής, είναι ο Ατρόμητος. Πριν δύο χρόνια, τότε που ο Αστέρας ήταν ο 11ος, ο Ατρόμητος ήταν 4ος. Το σχήμα, μες στη διετία, αντιστράφηκε θεαματικά. Αν πέρυσι ο Ατρόμητος τερμάτισε στο -2 από τη γραμμή των πλέι-οφ, εφέτος τερμάτισε στο -14. Στα τελευταία δέκα ματς, έγραψε μία νίκη!
Μιλώντας για “τα τελευταία δέκα ματς” στην κανονική περίοδο, αυτά είναι ο καθρέφτης του “πρωταθλητισμού” της Λαμίας. Μία slow starter μεν, survivor δε, ομάδα που στα τελευταία δέκα ματς, το πιστεύει κανείς ή όχι, πήρε πιο πολλούς πόντους από τον ΠΑΟΚ και την ΑΕΚ! Αναπτύσσει δυναμική σωτηρίας, υπέρτερη φερ’ ειπείν του Παναιτωλικού. Ο οποίος Παναιτωλικός πέρυσι, “μεταξύ μας”, σώθηκε επειδή είχαν πάρει μείον, ο Πανιώνιος από την αρχή της σεζόν και η Ξάνθη καθ’ οδόν, ειδάλλως τα ταξίδια του εφέτος, πιθανότατα, θα ήταν στη Λιβαδειά και στα Τρίκαλα. Πλέον η τρέχουσα δυναμική της Λαμίας, ευθέως ανταγωνίζεται τις δύο ομάδες που επέστρεψαν αμέσως (μέσα σε μια χρονιά) από τη δεύτερη στην πρώτη κατηγορία.
Τον ΠΑΣ και τον Απόλλωνα τους ενώνει, όχι μόνον ότι επέστρεψαν αμέσως, αλλά και ότι επέστρεψαν καλά. Τους ενώνει επίσης, ότι (με όσα είχαν μεσολαβήσει το καλοκαίρι) τον Σεπτέμβριο ζητούσαν δύο-τρεις εβδομάδες περιθώριο να ετοιμαστούν για να μπουν στο πρωτάθλημα. Τότε, έμοιαζαν άμαχος πληθυσμός. Μάρτιο, ανήκουν στους κερδισμένους του 2020-21. Η πλοήγηση στα μάλλον ανασφαλή, αν όχι αχαρτογράφητα, νερά υπήρξε υποδειγματικά ασφαλής. Το μόνο που τους χωρίζει, είναι η διαφορετική αξιολόγηση της πλοήγησης. Από τους ιδιοκτήτες. Δεν είμαι φαν του κυρίου Παράσχου, αλλ’ αυτό με τον κύριο Παράσχο ανάγεται στη σφαίρα του εξωφρενικού. Επιβεβαιώνει πως ο πιο δύσκολος εργοδότης για να συνεννοείται κανείς μαζί του, είναι ο κύριος Μονεμβασιώτης. Απλώς δεν είναι πολυλογάς/πολυγραφιάς όπως ο κύριος Κούγιας.
Αφησα στο τέλος, τα μπράβο για τον Βόλο…διότι είναι πολλά. Τερμάτισε έβδομος, αλλά (τα μπράβο) ισχύουν και ενδέκατος να τερμάτιζε. Καμία “μικρή” ομάδα δεν έπαιξε το ποδόσφαιρό της, με τη δική τους αλεγρία. Και με τον Ουάρντα, και μετά τον Ουάρντα. Σε ολόκληρη τη Σούπερ Λιγκ, ο Βόλος είναι η 4η ομάδα σε ασίστ που έγιναν γκολ. Καμία μικρή ομάδα δεν έβγαλε από μέσα της, τόσο ποδόσφαιρο. Και τόσους ποδοσφαιριστές. Εβγαλαν τον υποσχόμενο σέντερ-μπακ Μήτογλου, ετών μόλις 21. Ανέστησαν τον Νίνη, στα 31. Οι δύο αριστεροί ακραίοι από την Αργεντινή, ο Φεράρι είναι ο πρώτος παίκτης του πρωταθλήματος στα κλεψίματα και ο Μπάρτολο ο πρώτος εκτός top-6 στις ασίστ. Και φυσικά, έβγαλαν τον κορυφαίο Ελληνα σκόρερ. Ο Δουβίκας, ένα εξτρά μπράβο στον προπονητή γι’ αυτό, έπαιξε και στα 26 ματς. Δεν μαζεύει κάρτες, δεν τραυματίζεται, δεν αρρωσταίνει, δεν έχει δραματικές μεταπτώσεις, βγάζει σταθερότητα “πάνω από την ηλικία του”, κάνει ένα γκολ στα τέσσερα τελειώματα. Φτου, σκόρδα!
Στις 11 Σεπτεμβρίου εκκινούσε ένα πρωτάθλημα που, με τον ιό, κυριολεκτικά δεν ξέραμε τι θα ξημέρωνε. Εξι μήνες έκτοτε, ολοκληρώθηκε η κανονική περίοδος ενός πρωταθλήματος που διεκπεραιώθηκε, μέσα στην πολύ δύσκολη περιρρέουσα συνθήκη, με την (κατά το εφικτό) μικρότερη ανωμαλία στη ροή του. Οσοι κουράστηκαν για να συντελέσουν σε αυτό, αξίζουν τον έπαινο. Επίσης, και μη το παίρνουμε για αυτονόητο διότι τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν αυτονόητο, ολοκληρώθηκε η κανονική περίοδος ενός πρωταθλήματος στο οποίο η “βαθμολογία αγωνιστικών χώρων” επακριβώς ισούται με την “επίσημη βαθμολογία” της Σούπερ Λιγκ. Επιτέλους μια μικρή ικανοποίηση, όσων όλ’ αυτά τα χρόνια τηρούσαμε την πάγια κι απαρέγκλιτη στάση να μη αφαιρούνται από τις ομάδες πόντοι (που τους κέρδισαν στο χορτάρι) ποτέ και για κανένα λόγο…
Πηγή: Sport DNA



















