Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Ο Κέβιν Κίγκαν δεν ήταν ποτέ άνθρωπος που αναζητούσε την υστεροφημία. Παρότι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές της Αγγλίας και ο μοναδικός Άγγλος που κατάφερε να κατακτήσει δύο φορές το βραβείο της «Χρυσής Μπάλας», δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να χτίσει τον μύθο του.
Η αναγνώριση δεν ήταν κάτι που επιδίωξε. Ζούσε στο παρόν, χωρίς να προσπαθεί να ελέγξει το πώς θα τον θυμάται ο κόσμος. Δεν απομονώθηκε, αλλά ούτε κυνήγησε τη δημοσιότητα. Ακόμη και μετά το τέλος της καριέρας του, παρέμεινε μακριά από τις κάμερες και τις δημόσιες εμφανίσεις.
Οι φίλοι του και όσοι τον γνώρισαν περιγράφουν έναν άνθρωπο απλό, προσιτό και αυθεντικό. Η αγάπη των οπαδών της Νιούκαστλ, μιας ομάδας με την οποία συνδέθηκε βαθιά, τον συγκινούσε, όμως δεν προσπάθησε ποτέ να την εκμεταλλευτεί για προσωπικό όφελος.
Όταν το 2018 αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του, «My Life In Football», το έκανε κυρίως για να γνωρίσουν καλύτερα τη διαδρομή του τα εγγόνια του. Όχι για να υπενθυμίσει στον κόσμο τις επιτυχίες του. Κι όμως, αυτές ήταν πολλές.

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους παίκτες στην ιστορία της Λίβερπουλ και ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που φόρεσε τη φανέλα του Αμβούργου. Κατέκτησε τρία πρωταθλήματα Αγγλίας (1973, 1976, 1977), ένα πρωτάθλημα Γερμανίας (1979), ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης (1977), ενώ σήκωσε τη «Χρυσή Μπάλα» το 1978 και το 1979.
Παρά το τεράστιο βιογραφικό του, το όνομά του συχνά απουσιάζει από συζητήσεις για την κορυφαία ενδεκάδα της Αγγλίας όλων των εποχών. Ίσως επειδή το παιχνίδι του δεν βασιζόταν στην εκρηκτική τεχνική ή στο φυσικό ταλέντο, αλλά στην αντοχή, την ευφυΐα και κυρίως στο αστείρευτο πάθος.
Οι δύο «Χρυσές Μπάλες» και η σεμνότητα ενός θρύλου
«Ήταν μεγάλη τιμή να κατακτήσω δύο “Χρυσές Μπάλες”», είχε θυμηθεί ο ίδιος ο Κέβιν Κίγκαν. «Νιώθω ακόμη μεγαλύτερη υπερηφάνεια όταν βλέπω τα ονόματα όσων έχουν σηκώσει αυτό το τρόπαιο: τον Γιόχαν Κρόιφ και τον Μισέλ Πλατινί, τον Τζορτζ Μπεστ, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Εουσέμπιο, τον Στάνλεϊ Μάθιους, τον Γκερντ Μίλερ, τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο. Και σκέφτομαι ότι ήμουν ο λιγότερο προικισμένος από όλους».
Ο ίδιος δεν δίσταζε να υποτιμά το φυσικό του ταλέντο σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους αστέρες της ιστορίας. «Δεν αιωρούμουν μέσα στο γήπεδο όπως ο Κρόιφ. Δεν είχα ποτέ τη χάρη του Πελέ ή τις εμπνεύσεις του Μαραντόνα. Ο Τζορτζ Μπεστ είχε δίκιο: δεν άξιζα ούτε να του δέσω τα παπούτσια».
Ήταν χαρακτηριστική η αυτογνωσία ενός ανθρώπου που γνώριζε ότι δεν είχε βασιστεί μόνο στο χάρισμα. Ο Κίγκαν είχε χτίσει την καριέρα του πάνω στην επιμονή, στη δουλειά και στη δύναμη της θέλησης.
Όταν το 2005 το περιοδικό France Football τον κάλεσε στο γκαλά για τα 50 χρόνια του βραβείου της «Χρυσής Μπάλας», η αντίδρασή του ήταν αυτή που όλοι περίμεναν: δεν εμφανίστηκε. Δεν θυμόταν καν τον αγώνα πριν από τον οποίο του είχε απονεμηθεί η πρώτη από τις δύο διακρίσεις του, ούτε ποιος του είχε παραδώσει το τρόπαιο.
Στην αυτοβιογραφία του, μάλιστα, αντιμετώπισε τη «Χρυσή Μπάλα» του με τον ίδιο χαρακτηριστικό αυτοσαρκασμό: «Κάθε φορά που τη σηκώνω, ακούγεται ένας μεταλλικός ήχος, γιατί ένα από τα πριτσίνια έχει φύγει και κινείται μέσα στη ξύλινη βάση. Το μέταλλο έχει ξεθωριάσει και φαίνεται η κόλλα εκεί όπου είχε στερεωθεί η πλάκα. Αμφιβάλλω αν ο Κριστιάνο θα τη χρησιμοποιούσε ως στοπ για την πόρτα».
Η σελίδα αυτή, όμως, είχε κλείσει προ πολλού. Ο Κίγκαν δεν θεωρούσε ότι δεν άξιζε την τιμή. Απλώς γνώριζε ότι άλλοι ποδοσφαιριστές διέθεταν μεγαλύτερο φυσικό ταλέντο. Εκείνος, όμως, είχε κάτι που λίγοι μπορούσαν να επιδείξουν: μια αστείρευτη αποφασιστικότητα.
Αυτή υπήρχε από την αρχή, όταν στα 17 του χρόνια ήταν ένα αδύνατο παιδί που δεν είχε εξασφαλισμένη θέση βασικού στη Σκάνθορπ Γιουνάιτεντ της τέταρτης κατηγορίας.
Δεν ήταν… απατεώνας που βρέθηκε κατά τύχη στην κορυφή. Ήταν διαφορετικός. Ένα παιδί που εγκατέλειψε το σχολείο στα 14 του και έδωσε στον εαυτό του μία υπόσχεση: να γίνει ποδοσφαιριστής.
Η δημόσια έκθεση δεν τον ενοχλούσε. Άλλωστε, δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος που απέφευγε εντελώς τη δημοσιότητα. Είχε ηχογραφήσει ακόμη και τρία τραγούδια, με ένα από αυτά, το «Head Over Heels In Love», γραμμένο από τον Κρις Νόρμαν των Smokie, να φτάνει στο Top 10 της Γερμανίας και να του δίνει την ευκαιρία να εμφανιστεί στο θρυλικό Top of the Pops. Απλώς ήθελε να ζει με τους δικούς του όρους. Τα όρια της ζωής του δεν τα καθόριζε η δημοσιότητα, αλλά το ένστικτό του.
Δύσκολες επιλογές και δρόμοι που ξάφνιασαν
Ακόμη και οι άνθρωποι που τον γνώριζαν καλά δυσκολεύονταν να εξηγήσουν ορισμένες αποφάσεις του. Η καριέρα του ήταν γεμάτη ανατροπές, με μεγαλύτερη ίσως εκείνη του 1977, όταν αποφάσισε να αφήσει τη Λίβερπουλ για το Αμβούργο. Η απόφαση ήρθε αμέσως μετά την κατάκτηση του πρώτου από τα έξι ευρωπαϊκά τρόπαια στην ιστορία των «κόκκινων».
Το Αμβούργο είχε κατακτήσει το Κύπελλο Γερμανίας το 1976 και το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1977, όμως δεν είχε ακόμη στεφθεί πρωταθλητής Γερμανίας. Μάλιστα, στην πρώτη σεζόν του Κίγκαν ολοκλήρωσε την Bundesliga μόλις στη δέκατη θέση.
Τα χρήματα έπαιξαν έναν ρόλο. Ο μισθός του στο Αμβούργο έφτανε τις 400.000 μάρκα ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε ένα εκατομμύριο ευρώ με σημερινά δεδομένα και ήταν τριπλάσιο από τις απολαβές του στη Λίβερπουλ. Όμως τα χρήματα δεν ήταν ο μοναδικός λόγος.
Ο Κίγκαν είχε δηλώσει αργότερα ότι η Λίβερπουλ εκμεταλλευόταν την επιθυμία των ποδοσφαιριστών της να φορούν την κόκκινη φανέλα, θεωρώντας ότι η τιμή αυτή αρκούσε για να δικαιολογήσει χαμηλότερες απολαβές σε σχέση με την τεράστια συνεισφορά τους στις επιτυχίες του συλλόγου.
Κάποιοι στο «Άνφιλντ» δεν του συγχώρεσαν ποτέ αυτή την ειλικρίνεια. Και ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που η θέση του στην ιστορία της Λίβερπουλ δεν αντικατοπτρίζει απόλυτα όσα πέτυχε μαζί με τον Σάνκλι και τον Πέισλι. Για ακόμη μία φορά, η παλίρροια έσβησε κάποια από τα ίχνη στην άμμο.
Η ανάγκη για νέους ορίζοντες
Ο Κέβιν Κίγκαν δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος που μπορούσε να μείνει ακίνητος. Η ανάγκη του για νέες εμπειρίες, για διαφορετικές προκλήσεις και για μια νέα αρχή τον συνόδευσε σε όλη του την καριέρα. «Δεν θα γινόμουν ποτέ ένας παίκτης που θα έμενε για πάντα σε μία ομάδα. Τέσσερα ή πέντε χρόνια θα ήταν το μέγιστο πριν προσπαθήσω κάτι διαφορετικό. Άρχισα να νιώθω ότι στη Λίβερπουλ έπαιζα σχεδόν από συνήθεια. Είχα μέσα μου αυτό που αποκαλούσα Keegan wanderlust (ανησυχο πνευμα), αυτή την ανάγκη για περιπέτεια», είχε εξηγήσει.
Αυτή η ανήσυχη φύση δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Στις 11 Φεβρουαρίου του 1980, ο προπονητής της Σαουθάμπτον, Λόρι ΜακΜένεμι, ανακοίνωσε μπροστά σε ένα έκπληκτο κοινό πως ο Κίγκαν, ο άνθρωπος που είχε γίνει είδωλο στο Αμβούργο, θα εντασσόταν στους «Άγιους» στο τέλος της σεζόν. Η απόφαση προκάλεσε σοκ.
Το Αμβούργο βρισκόταν στην κορυφή της Ευρώπης, ενώ η Σαουθάμπτον είχε αγωνιστεί στη δεύτερη κατηγορία μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα. Οι περισσότεροι θεώρησαν την επιλογή του ακατανόητη. Το Αμβούργο, μάλιστα, εκείνη την περίοδο διεκδικούσε την κορυφή στη Γερμανία και στην Ευρώπη, ενώ η Σαουθάμπτον δεν αποτελούσε παραδοσιακή δύναμη του αγγλικού ποδοσφαίρου. Ο Κίγκαν, όμως, δεν λειτουργούσε ποτέ με τη λογική των υπολογισμών.
Ήταν αρχηγός της εθνικής Αγγλίας, ετοιμαζόταν να συμμετάσχει στο Euro 1980 και ήταν μόλις 29 ετών. Όσοι είχαν θεωρήσει ότι η μετακίνησή του στη Γερμανία ήταν αθλητική αυτοκτονία είχαν ήδη διαψευστεί.
Ο δύο φορές νικητής της «Χρυσής Μπάλας», φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και ηγέτης της πρώτης κατάκτησης Bundesliga από το Αμβούργο, θα μπορούσε να είχε επιλέξει οποιονδήποτε προορισμό, εκτός από τη Λίβερπουλ. Επέλεξε, όμως, τη Σαουθάμπτον. Επέλεξε την ελευθερία.
Και αν το ποδόσφαιρο μπορούσε να συνεχίσει χωρίς εκείνον, ο ίδιος μπορούσε να συνεχίσει χωρίς το ποδόσφαιρο. Παρότι δεν έπαψε ποτέ να το αγαπά.
Νιούκαστλ: Η επιλογή της καρδιάς
Σχεδόν οκτώ χρόνια πέρασαν από το τελευταίο πραγματικό επαγγελματικό παιχνίδι του Κίγκαν, μια νίκη 3-1 απέναντι στην Μπράιτον στις 14 Μαΐου 1984 με τη φανέλα της αγαπημένης του Νιούκαστλ, μέχρι την ανακοίνωση της επιστροφής του ως προπονητή των «καρακαξών» στις 5 Φεβρουαρίου 1992.
Η Νιούκαστλ τότε βρισκόταν ξανά στη δεύτερη κατηγορία. Ο Κίγκαν είχε εγκατασταθεί στην Ισπανία μαζί με τη σύζυγό του Ζαν και τις δύο κόρες τους, έχοντας απομακρυνθεί τόσο πολύ από το ποδόσφαιρο ώστε, σύμφωνα με δημοσιογράφο που κάλυψε την επιστροφή του, δεν γνώριζε καν τα ονόματα των παικτών που θα αναλάμβανε. Είχε, μάλιστα, αγωνιστεί μόνο σε δύο παιχνίδια ως φιλοξενούμενος παίκτης της Μπλάκταουν Σίτι στο πρωτάθλημα Αυστραλίας τον Απρίλιο του 1985.
Όμως όταν μπήκε στη μέση η Νιούκαστλ, όλα άλλαξαν. Η καρδιά είχε μιλήσει. Για τον Κίγκαν, η ομάδα αυτή ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας σύλλογος. Ο πατέρας και ο παππούς του, παρότι κατάγονταν από το Γιορκσάιρ όπως και ο ίδιος, ήταν πιστοί φίλαθλοι της Νιούκαστλ. Ο ίδιος είχε ορκιστεί ότι δεν θα γινόταν ποτέ προπονητής.

Αλλά ήταν η Νιούκαστλ. Και αργότερα, ήταν η εθνική Αγγλίας. Με τις «καρακάξες» έφτασε μια ανάσα από το όνειρο. Το 1996 τερμάτισε δεύτερος στην Premier League, μόλις τέσσερις βαθμούς πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, παρότι κάποια στιγμή είχε προβάδισμα δώδεκα βαθμών.
Με την εθνική Αγγλίας, όμως, η ιστορία ήταν διαφορετική. Η αποτυχία ήρθε σκληρά. Στις 7 Οκτωβρίου 2000, η Γερμανία νίκησε την Αγγλία με 1-0 σε αγώνα προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, στο τελευταίο παιχνίδι που διεξήχθη στο παλιό Γουέμπλεϊ πριν την κατεδάφισή του. O Κίγκαν παραιτήθηκε. Η καρδιά είχε ξαναμιλήσει. Μόνο που αυτή τη φορά δεν άντεχε άλλο.
Έτσι ήταν ο Κέβιν Κίγκαν: ένας άνθρωπος που λειτουργούσε πρώτα με το συναίσθημα. Ούτε άγαλμα… Ακόμη και το παρατσούκλι που απέκτησε στο Αμβούργο είχε κάτι παράξενο. Τον αποκαλούσαν Mighty Mouse, από τον διάσημο αμερικανικό χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων της δεκαετίας του ’50. Ένα περίεργο παρατσούκλι για έναν άνθρωπο που ποτέ δεν προσπάθησε να παρουσιαστεί ως υπερήρωας. Πολλά από τα μέρη όπου γράφτηκε η ιστορία του έχουν πλέον εξαφανιστεί.
Το γήπεδο της Σκάνθορπ, όπου έκανε τα πρώτα του βήματα, αντικαταστάθηκε από ένα σούπερ μάρκετ. Το «The Dell» της Σαουθάμπτον έδωσε τη θέση του σε μια κατοικημένη περιοχή. Το προπονητικό κέντρο της Νιούκαστλ άλλαξε μορφή. Ακόμη και το σπίτι της θείας του Νέλι, όπου γεννήθηκε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου το 1951 στο Άρμθορπ, δεν υπάρχει πια όπως τότε. Ήταν το μοναδικό σπίτι στην οικογένεια που διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι Μπόμπι Ρόμπσον, Άλαν Σίρερ και Τζάκι Μίλμπερν έχουν αγάλματα στο «St James’ Park». Ο Κέβιν Κίγκαν όχι. Ίσως όμως αυτό να του ταιριάζει περισσότερο. Ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να του χτιστεί ένα μνημείο.
Το μάρμαρο και ο χαλκός ήταν πολύ βαριά υλικά για έναν άνθρωπο που μόλις ένιωθε ότι κάτι προσπαθεί να τον κρατήσει δεμένο, αναζητούσε αμέσως έναν νέο δρόμο.
Ένας ποδοσφαιριστής που κατέκτησε τα πάντα, αλλά ποτέ δεν προσπάθησε να αιχμαλωτίσει τη στιγμή. Ένας θρύλος που δεν χρειάστηκε ούτε αγάλματα ούτε μνημεία.
Πηγή: Gazzetta















