Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξη Σπυρόπουλου

Καταμετρήθηκαν τα μετάλλια νικητών του Τσάμπιονς Λιγκ, τα οποία έχουν στο σπίτι τους οι ποδοσφαιριστές του ρόστερ της Ρεάλ Μαδρίτης. Αθροισμα, σαράντα. Εύλογο.

Την τελευταία τριετία, 2015-2018, είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι. Πλέον, από βασικούς, μόνον ο Πέπε λείπει στο κάδρο. Αλλά και πριν, το 2014, ήταν ήδη εκεί ο Σέρχιο Ράμος, ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Μπενζεμά, ο Μαρσέλο, ο Ισκο, ο Μόντριτς, ο Βαράν, ο Μπέιλ, ο Καρβαχάλ. Η Ρεάλ έπαψε να ψωνίζει. Πολύ περισσότερο, σταμάτησε να κάνει ψυχοθεραπεία με το να ψωνίζει. Οι καλύτερες ομάδες είναι εκείνες που δεν χρειάζεται να ψωνίζουν. Νόμος.

Καταμετρήθηκαν και τα μετάλλια νικητών του Τσάμπιονς Λιγκ, τα οποία έχουν στο σπίτι τους οι ποδοσφαιριστές του ρόστερ της Λίβερπουλ. Αθροισμα, μηδέν. Εύλογο, επίσης. Ποιος να έχει, από πότε κι από πού; Γενικώς τα μετάλλια της καριέρας των παικτών της Λίβερπουλ, αν πιάσουμε την ενδεκάδα, φτάνουν τα δάχτυλα των δύο χεριών για να τα λογαριάσει κανείς. Δύο πρωταθλήματα Σκωτίας ο Φαν Ντάικ με τη Σέλτικ, δύο Κροατίας ο Λόβρεν με τη Ντίναμο Ζάγκρεμπ, δύο Αγγλίας ο Μίλνερ με τη Μάντσεστερ Σίτι, δύο Ελβετίας ο Σαλάχ με τη Βασιλεία, ένα Ολλανδίας ο Βάιναλντουμ με την PSV, ένα Αυστρίας ο Μανέ με τη Ζάλτσμπουργκ, τελεία.

Δέκα. Και δεν χρειάζεται καν, να είσαι διάνοια του ποδοσφαίρου για να βγεις πρωταθλητής στη Σκωτία με τη Σέλτικ, στην Ολλανδία με την PSV, στην Κροατία με τη Ντίναμο Ζάγκρεμπ, στην Αγγλία με τη Μάντσεστερ Σίτι, στην Ελβετία με τη Βασιλεία, στην Αυστρία με τη Ζάλτσμπουργκ.

Σαράντα-μηδέν, λοιπόν. Η απόσταση που καθρεφτίζεται, είναι συντριπτική. Η Ρεάλ ευρίσκεται ένα και μοναδικό ματς μακρυά, από το να κάνει τέσσερα τρόπαια σε πέντε χρόνια. Ανέφικτο, ακόμη και στις εποχές που ευνοούσαν τις ηγεμονίες. Τα σερί. Αγιαξ, Μπάγερν, Μίλαν κ.λπ. Σήμερα κάτι τέτοιο, τέσσερα τρόπαια Τσάμπιονς Λιγκ σε πέντε χρόνια, ανάγεται στη σφαίρα του αδιανόητου. Υπερβαίνει κατά πολύ, και τα πέντε πρώτα της Ρεάλ στα 50s.

Τότε λοιπόν, γιατί…αισιοδοξούμε; Με όλα τα δεδομένα απέναντι, και με όλες τις πιθανότητες εναντίον; Η απάντηση είναι, γιατί έτσι! Γιατί πρέπει να αισιοδοξούμε. Όπως μου έλεγε χθες ο Ντέμης που ετοιμάζεται για το ταξίδι στην Ουκρανία «μια ζωή αισιοδοξούμε χωρίς λόγο, άλλη μία φορά τώρα». Ο Ντέμης που από Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στα νειάτα του λόγω Μαρκ Χιουζ, ωρίμασε κι έχει γίνει πιο Λίβερπουλ κι απ’ τους Λιβερπούντλιανς. Εκκρεμεί, μονάχα, να μάθει και τη ντοπιολαλιά των Σκάουζερς…

Είναι μεγαλειώδες μότο, ας αφήσουμε κατά μέρος το ποδόσφαιρο και την πλάκα, είναι εργαλείο ζωής, αληθινά καλής ζωής, να έχει περάσει κανείς τον εαυτό του από τέτοια νοητική δοκιμασία, από τέτοια πνευματική προπόνηση, ώστε να μπορεί να αισιοδοξεί «γιατί έτσι». Ανευ λόγου! Στην περίπτωση της Λίβερπουλ, όχι ακριβώς άνευ λόγου…αλλά περίπου. Ο ένας σοβαρός λόγος με τη Λίβερπουλ είναι εκείνο το επώνυμο (που στα ελληνικά αποδίδεται) με τα τέσσερα γράμματα. Κλοπ.

Η αύρα του. Η βίδα του. Ότι απ’ τα χρόνια του στη Μάιντς, και τούτο δεν άλλαξε καθ’ οδόν ποτέ, πάντοτε έπρεπε να επινοεί τους τρόπους για να υπερνικά τους καλύτερους παίκτες των ανώτερων αντιπάλων. Κι έπειτα, από πάνω να χάνει κιόλας τους δικούς του καλύτερους παίκτες απ’ τους ανώτερους αντίπαλους. Τον Γκέτσε, τον Χούμελς, τον Λεβαντόβσκι, τον Καγκάουα, τον Πέρισιτς, τον Γκιουντογάν, τον Φιλίπε Κουτίνιο, τον Εμρέ Τζαν. Η Λίβερπουλ το(ν) χρειάζεται αυτό όσο ποτέ, τον τρόπο-Κλοπ εναντίον του ισχυρότερου, το Σάββατο στο Κίεβο.

Πηγή: Sport DNA