Επιλογή Σελίδας

Του Γιάννη Φιλέρη

Μόλις 49 ετών. Με την καριέρα του στο ελληνικό ποδόσφαιρο να έχει σημαδευτεί από μια ξαφνική αποχώρηση και μια άλλο τόσο ξαφνική επιστροφή στον Ολυμπιακό. Με μεγάλες νικηφόρες μάχες πάνω στο γρασίδι, αλλά και έξω από τα γήπεδα, όταν κατάφερε να τιθασεύσει τους εσωτερικούς του δαίμονες. Η μοίρα του επιφύλασσε ακόμη πιο άσχημα παιχνίδια, η νόσος ASL τον καθήλωσε. Τα νέα για την υγεία του δεν ήταν ευχάριστα και ο Παρασκευάς Άντζας, ένας από τους πιο χαρισματικούς Έλληνες στόπερ, άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί της Δευτέρας.

Όπως λένε όσοι έζησαν την περιπέτεια του ότι τα αντιμετώπισε όλα με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια. Το τελευταίο διάστημα, η κατάσταση του είχε επιδεινωθεί και ο πολύ καλός του φίλος, Βασίλης Τοροσίδης, μετέφερε τις δυσάρεστες ειδήσεις και πληροφορίες.

Ο άλλοτε συμπαίκτης του στην Ξάνθη και στον Ολυμπιακό φυσικά, ήταν ιδιαίτερα συγκινημένος γράφοντας δυο λόγια για τον αγαπημένο του φίλο στο Ίνσταγκραμ. Θυμήθηκε τις συζητήσεις και τις συμβουλές που του έδινε όταν πρωτοσυναντήθηκαν στην Ξάνθη και δεν έκρυψε τη θλίψη του για τον χαμό, ενός ανθρώπου που είχε σε περίοπτη θέση στη ζωή του.

Ο Βούλης, όπως τον προσφωνούσαν, που μεγάλωσε στη Δράμα, έγινε γνωστός στην Ξάνθη και έπαιξε με τα “ερυθρόλευκα” σε δυο θητείες (1998-2003 και 2007-09) κερδίζοντας εφτά πρωταθλήματα, είναι χαραγμένος στη μνήμη των οπαδών του Ολυμπιακού για την περίφημη φωτογραφία πάνω από τον Σωτήρη Κυργιάκο.

Ο ίδιος είχε πει ότι με τον άσο του Παναθηναϊκού ήταν καλοί φίλοι, απλά έτυχε το “ενσταντανέ” να αποτυπωθεί σε φωτογραφικό κλικ, πάνω στην ένταση του ντέρμπι.

Αλλά ο Άντζας δεν ήταν ακριβώς αυτό που “βγάζει” η συγκεκριμένη φωτογραφία. Όχι ότι δεν έβαζε τα πόδια και το κορμί του στη φωτιά, αλλά ξεχώρισε από μικρός για τις ποδοσφαιρικές του δεξιότητες, καίτοι αμυντικός. Δεν ήταν ο κλασικός στόπερ, που έδιωχνε την μπάλα με δύναμη. Το έκανε κι αυτό, όταν χρειαζόταν, αλλά μπορούσε να κρατήσει και την μπάλα, να την πασάρει καλά, έχοντας και την αίσθηση του χώρου.

Ο Βασίλης Δανιήλ τον έβαζε στο δεξί άκρο της άμυνας, ενώ ο Γιάννης Μαντζουράκης και ο Ντούσαν Μπάγεβιτς, με τον Τάκη Λεμονή, τον χρησιμοποιούσαν και σαν αμυντικό μέσο. Ο Άντζας είχε μεγάλη άνεση με την μπάλα στα πόδια, ήταν πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και έπαιζε με αυτοπεποίθηση.

Στο Ρέντη όλοι έλεγαν για ένα χαρακτήρα διαμάντι, ένα παιδί που δεν προκάλεσε ποτέ το παραμικρό πρόβλημα και έβαζε πάνω απ’ όλα την ομάδα. Είχε πάθος, αποφασιστικότητα και έπαιζε το ίδιο καλά είτε στον αέρα, είτε στο χορτάρι, χρησιμοποιώντας καλά και τα δυο του πόδια. Δεν ήταν από τους στόπερ, που έβαζαν γκολ, αν και όποτε του παρουσιαζόταν η ευκαιρία δεν έλεγε όχι, όπως σε ένα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό στο Καραϊσκάκη.

“Ο Βούλης δεν κώλωνε. Ήταν πολύ δυνατός και δεν φοβόταν τίποτε. Έβαζε τα πόδια του στη φωτιά, ακόμα κι αν υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού. Αν ήταν να πάθει θλάση, ενώ έπρεπε να κάνει ένα τάκλιν, δεν είχε κανένα ενοιασμό. Έπεφτε με όλη του τη δύναμη για να αποκρούσει την μπάλα. Σπουδαίος ποδοσφαιριστής, άριστος χαρακτήρας. Κρίμα που τον χάσαμε τόσο νέο” λέει ο εδώ και δεκαετίες, φυσιοθεραπευτής του Ολυμπιακού, Νίκος Λυκουρέσης.

Σε δηλώσεις του ο Γρηγόρης Γεωργάτος έκανε λόγο για ένα από τα καλύτερα παιδιά που πέρασαν από το Ρέντη: “Δεν πολυμιλούσε, δεν ξανοιγόταν, ήταν εσωστρεφής και κλειστός χαρακτήρας, αλλά ήταν χαρακτήρας από τους λίγους…”

Ο Άντζας έπαιξε για πρώτη φορά στον Ολυμπιακό του 1999. Μια από τις καλύτερες ομάδες που εμφάνισαν ποτέ οι “ερυθρόλευκοι”. Τότε που έφτασε ως τους “8” του Τσάμπιονς Λιγκ και αποκλείστηκε από τη Γιουβέντους, χάρη στο γκολ του Κόντε τέσσερα λεπτά πριν από τη λήξη. Ήταν ο τρίτος στόπερ της ομάδας του Μπάγεβιτς, συμπληρώνοντας το δίδυμο Ανατολάκη-Αμανατίδη και είχε αγωνιστεί σε 18 ματς του πρωταθλήματος και 2 του Τσάμπιονς Λιγκ.

Ο Ολυμπιακός του 99 πήρε το νταμπλ, με τον Άντζα να καθιερώνεται σιγά-σιγά και να ξεχωρίζει για το αρχοντικό του στυλ στην άμυνα. Εκείνο το καλοκαίρι στο λιμάνι ερχόταν και ο Τζιοβάνι, ένας παίκτης που έγραψε ιστορία στον Ολυμπιακό και όπως έλεγε ο Παρασκευάς ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος του, αφού στις προπονήσεις ο “μάγος” έκανε … ακόμα πιο τρελά πράγματα απ’ ό,τι στους αγώνες.

Γυρίζοντας στον Ολυμπιακό…

Μέλος των μικρών εθνικών ομάδων καθιερώθηκε και σε εκείνη των ανδρών, για την οποία ο Ρεχάγκελ τον υπολόγιζε και εν όψει του Euro2004. Είχε αγωνιστεί σε δυο ματς της προκριματικής φάσης, αλλά η ξαφνική αποχώρηση του από τον Ολυμπιακό για προσωπικούς λόγους, όπως είχε τότε πει, του στέρησαν ενδεχομένως την πρόσκληση στην ομάδα που ταξίδεψε στην Πορτογαλία. Θα ενσωματωνόταν στην αποστολή του 2008, παίζοντας σε δυο ματς της τελικής φάσης…

Όταν κάποτε τον ρώτησαν γιατί έφυγε από τον Ολυμπιακό και μετακόμισε πρώτα στη Δράμα και εν συνεχεία στη Ξάνθη, σε μια επαναληπτική διαδρομή, είχε επικαλεστεί την κακή ψυχολογική του κατάσταση. Ο θάνατος του πατέρα του, τον είχε επηρεάσει σε μια ηλικία που προσπαθούσε να βρει τα πατήματα του στην οικογενειακή του ζωή. Προσπάθησε πολύ, κατάφερε να αφήσει τα πάντα στο παρελθόν και να προχωρήσει.

Τα παιδιά του ήθελαν να τον δουν να ξαναπαίζει με τον Ολυμπιακό. Και το 2007, τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρηση του, συμφώνησε να επιστρέψει. Ο Τάκης Λεμονής υπολόγιζε πάρα πολύ το ταλέντο του και ο ίδιος ο Παρασκευάς είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Έλληνα τεχνικό. Η παρουσία του μάλιστα στον πάγκο των Πειραιωτών ήταν για αυτόν ένα έξτρα κίνητρο να ξαναφορέσει τη φανέλα της ομάδας.

Στη δεύτερη θητεία του έγινε βασικός, ήταν παρών στο πρώτο διπλό του Ολυμπιακού στην Ευρώπη με την επική εμφάνιση εναντίον της Βέρντερ στη Βρέμη και έμοιαζε, πλέον, ένας ώριμος αμυντικός που καθοδηγούσε με μαεστρία την άμυνα. Ήταν πλέον στην ηλικία που είχε κατασταλάξει ποδοσφαιρικά. Η επιστροφή του στην Εθνική ήταν δεδομένη.

Κέρδισε άλλα δυο πρωταθλήματα με τον Ολυμπιακό και είπε αντίο στο ποδόσφαιρο σε ηλικία 33 ετών. Σύμφωνα με τους προπονητές και τους συμπαίκτες του, ο Άντζας θα μπορούσε να κάνει μια τεράστια καριέρα ακόμα και στις καλύτερες ομάδες του εξωτερικού. Δεν είχε να ζηλέψει τίποτε από τους κορυφαίους κεντρικούς αμυντικούς της Ευρώπης, αλλά ποτέ του δεν κυνήγησε τη δόξα και το χρήμα. Του άρεσαν οι χαμηλοί τόνοι, ένας ήσυχος χαρακτήρας, που προτιμούσε να μιλάει στο γήπεδο.

Εκεί, όπου τα έδινε όλα και έκανε τάκλιν σαν να μην υπήρχε αύριο…

Πηγή: Sport24